Ο ήχος από το ξυπνητήρι κατάφερε να τον ξυπνήσει όντας επίμονος και εκκωφαντικός.
Περασμένες οχτώ το απόγευμα, ίσα που προλάβαινε να κάνει ένα μπάνιο, να πιεί μια γουλιά καφέ, να ντυθεί και να φύγει για δουλειά. Να πάρει, σκέφτηκε, πάλι θα τρέχω. Άνοιξε τη δίφυλλη ξύλινη ντουλάπα και την είδε να στέκεται εκεί, ξέχωρη από τα πολιτικά του ρούχα, μόνη όσο μόνος ένιωθε κι αυτός κατα καιρούς όταν δεν ντυνόνταν πολίτης. Αυτό ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώνει για να μπορεί να υπερασπίζεται την έννομη τάξη και το δίκαιο.
Γράφει η Σοφία - Ισμήνη
Στα μάτια πολλών, δεν ήταν άνθρωπος, ήταν απλώς ένα εκτελεστικό όργανο, πιόνι αυτών που κινούσαν τα νήματα, αιτία πολλές φορές για το κακό του τόπου. Κι όμως, δεν ήταν έτσι. Δεν του άρεσε να παριστάνει τον καουμπόι, δεν γινόταν άλλος όταν τη φορούσε, ο ίδιος ήταν που έδινε τον προσωπικό του αγώνα για να ισορροπήσει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, για να επιβιώσει στους δύσκολους καιρούς που διένυε ο λαός του, αίμα κυλούσε να γίνει και στις δικές του φλέβες, άνθρωπος ήταν και αυτός με όνειρα και αγωνίες.
Έμεινε να την παρατηρεί σκεφτικός, να την περιεργάζεται σαν να την έβλεπε πρώτη του φορά. Επιβλητική, καλοσιδερωμένη, με τα διακριτικά της να παρελαύνουν καμαρωτά πάνω στο μπλέ ύφασμα που ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του.
Κουβαλούσε την ιστορία του αγώνα για μια δικαιοσύνη που άλλοι λεηλάτησαν, άλλοι τύφλωσαν και άλλοι με τόσο πάθος υπερασπίστηκαν. Μισήθηκε και λατρεύτηκε όσο καμία άλλη και αυτό ήταν που την έκανε τόσο σπουδαία τελικά, αυτό ήταν το μυστικό της γοητείας της : η ικανότητά της να δημιουργεί τόσο ανάμεικτα και αντικρουόμενα συναισθήματα κι όμως, να στέκεται εκεί, να δίνει το παρόν σε μια αδιάκοπη πάλη.
Να υπομένει, να μάχεται, να αντέχει. Κοίταξε το ρολόι που του χάρισε η μάνα του την ημέρα της ορκομωσίας. Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να βιαστεί. Δεν την ντύθηκε, τον έντυσε ως πρόσταζε. Με σεβασμό και αίσθημα ευθύνης απέναντι στον συνάθρωπο, στο καθήκον, στον συνάδελφο.
Με τη ζυγαριά της δικαιοσύνης να του θυμίζει αυστηρά πόσο δύσκολο ήταν το έργο που είχε αναλάβει. Την έσιαξε μια τελευταία φορά και αφού έψαξε για λίγο τα κλειδιά του, πήρε ένα λευκό κερί από το τραπέζι και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ήταν υπηρεσία στη Μητρόπολη σήμερα.
Θα έψελνε το Χριστός Ανέστη πλάι στους επισήμους, όχι στους δικούς του.
Καλή Ανάσταση σε όλους.
Πηγή
Περασμένες οχτώ το απόγευμα, ίσα που προλάβαινε να κάνει ένα μπάνιο, να πιεί μια γουλιά καφέ, να ντυθεί και να φύγει για δουλειά. Να πάρει, σκέφτηκε, πάλι θα τρέχω. Άνοιξε τη δίφυλλη ξύλινη ντουλάπα και την είδε να στέκεται εκεί, ξέχωρη από τα πολιτικά του ρούχα, μόνη όσο μόνος ένιωθε κι αυτός κατα καιρούς όταν δεν ντυνόνταν πολίτης. Αυτό ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώνει για να μπορεί να υπερασπίζεται την έννομη τάξη και το δίκαιο.
Γράφει η Σοφία - Ισμήνη
Στα μάτια πολλών, δεν ήταν άνθρωπος, ήταν απλώς ένα εκτελεστικό όργανο, πιόνι αυτών που κινούσαν τα νήματα, αιτία πολλές φορές για το κακό του τόπου. Κι όμως, δεν ήταν έτσι. Δεν του άρεσε να παριστάνει τον καουμπόι, δεν γινόταν άλλος όταν τη φορούσε, ο ίδιος ήταν που έδινε τον προσωπικό του αγώνα για να ισορροπήσει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, για να επιβιώσει στους δύσκολους καιρούς που διένυε ο λαός του, αίμα κυλούσε να γίνει και στις δικές του φλέβες, άνθρωπος ήταν και αυτός με όνειρα και αγωνίες.
Έμεινε να την παρατηρεί σκεφτικός, να την περιεργάζεται σαν να την έβλεπε πρώτη του φορά. Επιβλητική, καλοσιδερωμένη, με τα διακριτικά της να παρελαύνουν καμαρωτά πάνω στο μπλέ ύφασμα που ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του.
Κουβαλούσε την ιστορία του αγώνα για μια δικαιοσύνη που άλλοι λεηλάτησαν, άλλοι τύφλωσαν και άλλοι με τόσο πάθος υπερασπίστηκαν. Μισήθηκε και λατρεύτηκε όσο καμία άλλη και αυτό ήταν που την έκανε τόσο σπουδαία τελικά, αυτό ήταν το μυστικό της γοητείας της : η ικανότητά της να δημιουργεί τόσο ανάμεικτα και αντικρουόμενα συναισθήματα κι όμως, να στέκεται εκεί, να δίνει το παρόν σε μια αδιάκοπη πάλη.
Να υπομένει, να μάχεται, να αντέχει. Κοίταξε το ρολόι που του χάρισε η μάνα του την ημέρα της ορκομωσίας. Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να βιαστεί. Δεν την ντύθηκε, τον έντυσε ως πρόσταζε. Με σεβασμό και αίσθημα ευθύνης απέναντι στον συνάθρωπο, στο καθήκον, στον συνάδελφο.
Με τη ζυγαριά της δικαιοσύνης να του θυμίζει αυστηρά πόσο δύσκολο ήταν το έργο που είχε αναλάβει. Την έσιαξε μια τελευταία φορά και αφού έψαξε για λίγο τα κλειδιά του, πήρε ένα λευκό κερί από το τραπέζι και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ήταν υπηρεσία στη Μητρόπολη σήμερα.
Θα έψελνε το Χριστός Ανέστη πλάι στους επισήμους, όχι στους δικούς του.
Καλή Ανάσταση σε όλους.
Πηγή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου