Σε διαταγή του διοικητή της Μεραρχίας Ιππικού, υποστρατήγου Στανωτά, η οποία εκδόθηκε στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου 1940-41, σημειώνονται και τα εξής: «Εκ των μονάδων, αίτινες ετέθησαν υπό τας Διαταγάς μου, το Τάγμα Κασλά μετά του Λόχου Παπή, υπέστησαν βαρυτάτας απωλείας πλην προς τιμήν των, μετά τινων ετέρων ηρωικών τμημάτων της Μεραρχίας και των άλλων μονάδων του Στρατού, αποτελώσι τους εκλεκτούς, τους υποστάντας τας μεγαλυτέρας στερήσεις και θυσίας αλλά και τους δρέψαντες την υψίστην δόξαν, ήτις θα τους αποδοθή εν καιρώ».
Αυτή η «εν καιρώ» απόδοση της «υψίστης δόξας» στον Θεσσαλό ήρωα του Ελληνοϊταλικού Πολέμου Δημήτριο Κασλά άργησε πολύ να αποδοθεί. Μόλις τον Μάρτιο του 2000, ύστερα από 60 χρόνια περίπου, διοργανώθηκε στα Τρίκαλα ειδική εκδήλωση από τον Φ.Ι.ΛΟ.Σ. και αποδόθηκε για πρώτη φορά η δέουσα τιμή στην Τιτανομαχία του υψώματος 731 και στον κύριο συντελεστή της Δημήτριο Κασλά. Την επόμενη χρονιά στο επιστημονικό περιοδικό «Τρικαλινά», τόμος 21 (2001), δημοσιεύθηκε το πολεμικό ημερολόγιο του Κασλά και άλλα σχετικά κείμενα. Ακολούθησαν πολλά άλλα δημοσιεύματα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες και πριν από λίγα χρόνια εκδόθηκε και ολόκληρο βιβλίο. Εδώ και λίγα χρόνια το όνομα του Δημητρίου Κασλά συμπεριλαμβάνεται στο πάνθεον των Ελλήνων ηρώων μαζί με τα ονόματα του Κολοκοτρώνη, του Καραϊσκάκη και άλλων, καθώς αναφέρεται στο νέο βιβλίο Ιστορίας, που διδάσκεται στους μαθητές της Γ΄ Λυκείου.
Σήμερα όλοι σχεδόν οι Θεσσαλοί του αποδίδουν πλέον όλες τις οφειλόμενες τιμές.
Ποιος είναι όμως ο ήρωας Δημήτριος Κασλάς;
Γεννήθηκε στο Πουρί του Πηλίου το 1901. Ήταν γιος του Γεωργίου Καζίλα του Στεργίου και της Μαρίας Καζίλα, το γένος Διακουμή. Το όνομά του από Καζίλας σε Κασλάς το άλλαξε όταν κατετάγη στον Στρατό. Σε ηλικία 15 ετών κατέβηκε στον Βόλο και εργαζόμενος σε φούρνο στην αρχή και σε ταβέρνα αργότερα, τελείωσε την νυχτερινή Εμπορική Σχολή Βόλου. Σε ηλικία 19 ετών κατετάγη κληρωτός στη Λάρισα, και τέλη Ιουλίου του 1921(;) αναχώρησε για τη Σμύρνη, όπου βρισκόταν σε ανάπτυξη η Μικρασιατική Εκστρατεία. Τον Ιανουάριο του 1922 έδωσε εξετάσεις και εισήχθη, με πολύ καλή σειρά (έδωσαν εξετάσεις 1200, επέτυχαν 225, σειρά επιτυχίας 97), στον ουλαμό Εφέδρων Αξιωματικών του Αφιόν Καραχισάρ. Επακολουθεί η κατάρρευση του μετώπου. Ο Κασλάς συλλαμβάνεται αιχμάλωτος τον Αύγουστο του 1922 και απελευθερώνεται τον Απρίλιο του 1923. Στις 9 του μηνός, Μ. Σάββατο, επιστρέφει στο Πουρί τυφλός από την αβιταμίνωση.
Με την επιστροφή του από την αιχμαλωσία και σε ηλικία 22 ετών ονομάζεται έφεδρος ανθυπολοχαγός. Τον Μάρτιο του 1924 εντάσσεται στις τάξεις των μονίμων αξιωματικών του Στρατού και έκτοτε ακολουθεί μία λαμπρή στρατιωτική πορεία.
Κατά την έκρηξη του πολέμου, το 1940, ο Δ. Κασλάς υπηρετούσε στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού Τρικάλων ως διοικητής του 2ου Λόχου Πολυβόλων του ΙΙ Τάγματος, το οποίο ήδη από τον Αύγουστο βρισκόταν στην περιοχή Μετσόβου.
Στις 3 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 το ΙΙ Τάγμα του 5ου Συντάγματος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς για την κήρυξη του πολέμου και διατάχθηκε να κινηθεί εναντίον του εχθρού. Διοικητής του Τάγματος ήταν ο ταγ/χης Πέτρος Παπαβασιλείου. Στις 31 Οκτωβρίου, στο Βρυσοχώρι, πληροφορήθηκε ότι η Κόνιτσα είχε καταληφθεί από τους Ιταλούς. Την 1η Νοεμβρίου έλαβε επαφή με τον εχθρό κοντά στο χωριό Παλιοσελι στη διάβαση του Αώου. Εκεί ανέκοψε την προέλαση των Ιταλών και έκτοτε η πορεία του Τάγματος ήταν νικηφόρος.
Από τις 3 Νοεμβρίου το ΙΙ/5 Τάγμα είχε υπαχθεί στο Απόσπασμα Αώου του αν/χη Μαρδοχαίου Φριζή και από 14 έως 16 Νοεμ. συμμετέχει στη μάχη για την απελευθέρωση της Κόνιτσας. Στις 16 τραυματίζεται ο διοικητής του Τάγματος Πέτρος Παπαβασιλείου και ο Κασλάς ως ο αρχαιότερος λοχαγός αναλαμβάνει τη διοίκησή του, την οποία διατήρησε ως το τέλος του πολέμου.
Στις 21 Νοεμβρίου οι Ιταλοί είχαν εκδιωχθεί από το ελληνικό έδαφος. Η νικηφόρος πορεία του Ελληνικού Στρατού συνεχίζεται εντός του βορειοηπειρωτικού εδάφους. Στις 5 Δεκ. φονεύεται ο διοικητής του Αποσπάσματος Αώου αν/χης Μαρδ. Φριζής και στις 10 Δεκ. το ΙΙ/5 Τάγμα διατίθεται στο Απόσμασμα Κετσέα.
Στις 10 Ιαν. το Τάγμα, ύστερα από σκληρές μάχες, έφθασε στο Ροντέν, ΒΑ της Κλεισούρας και ανατολικά της Τρεμπεσίνας. Στις 23 Ιαν. με ένα τολμηρό στρατήγημα του Κασλά εξουδετερώθηκε η ισχυρή αντίσταση των Ιταλών και καταλήφθηκε το ύψωμα 717 ή Μπρέγκου Ράπιτ. Συνελήφθησαν 147 Ιταλοί αιχμάλωτοι, εκ των οποίων 7 αξιωματικοί, και έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων πολλά όπλα. Επακολουθούν ομηρικές μάχες σώμα με σώμα και τα υψώματα περνούν μια στους Έλληνες και μια στους Ιταλούς. Στις 24 σταθεροποιήθηκε η κατάληψη του υψ. 717 (Μπρέγκου Ράπιτ) από το Τάγμα του Κασλά και καταλήφθηκε και το ύψ. 731 από το Ι/51 Τάγμα.
Για τον ηρωισμό του και τις ικανότητες που επέδειξε στις μάχες αυτές ο Κασλάς, στην Ημερήσια Διαταγή της 27 Ιαν. 1941 του 51ου Συντάγματος Πεζικού (Τρικάλων) γίνεται πρόταση για απονομή σ’ αυτόν του Αριστείου Ανδρείας.
Να τι λέει το σχετικό απόσπασμα:
«Τους κάτωθι Αξιωματικούς προτείνω διά την Aπονομήν του Αριστείου Ανδρείας διά την εν γένει δράσιν εκάστου κατά τας επιχειρήσεις.
1) Ταγματάρχην Κασλάν Δημ., Διότι Δ/τής ων του ΙΙ/5 Τάγματος κατά την επιθετικήν ενέργειαν του υπ’ εμέ Αποσπάσματος, υφ’ ου τας διαταγάς υπήγετο εναντίον του υψ. 717, 20 χιλ. Β. Κλεισούρας την 22, 23 Ιανουαρίου επετέθη διά του Τάγματός του και κατέλαβε το ύψ. 717.
Εδέχθη τρεις αντεπιθέσεις του εχθρού, δύο νυκτερινάς και μίαν την ημέραν, και τας μεν νυκτερινάς απέκρουσεν, δεν ηδυνήθη όμως να αποκρούση και την τρίτην, καθ’ όσον ο εχθρός μετέβαλε το ύψωμα εις κόλασιν πυρός, αφού συνεπτύχθη 100 μ. εκείθεν του υψώματος, ευρών ευκαιρίαν μετά τινας ώρας, όταν διήρχετο δεξιά εν Τάγμα του 33 Σ. Πεζικού, επιτίθεται και πάλιν και καταλαμβάνει το ύψ. 717. Αποτέλεσμα του διημέρου τούτου αγώνος ήτο να καταλάβη τον αντικειμενικόν αυτού σκοπόν και να συλλάβη 130 αιχμαλώτους Ιταλούς, εξ ων 7 Αξιωματικούς μεταξύ των οποίων και εις μόνιμος Ταγματάρχης Διοικητής Τάγματος. Διό προτείνω τούτον όπως τω απονεμηθή το Αριστείον Aνδρείας.
Θεμ. Κετσέας, Σ/χης».
Επί του υψ. 717 το Τάγμα του Κασλά παρέμεινε ως τις 16 Φεβ., οπότε απεσύρθη και παρέμεινε σε εφεδρεία ως τις 8 Μαρτίου, οπότε διετάχθη να αντικαταστήσει το Ι/51 Τάγμα επί του υψ. 731.
Στο ύψωμα αυτό επρόκειτο να διεξαχθεί η μεγαλύτερη μάχη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, αφού εκεί συνετρίβησαν οι πάνοπλες Μεραρχίες των Ιταλών και εκεί εκρίθη ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Πρωταγωνιστής της Τιτανομαχίας αυτής ήταν ο διοικητής του ΙΙ Τάγματος του 5ου Συντάγματος (Τρικάλων) Δημήτριος Κασλάς. Ας παρακολουθήσουμε την αφήγηση του ιδίου:
«Το ύψωμα 731 το ονόμαζαν οι Στρατιώται “Γολγοθά”. καθ’ όλην την ημέρα ήτο ο κύριος στόχος του Πυρ/κού και των όλμων των Ιταλών. ήτο αδύνατο να κυκλοφορήση τις την ημέρα και όλοι ήσαν καθηλωμένοι εντός των χαρακωμάτων και αι απώλειαι εις νεκρούς και τραυματίας ήσαν καθημεριναί […]. Το ύψωμα 731 είναι ένας σχετικώς χαμηλός λόφος ευρισκόμενος μεταξύ των βορείων ακρωρειών των κοροφυγραμμών Γκαρονίν και Τρεμπεσίνας και προστατεύει την είσοδον της κοιλάδος του ποταμού Ντενιτσέ, η οποία διά της αμαξιτής οδού οδηγεί εις την Κλεισούραν».
Απέναντι από την Ι Μεραρχία (Θεσσαλίας), στην οποία υπαγόταν το 5ο ΣΠ (Τρικάλων), το 4ο ΣΠ (Λαρίσης) και το 2ο ΣΠ (Βόλου), ήταν παρατεταγμένες 4 ιταλικές μεραρχίες (η Κάλιαρι, η Πούλιε, η Πινερόλο και η Μπάρι) και 2 εφεδρικές (η Πουστερία και η Σιένα).
Στις 9 Μαρτίου το πρωί άρχισε η ιταλική επίθεση. Ας παρακολουθήσουμε και πάλι το Ημερολόγιο του Κασλά:
«Την 6.30 ώραν ήρξατο τρομακτικόν και καταιγιστικόν πυρ του εχθρικού Πυρ/κού και όλμων. 400 πυροβόλα παντίου διαμετρήματος εξεμούσαν πυρ και σίδηρον εφ’ ολοκλήρου του Μετώπου της Ι Μεραρχίας καθ’ όλον το πλάτος και βάθος. Η πρώτη ομοβροντία μιας βαρείας Πυρ/χίας ερρίφθη ακριβώς την 6.30 ώραν επί του υψ. 731, όπου ο Σταθμός Δ/σεώς μου. ήτο το σύνθημα της ενάρξεως της βολής. Οι ημιονηγοί μετά των ημιόνων των που ήλθον εκείνην την στιγμήν με εφόδια, ο σύνδεσμος του Τάγματος Λοχίας Παπαθανασίου, εις μόνιμος Ανθ/γός του Ι/51 Τάγματος, όστις μετά την αντικατάστασιν του Τάγματος παρέμεινεν οικειοθελώς διά να φύγη το πρωί, διεμελίσθησαν άπαντες, ετραυματίσθη και ο επιτελής του Τάγματος έφ. υπ/γός Κυριακού, του υποφαινομενου διέτρησαν το αδιάβροχο πολλά θραύσματα οβίδων.
– Ο βομβαρδισμός συνεχίζεται με αυξάνουσα έντασιν. Σμήνη αεροπλάνων ρίπτουν συνεχώς τα φορτία των επί των υψ. 731 και υψ. 717. Το ύψωμα 731, όπου το Τάγμα μου, σείεται συνεχώς, σκόνη, φωτιά και καπνός, η ατμόσφαιρα είναι βαρειά, δύσκολα αναπνέει κανείς από τα αέρια των εκρήξεων, κόλασις πυρός, μας περιβάλλαν οι καπνοί και αι φλόγες, δεν μπορούμε να διακρίνουμε τί γίνεται εις απόστασιν 10 μέτρων. Το ύψ. 731 ήτο δασωμένον με δέντρα ύψους 4-5 μέτρων, εντός διώρου έμεινε γυμνόν. Τα συρματοπλέγματά μας κατεστράφησαν, τα χαρακώματα ισοπεδόθησαν, οι στρατιώται καλύπτονται εις τας οπάς των οβίδων, και αγωνίζονται απεγνωσμένα να επανορθώσουν τας ζημίας, ιδίως να προστατεύσουν τα πολ/λα και οπλοπολυβόλα από την καταστροφήν, τα οποία ήρχισαν να μου τα στέλλουν εις τον Σταθμόν Δ/σεως ως άχρηστα. Διέταξα αμέσως να αποσυρθούν όλα εκ των θέσεων μάχης και να καλυφθούν με κουβέρτες καλά, να τα προφυλάξουν από τις πέτρες και χώματα που εγείροντο από τας εκρήξεις. έτσι τα έσωσα, άλλως θα έμεινα άνευ αυτομάτων κατά την έναρξιν της επιθέσεως. Τα υπάρχοντα επί του υψ. 731 δύο πυρ/λα των 6,5 και αντιαρματικός ουλαμός των 37 κατεστράφησαν ολοτελώς. Ο τηλεφωνικός σύνδεσμος του Τάγματος διεκόπη, όλα τα σύρματα κατεστράφησαν, επίσης και ο οπτικός σταθμός του Τάγματος. ΄Ολοι οι άνδρες της ομάδος συνδέσμων του Τάγματος εν τη προσπαθεία των να αποκαταστήσουν τον τηλεφωνικόν σύνδεσμον εφονεύθησαν ή ετραυματίσθησαν.
Περί την 7.30 ώραν κατόρθωσα να επικοινωνήσω τηλ/κώς για λίγα λεπτά με τον Σ/χην Κετσέαν, επίσης μετά του Δ/τού του Συγκροτήματος Σ/χου Γεωργούλα Ν., <οι οποίοι> αγωνιούσαν να πληροφορηθούν την κατάστασίν μας. Με ερώτησαν εάν οι άνδρες του Τάγματος κρατούν τας θέσεις των, τους απήντησα ότι οι Λόχοι ευρίσκονται εις τας θέσεις των. Πόσοι όμως εκ των ανδρών των είναι ζώντες δεν γνωρίζω. Μοι διεβίβασεν την εξής Δ/γήν γραπτήν. «Επί των θέσεών σας θ’ αμυνθήτε μέχρις εσχάτων, η Πατρίς, η Ανωτάτη Δ/σις απαιτεί να κρατήσητε ψηλά την τιμήν των όπλων». Του απήντησα ότι δήποτε και αν συμβή δεν θα εγκαταλείψωμεν το 731 και έχω πεποίθησιν ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί. Έκτοτε η τηλ/κή επικοινωνία διεκόπη μέχρι το βράδυ […]
– Έπειτα από την δίωρον προπαρασκευήν του Πυρ/κού, όλμων και Αεροπλάνων οι Ιταλοί εξαπέλυσαν επίθεσιν εναντίον των υπό του Τάγματός μου κατεχομένων θέσεων υψ. 731 και της δεξιάς αυτού τοποθεσίας Μπρέγκου-Ραπίτ υψ. 717, όπου το ΙΙΙ Τάγμα.
– Επίστευον ως μοι επληροφόρησεν ο συλληφθείς την 11 Μαρτίου Ιταλός Ταγματάρχης ότι δεν θα υπήρχεν ψυχή ζώσα επί του υψ. 731 και του υψ. 717, έπειτα από την τρομακτικήν προπαρασκευήν του Πυρ/κού και Αεροπορίας».
Στις 9 π.μ. ο Κασλάς εξέδωσε προς τους λόχους του την ακόλουθη διαταγή μάχης:
“Επί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρι εσχάτων. Ουδείς θα κινηθή πρός τα οπίσω. Εμψυχώσατε άνδρας σας και τονώσατε το ηθικόν των. Προμηνύεται λυσσώδης επίθεσις του εχθρού, η οποία όπως δήποτε θα αποκρουσθή και θα συντριβή. Τηρήσατέ με ενήμερον τακτικής καταστάσεως.
Επαναλαμβάνω, τότε μόνον θα διέλθη ο εχθρός εκ της τοποθεσίας μας, όταν αποθάνωμεν άπαντες επί των θέσεών μας. Ο Διοικητής του Τάγματος Δημ. Κασλάς”.
Στη δεύτερη διαταγή, που εξέδωσε στις 10 π.μ., κατέληγε:
“Ουδείς θα κινηθή προς τα οπίσω. Πάντες θα αποθάνωσι επί των θέσεών των”.
Η ιταλική επίθεση αποκρούστηκε. Και, όπως γράφει ο στρατηγός Ι. Μυτιληναίος, «οι ελάχιστοι επιζώντες Έλληνες, την κατάλληλη στιγμή, εξέρχονται των κατεστραμμένων χαρακωμάτων τους και με εφ’ όπλου λόγχη και την κραυγή “ΑΕΡΑ” αντεπιτίθενται. Οι Ιταλοί ανατρέπονται και υποχωρούν προς την αρχική γραμμή εξορμήσεώς τους, καταδιωκόμενοι, αρχικά από τους μαχητές και στη συνέχεια από τα πυρά του ελληνικού ΠΒ». Επακολούθησαν άλλες τρεις επιθέσεις ως το απόγευμα και όλες αποκρούστηκαν. Το ίδιο συνέβη και τις επόμενες τέσσερις ημέρες, ώσπου αποδεκατισμένο το ΙΙ/5 Τάγμα αντικαταστάθηκε από το 19ο ΣΠ (Σερρών), το οποίο με τον ίδιο ηρωισμό απέκρουσε όλες τις ιταλικές επιθέσεις ως τις 24 Μαρτίου, οπότε οι Ιταλοί απογοητευμένοι σταμάτησαν. Προηγουμένως ο Μουσολίνι, που παρακολουθούσε τις μάχες από κοντινό παρατηρητήριο, έφυγε ταπεινωμένος από τους μαχητές του Ταγματάρχη Δ. Κασλά.
Στις 10 Μαρτίου 1941 ο Διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού υποστράτηγος Γ. Μπάκος απέστειλε προς τους Πολεμιστές της Ι Μεραρχίας, στην οποία υπαγόταν και το Τάγμα του Κασλά, την ακόλουθη διαταγή:
«Πολεμιστάς Ι Μεραρχίας.
Προ του ακαμάτου ηρωισμού σας εθραύσθησαν από της χθες άπασαι αι απεγνωσμέναι εχθρικαί προσπάθειαι. Προ των χαλυβδίνων γραμμών σας συνετρίβησαν κατά το διήμερον διάστημα τρεις νωπαί εχθρικαί μεραρχίαι. Είμαι υπερήφανος διότι ηγούμαι τοιούτων ηρώων. Η Πατρίς σεμνύεται δι’ αυτούς. Η παρούσα να φθάση μέχρι του τελευταίου οπλίτου της μεραρχίας».
Ρίγος,υπερηφάνεια και συγκίνηση για τους Ήρωες του Έθνους!
Πηγή
Αυτή η «εν καιρώ» απόδοση της «υψίστης δόξας» στον Θεσσαλό ήρωα του Ελληνοϊταλικού Πολέμου Δημήτριο Κασλά άργησε πολύ να αποδοθεί. Μόλις τον Μάρτιο του 2000, ύστερα από 60 χρόνια περίπου, διοργανώθηκε στα Τρίκαλα ειδική εκδήλωση από τον Φ.Ι.ΛΟ.Σ. και αποδόθηκε για πρώτη φορά η δέουσα τιμή στην Τιτανομαχία του υψώματος 731 και στον κύριο συντελεστή της Δημήτριο Κασλά. Την επόμενη χρονιά στο επιστημονικό περιοδικό «Τρικαλινά», τόμος 21 (2001), δημοσιεύθηκε το πολεμικό ημερολόγιο του Κασλά και άλλα σχετικά κείμενα. Ακολούθησαν πολλά άλλα δημοσιεύματα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες και πριν από λίγα χρόνια εκδόθηκε και ολόκληρο βιβλίο. Εδώ και λίγα χρόνια το όνομα του Δημητρίου Κασλά συμπεριλαμβάνεται στο πάνθεον των Ελλήνων ηρώων μαζί με τα ονόματα του Κολοκοτρώνη, του Καραϊσκάκη και άλλων, καθώς αναφέρεται στο νέο βιβλίο Ιστορίας, που διδάσκεται στους μαθητές της Γ΄ Λυκείου.
Σήμερα όλοι σχεδόν οι Θεσσαλοί του αποδίδουν πλέον όλες τις οφειλόμενες τιμές.
Ποιος είναι όμως ο ήρωας Δημήτριος Κασλάς;
Γεννήθηκε στο Πουρί του Πηλίου το 1901. Ήταν γιος του Γεωργίου Καζίλα του Στεργίου και της Μαρίας Καζίλα, το γένος Διακουμή. Το όνομά του από Καζίλας σε Κασλάς το άλλαξε όταν κατετάγη στον Στρατό. Σε ηλικία 15 ετών κατέβηκε στον Βόλο και εργαζόμενος σε φούρνο στην αρχή και σε ταβέρνα αργότερα, τελείωσε την νυχτερινή Εμπορική Σχολή Βόλου. Σε ηλικία 19 ετών κατετάγη κληρωτός στη Λάρισα, και τέλη Ιουλίου του 1921(;) αναχώρησε για τη Σμύρνη, όπου βρισκόταν σε ανάπτυξη η Μικρασιατική Εκστρατεία. Τον Ιανουάριο του 1922 έδωσε εξετάσεις και εισήχθη, με πολύ καλή σειρά (έδωσαν εξετάσεις 1200, επέτυχαν 225, σειρά επιτυχίας 97), στον ουλαμό Εφέδρων Αξιωματικών του Αφιόν Καραχισάρ. Επακολουθεί η κατάρρευση του μετώπου. Ο Κασλάς συλλαμβάνεται αιχμάλωτος τον Αύγουστο του 1922 και απελευθερώνεται τον Απρίλιο του 1923. Στις 9 του μηνός, Μ. Σάββατο, επιστρέφει στο Πουρί τυφλός από την αβιταμίνωση.
Με την επιστροφή του από την αιχμαλωσία και σε ηλικία 22 ετών ονομάζεται έφεδρος ανθυπολοχαγός. Τον Μάρτιο του 1924 εντάσσεται στις τάξεις των μονίμων αξιωματικών του Στρατού και έκτοτε ακολουθεί μία λαμπρή στρατιωτική πορεία.
Κατά την έκρηξη του πολέμου, το 1940, ο Δ. Κασλάς υπηρετούσε στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού Τρικάλων ως διοικητής του 2ου Λόχου Πολυβόλων του ΙΙ Τάγματος, το οποίο ήδη από τον Αύγουστο βρισκόταν στην περιοχή Μετσόβου.
Στις 3 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 το ΙΙ Τάγμα του 5ου Συντάγματος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς για την κήρυξη του πολέμου και διατάχθηκε να κινηθεί εναντίον του εχθρού. Διοικητής του Τάγματος ήταν ο ταγ/χης Πέτρος Παπαβασιλείου. Στις 31 Οκτωβρίου, στο Βρυσοχώρι, πληροφορήθηκε ότι η Κόνιτσα είχε καταληφθεί από τους Ιταλούς. Την 1η Νοεμβρίου έλαβε επαφή με τον εχθρό κοντά στο χωριό Παλιοσελι στη διάβαση του Αώου. Εκεί ανέκοψε την προέλαση των Ιταλών και έκτοτε η πορεία του Τάγματος ήταν νικηφόρος.
Από τις 3 Νοεμβρίου το ΙΙ/5 Τάγμα είχε υπαχθεί στο Απόσπασμα Αώου του αν/χη Μαρδοχαίου Φριζή και από 14 έως 16 Νοεμ. συμμετέχει στη μάχη για την απελευθέρωση της Κόνιτσας. Στις 16 τραυματίζεται ο διοικητής του Τάγματος Πέτρος Παπαβασιλείου και ο Κασλάς ως ο αρχαιότερος λοχαγός αναλαμβάνει τη διοίκησή του, την οποία διατήρησε ως το τέλος του πολέμου.
Στις 21 Νοεμβρίου οι Ιταλοί είχαν εκδιωχθεί από το ελληνικό έδαφος. Η νικηφόρος πορεία του Ελληνικού Στρατού συνεχίζεται εντός του βορειοηπειρωτικού εδάφους. Στις 5 Δεκ. φονεύεται ο διοικητής του Αποσπάσματος Αώου αν/χης Μαρδ. Φριζής και στις 10 Δεκ. το ΙΙ/5 Τάγμα διατίθεται στο Απόσμασμα Κετσέα.
Στις 10 Ιαν. το Τάγμα, ύστερα από σκληρές μάχες, έφθασε στο Ροντέν, ΒΑ της Κλεισούρας και ανατολικά της Τρεμπεσίνας. Στις 23 Ιαν. με ένα τολμηρό στρατήγημα του Κασλά εξουδετερώθηκε η ισχυρή αντίσταση των Ιταλών και καταλήφθηκε το ύψωμα 717 ή Μπρέγκου Ράπιτ. Συνελήφθησαν 147 Ιταλοί αιχμάλωτοι, εκ των οποίων 7 αξιωματικοί, και έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων πολλά όπλα. Επακολουθούν ομηρικές μάχες σώμα με σώμα και τα υψώματα περνούν μια στους Έλληνες και μια στους Ιταλούς. Στις 24 σταθεροποιήθηκε η κατάληψη του υψ. 717 (Μπρέγκου Ράπιτ) από το Τάγμα του Κασλά και καταλήφθηκε και το ύψ. 731 από το Ι/51 Τάγμα.
Για τον ηρωισμό του και τις ικανότητες που επέδειξε στις μάχες αυτές ο Κασλάς, στην Ημερήσια Διαταγή της 27 Ιαν. 1941 του 51ου Συντάγματος Πεζικού (Τρικάλων) γίνεται πρόταση για απονομή σ’ αυτόν του Αριστείου Ανδρείας.
Να τι λέει το σχετικό απόσπασμα:
«Τους κάτωθι Αξιωματικούς προτείνω διά την Aπονομήν του Αριστείου Ανδρείας διά την εν γένει δράσιν εκάστου κατά τας επιχειρήσεις.
1) Ταγματάρχην Κασλάν Δημ., Διότι Δ/τής ων του ΙΙ/5 Τάγματος κατά την επιθετικήν ενέργειαν του υπ’ εμέ Αποσπάσματος, υφ’ ου τας διαταγάς υπήγετο εναντίον του υψ. 717, 20 χιλ. Β. Κλεισούρας την 22, 23 Ιανουαρίου επετέθη διά του Τάγματός του και κατέλαβε το ύψ. 717.
Εδέχθη τρεις αντεπιθέσεις του εχθρού, δύο νυκτερινάς και μίαν την ημέραν, και τας μεν νυκτερινάς απέκρουσεν, δεν ηδυνήθη όμως να αποκρούση και την τρίτην, καθ’ όσον ο εχθρός μετέβαλε το ύψωμα εις κόλασιν πυρός, αφού συνεπτύχθη 100 μ. εκείθεν του υψώματος, ευρών ευκαιρίαν μετά τινας ώρας, όταν διήρχετο δεξιά εν Τάγμα του 33 Σ. Πεζικού, επιτίθεται και πάλιν και καταλαμβάνει το ύψ. 717. Αποτέλεσμα του διημέρου τούτου αγώνος ήτο να καταλάβη τον αντικειμενικόν αυτού σκοπόν και να συλλάβη 130 αιχμαλώτους Ιταλούς, εξ ων 7 Αξιωματικούς μεταξύ των οποίων και εις μόνιμος Ταγματάρχης Διοικητής Τάγματος. Διό προτείνω τούτον όπως τω απονεμηθή το Αριστείον Aνδρείας.
Θεμ. Κετσέας, Σ/χης».
Επί του υψ. 717 το Τάγμα του Κασλά παρέμεινε ως τις 16 Φεβ., οπότε απεσύρθη και παρέμεινε σε εφεδρεία ως τις 8 Μαρτίου, οπότε διετάχθη να αντικαταστήσει το Ι/51 Τάγμα επί του υψ. 731.
Στο ύψωμα αυτό επρόκειτο να διεξαχθεί η μεγαλύτερη μάχη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, αφού εκεί συνετρίβησαν οι πάνοπλες Μεραρχίες των Ιταλών και εκεί εκρίθη ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Πρωταγωνιστής της Τιτανομαχίας αυτής ήταν ο διοικητής του ΙΙ Τάγματος του 5ου Συντάγματος (Τρικάλων) Δημήτριος Κασλάς. Ας παρακολουθήσουμε την αφήγηση του ιδίου:
«Το ύψωμα 731 το ονόμαζαν οι Στρατιώται “Γολγοθά”. καθ’ όλην την ημέρα ήτο ο κύριος στόχος του Πυρ/κού και των όλμων των Ιταλών. ήτο αδύνατο να κυκλοφορήση τις την ημέρα και όλοι ήσαν καθηλωμένοι εντός των χαρακωμάτων και αι απώλειαι εις νεκρούς και τραυματίας ήσαν καθημεριναί […]. Το ύψωμα 731 είναι ένας σχετικώς χαμηλός λόφος ευρισκόμενος μεταξύ των βορείων ακρωρειών των κοροφυγραμμών Γκαρονίν και Τρεμπεσίνας και προστατεύει την είσοδον της κοιλάδος του ποταμού Ντενιτσέ, η οποία διά της αμαξιτής οδού οδηγεί εις την Κλεισούραν».
Απέναντι από την Ι Μεραρχία (Θεσσαλίας), στην οποία υπαγόταν το 5ο ΣΠ (Τρικάλων), το 4ο ΣΠ (Λαρίσης) και το 2ο ΣΠ (Βόλου), ήταν παρατεταγμένες 4 ιταλικές μεραρχίες (η Κάλιαρι, η Πούλιε, η Πινερόλο και η Μπάρι) και 2 εφεδρικές (η Πουστερία και η Σιένα).
Στις 9 Μαρτίου το πρωί άρχισε η ιταλική επίθεση. Ας παρακολουθήσουμε και πάλι το Ημερολόγιο του Κασλά:
«Την 6.30 ώραν ήρξατο τρομακτικόν και καταιγιστικόν πυρ του εχθρικού Πυρ/κού και όλμων. 400 πυροβόλα παντίου διαμετρήματος εξεμούσαν πυρ και σίδηρον εφ’ ολοκλήρου του Μετώπου της Ι Μεραρχίας καθ’ όλον το πλάτος και βάθος. Η πρώτη ομοβροντία μιας βαρείας Πυρ/χίας ερρίφθη ακριβώς την 6.30 ώραν επί του υψ. 731, όπου ο Σταθμός Δ/σεώς μου. ήτο το σύνθημα της ενάρξεως της βολής. Οι ημιονηγοί μετά των ημιόνων των που ήλθον εκείνην την στιγμήν με εφόδια, ο σύνδεσμος του Τάγματος Λοχίας Παπαθανασίου, εις μόνιμος Ανθ/γός του Ι/51 Τάγματος, όστις μετά την αντικατάστασιν του Τάγματος παρέμεινεν οικειοθελώς διά να φύγη το πρωί, διεμελίσθησαν άπαντες, ετραυματίσθη και ο επιτελής του Τάγματος έφ. υπ/γός Κυριακού, του υποφαινομενου διέτρησαν το αδιάβροχο πολλά θραύσματα οβίδων.
– Ο βομβαρδισμός συνεχίζεται με αυξάνουσα έντασιν. Σμήνη αεροπλάνων ρίπτουν συνεχώς τα φορτία των επί των υψ. 731 και υψ. 717. Το ύψωμα 731, όπου το Τάγμα μου, σείεται συνεχώς, σκόνη, φωτιά και καπνός, η ατμόσφαιρα είναι βαρειά, δύσκολα αναπνέει κανείς από τα αέρια των εκρήξεων, κόλασις πυρός, μας περιβάλλαν οι καπνοί και αι φλόγες, δεν μπορούμε να διακρίνουμε τί γίνεται εις απόστασιν 10 μέτρων. Το ύψ. 731 ήτο δασωμένον με δέντρα ύψους 4-5 μέτρων, εντός διώρου έμεινε γυμνόν. Τα συρματοπλέγματά μας κατεστράφησαν, τα χαρακώματα ισοπεδόθησαν, οι στρατιώται καλύπτονται εις τας οπάς των οβίδων, και αγωνίζονται απεγνωσμένα να επανορθώσουν τας ζημίας, ιδίως να προστατεύσουν τα πολ/λα και οπλοπολυβόλα από την καταστροφήν, τα οποία ήρχισαν να μου τα στέλλουν εις τον Σταθμόν Δ/σεως ως άχρηστα. Διέταξα αμέσως να αποσυρθούν όλα εκ των θέσεων μάχης και να καλυφθούν με κουβέρτες καλά, να τα προφυλάξουν από τις πέτρες και χώματα που εγείροντο από τας εκρήξεις. έτσι τα έσωσα, άλλως θα έμεινα άνευ αυτομάτων κατά την έναρξιν της επιθέσεως. Τα υπάρχοντα επί του υψ. 731 δύο πυρ/λα των 6,5 και αντιαρματικός ουλαμός των 37 κατεστράφησαν ολοτελώς. Ο τηλεφωνικός σύνδεσμος του Τάγματος διεκόπη, όλα τα σύρματα κατεστράφησαν, επίσης και ο οπτικός σταθμός του Τάγματος. ΄Ολοι οι άνδρες της ομάδος συνδέσμων του Τάγματος εν τη προσπαθεία των να αποκαταστήσουν τον τηλεφωνικόν σύνδεσμον εφονεύθησαν ή ετραυματίσθησαν.
Περί την 7.30 ώραν κατόρθωσα να επικοινωνήσω τηλ/κώς για λίγα λεπτά με τον Σ/χην Κετσέαν, επίσης μετά του Δ/τού του Συγκροτήματος Σ/χου Γεωργούλα Ν., <οι οποίοι> αγωνιούσαν να πληροφορηθούν την κατάστασίν μας. Με ερώτησαν εάν οι άνδρες του Τάγματος κρατούν τας θέσεις των, τους απήντησα ότι οι Λόχοι ευρίσκονται εις τας θέσεις των. Πόσοι όμως εκ των ανδρών των είναι ζώντες δεν γνωρίζω. Μοι διεβίβασεν την εξής Δ/γήν γραπτήν. «Επί των θέσεών σας θ’ αμυνθήτε μέχρις εσχάτων, η Πατρίς, η Ανωτάτη Δ/σις απαιτεί να κρατήσητε ψηλά την τιμήν των όπλων». Του απήντησα ότι δήποτε και αν συμβή δεν θα εγκαταλείψωμεν το 731 και έχω πεποίθησιν ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί. Έκτοτε η τηλ/κή επικοινωνία διεκόπη μέχρι το βράδυ […]
– Έπειτα από την δίωρον προπαρασκευήν του Πυρ/κού, όλμων και Αεροπλάνων οι Ιταλοί εξαπέλυσαν επίθεσιν εναντίον των υπό του Τάγματός μου κατεχομένων θέσεων υψ. 731 και της δεξιάς αυτού τοποθεσίας Μπρέγκου-Ραπίτ υψ. 717, όπου το ΙΙΙ Τάγμα.
– Επίστευον ως μοι επληροφόρησεν ο συλληφθείς την 11 Μαρτίου Ιταλός Ταγματάρχης ότι δεν θα υπήρχεν ψυχή ζώσα επί του υψ. 731 και του υψ. 717, έπειτα από την τρομακτικήν προπαρασκευήν του Πυρ/κού και Αεροπορίας».
Στις 9 π.μ. ο Κασλάς εξέδωσε προς τους λόχους του την ακόλουθη διαταγή μάχης:
“Επί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρι εσχάτων. Ουδείς θα κινηθή πρός τα οπίσω. Εμψυχώσατε άνδρας σας και τονώσατε το ηθικόν των. Προμηνύεται λυσσώδης επίθεσις του εχθρού, η οποία όπως δήποτε θα αποκρουσθή και θα συντριβή. Τηρήσατέ με ενήμερον τακτικής καταστάσεως.
Επαναλαμβάνω, τότε μόνον θα διέλθη ο εχθρός εκ της τοποθεσίας μας, όταν αποθάνωμεν άπαντες επί των θέσεών μας. Ο Διοικητής του Τάγματος Δημ. Κασλάς”.
Στη δεύτερη διαταγή, που εξέδωσε στις 10 π.μ., κατέληγε:
“Ουδείς θα κινηθή προς τα οπίσω. Πάντες θα αποθάνωσι επί των θέσεών των”.
Η ιταλική επίθεση αποκρούστηκε. Και, όπως γράφει ο στρατηγός Ι. Μυτιληναίος, «οι ελάχιστοι επιζώντες Έλληνες, την κατάλληλη στιγμή, εξέρχονται των κατεστραμμένων χαρακωμάτων τους και με εφ’ όπλου λόγχη και την κραυγή “ΑΕΡΑ” αντεπιτίθενται. Οι Ιταλοί ανατρέπονται και υποχωρούν προς την αρχική γραμμή εξορμήσεώς τους, καταδιωκόμενοι, αρχικά από τους μαχητές και στη συνέχεια από τα πυρά του ελληνικού ΠΒ». Επακολούθησαν άλλες τρεις επιθέσεις ως το απόγευμα και όλες αποκρούστηκαν. Το ίδιο συνέβη και τις επόμενες τέσσερις ημέρες, ώσπου αποδεκατισμένο το ΙΙ/5 Τάγμα αντικαταστάθηκε από το 19ο ΣΠ (Σερρών), το οποίο με τον ίδιο ηρωισμό απέκρουσε όλες τις ιταλικές επιθέσεις ως τις 24 Μαρτίου, οπότε οι Ιταλοί απογοητευμένοι σταμάτησαν. Προηγουμένως ο Μουσολίνι, που παρακολουθούσε τις μάχες από κοντινό παρατηρητήριο, έφυγε ταπεινωμένος από τους μαχητές του Ταγματάρχη Δ. Κασλά.
Στις 10 Μαρτίου 1941 ο Διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού υποστράτηγος Γ. Μπάκος απέστειλε προς τους Πολεμιστές της Ι Μεραρχίας, στην οποία υπαγόταν και το Τάγμα του Κασλά, την ακόλουθη διαταγή:
«Πολεμιστάς Ι Μεραρχίας.
Προ του ακαμάτου ηρωισμού σας εθραύσθησαν από της χθες άπασαι αι απεγνωσμέναι εχθρικαί προσπάθειαι. Προ των χαλυβδίνων γραμμών σας συνετρίβησαν κατά το διήμερον διάστημα τρεις νωπαί εχθρικαί μεραρχίαι. Είμαι υπερήφανος διότι ηγούμαι τοιούτων ηρώων. Η Πατρίς σεμνύεται δι’ αυτούς. Η παρούσα να φθάση μέχρι του τελευταίου οπλίτου της μεραρχίας».
Ρίγος,υπερηφάνεια και συγκίνηση για τους Ήρωες του Έθνους!
Πηγή

Δόξα καί τιμή σέ όλους τούς ήρωες πού θυσιάστηκαν γιά εμάς, καί στόν γενναίο Δημήτριο Κασλά! Ψώφο καί καρκίνο νά βγάλουν όλα τά σκουλήκια τά κομματόσκυλα πού υποστηρίζουν τούς προδότες, πού ξεπουλάνε τούς τιτάνιους αγώνες πού έδωσαν μέ τό αίμα τους αυτοί οί ημίθεοι.
ΑπάντησηΔιαγραφή