Μπορείτε να μας βρείτε σε ένα ιστολόγιο για την ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ...ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ 2 και ένα ιστολόγιο για την ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ...ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ 3.Με τιμή,
Πελασγός και συνεργάτες




«Το Γένος ποτέ δεν υποτάχθηκε στο Σουλτάνο! Είχε πάντα το Βασιλιά του, το στρατό του, το κάστρο του. Βασιλιάς του ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, στρατός του οι Αρματωλοί και κλέφτες, κάστρα του η Μάνη και το Σούλι»

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Τσαμουριά-Τσάμηδες: Δείτε τα εγκλήματά τους


Τσάμηδες – Οι αλβανικές προκλήσεις

Ως Τσαμουριά (Cameria, Chameria) αποκαλούν οι Αλβανοί την περιοχή της Ηπείρου που περιλαμβάνει τις γεωγραφικές ζώνες Ηγουμενίτσας, Πάργας, Παραμυθιάς, Φιλιατών και του Μαργαριτίου. Πρόκειται δηλαδή για τη Θεσπρωτία.

Η παρουσία των Αλβανών Τσάμηδων στην Ήπειρο του A΄ μισού του 20ού αιώνα παραμένει ένα από τα λιγότερο γνωστά θέματα του παρελθόντος, ένα θέμα που για αρκετές δεκαετίες αγνοήθηκε από την ιστοριογραφία και παρέμεινε στο περιθώριο, ενώ η ενασχόληση μ΄αυτό κινήθηκε στη δεκαετία του 1990 στα όρια της προπαγάνδας και του σωβινισμού από την αλβανική πλευρά. Tα κείμενα που ακολουθούν, αποτελούν μία προσπάθεια ανασύνθεσης του παρελθόντος γύρω από το θέμα, είναι το αποτέλεσμα έρευνας στην Ελλάδα και το εξωτερικό και στηρίζεται ως αρχειακό υλικό.
Περιληπτικά:
Οι Τσάμηδες ήταν μουσουλμάνοι που είχαν την αλβανική ως μητρική γλώσσα.
Κατοικούσαν στην Θεσπρωτία
Εμφανίζονται κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας.
Η Τσαμουριά απαριθμούσε 18.000 με 20.500 περίπου Τσάμηδες.
Ποτέ δεν αισθάνθηκαν Ελληνες.
Κατα την διάρκεια της Κατοχής, συμμάχησαν με τους κατακτητές
Ένα τμήμα των περιουσιών κατασχέθηκε με βάση τη Συνθήκη της Λωζάννης.
Μεταξύ των εγκλημάτων, είναι και η εκτέλεση των 49 Παραμυθιωτών.
Οι περρισότεροι (18.000 περίπου) έφυγαν οικειοθελώς μετά το πολέμο για την Αλβανία.
Καταδικάστικαν με 1.700 αποφάσεις απο το Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων των Ιωαννίνων ως προδότες.
Σήμερα οι Τσάμηδες έχουν ιδρύσει στην Αλβανία τον «Σύνδεσμο της Τσαμουριάς», μιά 100μελή άτυπη βουλή. Συχνά κάνουν πορείες στα Τιρανα ενώ πρόσφατα συγκεντρώθηκαν στα σύνορα με την Ελλάδα στο κομμάτι της Θεσπρωτίας
Αξίζει να σημειωθεί στις 30 Ιουνίου 1994 η αλβανική βουλή καθιέρωσε ομόφωνα την 27 Ιουνίου ως ημέρα «γενοκτονίας» των Τσάμηδων.
Αναλυτικότερα ακολουθούν ορισμένες απο τις πιο αξιολόγες μελέτες και αρθρογραφίες σχετικά με την Τσαμουρια και τους Τσάμηδες. Οι διαφορετικές αποψεις που παρουσιάζονται αναμεσα τους, ειναι ελάχιστες
……………………………………………………………………………………………………
Ελευθερία Μαντά,
Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου (1923-2000), patrida.gr
Θεσσαλονίκη, εκδ. Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου
Τσαμουριά ονομάζεται η περιοχή εκείνη της Ηπείρου, που εκτείνεται κατά μήκος της ακτής ανάμεσα στις εκβολές του ποταμού Αχέροντα και μέχρι το Βουθρωτό και ανατολικά μέχρι τους πρόποδες του όρους Ολύτσικας (Τόμαρος). Η περιοχή ταυτίζεται με τη Θεσπρωτία και ένα μικρό της τμήμα ανήκει σήμερα στην Αλβανία με κέντρο την κωμόπολη Κονίσπολη.
Για την προέλευση της ονομασίας υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η περισσότερο ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα φαίνεται να είναι η εκδοχή που κάνει λόγο για παραφθορά του ονόματος του ποταμού Θύαμις (Καλαμάς), με παραφθορά του με την πάροδο του χρόνου: Θύαμις, Θυάμις, Τσ(ι)άμης, δηλ. ο κάτοικος που βρίσκεται κοντά στον Θύαμη ποταμό, την Θυαμυρία, την Τσ(ι)αμουριά.
Στο ελληνικό τμήμα της Τσαμουριάς ζούσαν το 1923 20.319 μουσουλμάνοι που είχαν την αλβανική ως μητρική γλώσσα. Για την καταγωγή των Τσάμηδων υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Ορισμένοι ερευνητές τους προσμετρούν σε εκείνους, που τον 17ο αιώνα, λόγω της αποτυχίας της επανάστασης του 1611 που προσπάθησε να υποκινήσει ο Μητροπολίτης ∆ιονύσιος ο επονομαζόμενος από τους Οθωμανούς Σκυλόσοφος, ασπάσθηκαν το Ισλάμ. Άλλοι θεωρούν τη γλώσσα ως στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της αλβανικής καταγωγής των Τσάμηδων. Μετά την ίδρυση του αλβανικού κράτους το 1913 και κυρίως στη δεκαετία του 1920, οι Τσάμηδες κατέστησαν σημείο αναφοράς για την αλβανική πλευρά, η οποία άρχισε να καταβάλει κάθε προσπάθεια για να δημιουργήσει ζήτημα.
Στις διατάξεις της συνθήκης της Λωζάννης (24.7.1923) δεν γίνεται λόγος για Έλληνες και Τούρκους, αλλά για Μουσουλμάνους και Χριστιανούς. Θα έπρεπε τότε όλοι οι μουσουλμάνοι, μεταξύ των οποίων και οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες, να ανταλλαγούν με τους Έλληνες. Όμως οι Τσάμηδες οι οποίοι ήταν περίπου 20000 εξαιρέθηκαν. Η ειδική αυτή ρύθμιση ήταν το αποτέλεσμα μιας πρωτοβουλίας με πρωταγωνιστές τον Υπουργό Εξωτερικών της Αλβανίας P. Evangelji και τον εκπρόσωπο της αλβανικής Αντιπροσωπείας στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ), B. Blishinti, ενώ σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και ο επικεφαλής της ιταλικής Αντιπροσωπείας G. Montagna, ο οποίος πρότεινε να παραμείνουν οι Τσάμηδες στην Ελλάδα.
Μια άλλη πτυχή αυτού του ζητήματος συνιστούν οι περιουσίες των Τσάμηδων. Ένα τμήμα των περιουσιών κατασχέθηκε με βάση τη Συνθήκη της Λωζάννης και ύστερα από συμφωνία με τους ιδιοκτήτες για να καλυφθούν οι ανάγκες των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν την Ήπειρο, ωστόσο το ζήτημα επανήλθε πολλές φορές στην επικαιρότητα με τις ενέργειες των Αλβανών και τις αντίστοιχες του Βενιζέλου], όπως και πριν από την εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα το 1940. Αυτή η δεύτερη φάση του ζητήματος των Τσάμηδων, που τελείωσε το 1944 αποτελεί ένα περίπλοκο θέμα.
Είναι γεγονός, ότι οι Τσάμηδες αισθανόμενοι αδικημένοι με την εξέλιξη του θέματος των περιουσιών τους οδηγήθηκαν και στο να συνεργασθούν με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς. Τον Ιούλιο του 1942, υπό την καθοδήγηση του J. Dino γαμπρού του αλβανού Πρωθυπουργού S. Verlatsi, οι Τσάμηδες συγκροτούν την K.S.I.L.I.A. («Αλβανικό Σύστημα Πολιτικής Διοικήσεως») με 14 Τάγματα έχοντας ως κύριο στόχο τους την εξολόθρευση του ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή της Θεσπρωτίας, Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών το 1943, οι Τσάμηδες πέρασαν στο στρατόπεδο των Γερμανών.
Στα Ιωάννινα οργανώθηκε ένα ειδικό στρατιωτικό τμήμα των Τσάμηδων με γερμανικές στολές. Στη εφημερίδα των Τιράνων «Bashkimi i Kombit» στις 14.3.1944 δημοσιεύθηκαν οι κοινές ενέργειες των Τσάμηδων με τους Ναζί το Φεβρουάριο του 1944, που είχαν ως τραγικό αποτέλεσμα την πυρπόληση 25.000 σπιτιών και τη δημιουργία 100.000 προσφύγων. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, οι Τσάμηδες συναισθανόμενοι τις συνέπειες από την συμπεριφορά τους στη διάρκεια της κατοχής, αναζήτησαν προστασία στην Αλβανία, και 18.000 άτομα, εγκατέλειψαν την Ελλάδα, ενώ με βάση τα στοιχεία της απογραφής της 7/4/1951, είχαν παραμείνει στην Ελλάδα 123 Τσάμηδες. Στη συνέχεια οι Τσάμηδες κατηγορήθηκαν για αξιόποινες πράξεις και για συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις. Το Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων των Ιωαννίνων, εκδίδει μέχρι το 1948, χίλιες επτακόσιες και πλέον καταδικαστικές αποφάσεις εις βάρος των Τσάμηδων, με ποινή για πολλούς εξ’ αυτών το θάνατο.
Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε η απαλλοτρίωση και διανομή των περιουσιών των Τσάμηδων η οποία επεβλήθη από την ανάγκη εποικισμού των περιοχών, ενώ υλοποιήθηκε και η διαδικασία για την αφαίρεση της ιθαγένειας. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της Αλβανίας από τους Χότζα και Αλία το ζήτημα των Τσάμηδων πέρασε ουσιαστικά στο περιθώριο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι ο Χότζα αντιμετώπισε στην αρχή τους Τσάμηδες που κατέφυγαν στην Αλβανία με δυσπιστία, αφού θεωρήθηκαν συνεργάτες των Ιταλών και γι΄ αυτό ένα μέρος τους μετακινήθηκε προς τα βόρεια της χώρας, στο Δυρράχιο, στο Φίερι και την Αυλώνα. Μετά από όλο αυτό το διάστημα της σιωπής γύρω από τους Τσάμηδες, με την πτώση του κομμουνισμού στην Αλβανία το 1991, το ζήτημά τους επανήλθε στην επικαιρότητα και παραμένει ένα ζήτημα που ανακύπτει μετά σε κάθε φάση έντασης στις σχέσεις Ελλάδας- Αλβανίας .
……………………………………………………………………………………………………
ΑΧΑΡΙΣΤΕΣ ΓΕΝΕΕΣ ΟΙ ΤΣΑΜΗΔΕΣ
Επιμέλεια Στίβενς Σμιθ (S. J. SMITH)
Πηγές: Από το Αρχείο της Πανελλήνιου Συνομοσπονδίας Εθνικών Αντιστασιακών Οργανώσεων
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών οι Τουρκαλβανοί της Θεσπρωτίας, οι επωνομαζόμενοι και “Τσάμηδες”, παρέμειναν στη Θεσπρωτία, διότι δήλωσαν ότι είναι Ελληνες και δεν επιθυμούν την ανταλλαγή.
Οι Τσάμηδες αριθμούσαν περί τις 18.000 πληθυσμό, ασχολούνταν με τη γεωργία και κατείχαν τα καλύτερα κτήματα στην περιοχή. Το Ελληνικό Κράτος τους παρείχε αφειδώς τα αγαθά της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και του ανθρωπισμού, χαρακτηριστικά γνωρίσματα, εξάλλου, της Ελληνικής Φυλής.
Είναι δε αναρίθμητες οι ενδείξεις ευνοίας, αγάπης και στοργής του Ελληνικού Κράτους προς αυτούς. Παρόλα αυτά, εκμεταλλευόμενοι την ανοχή και τους εκ παραδόσεως φιλελεύθερους θεσμούς της χώρας μας, συνέχιζαν τις αδιάλειπτες συνωμοτικές τους ενέργειες δια την ενσωμάτωση της Θεσπρωτίας στην Αλβανία.
Το χιμαιρικό αυτό όνειρό τους ενίσχυαν και υποδαύλιζαν με οδηγίες και κατευθύνσεις οι εκάστοτε Αλβανικές Κυβερνήσεις. Η ευρισκόμενη πλησίον των Ελληνοαλβανικών συνόρων, πόλη των Φιλιατών, είχε καταστεί το κέντρο της ενεργουμένης στη Θεσπρωτία Αλβανικής προπαγάνδας.
Οι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας δεν παρέλειπαν καμιά ευκαιρία διεθνούς περιπλοκής, για να εκδηλώσουν τα ανθελληνικά τους αισθήματα. Ετσι κατά τον μήνα Μάϊο του 1917, όταν τα Ιταλικά στρατεύματα κατέλαβαν τη Θεσπρωτία, οι Τσάμηδες οπλισθέντες απετέλεσαν τμήματα του Ιταλικού Στρατού. Στην Πέρδικα ύψωσαν την Αλβανική σημαία και έδιωξαν από τα χωριά τις ελληνικές αρχές. Καθώς ήταν δόλιοι και πανούργοι εκ φύσεως, μετά την αποχώρηση των Ιταλών από τα Ελληνικά εδάφη, έρριξαν τους ανθελληνικούς τόνους, χωρίς να εγκαταλείψουν την συνωμοτική τους τακτική.
Μετά την κατάκτηση της Αλβανίας από τους Ιταλούς, οι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας ενισχύθηκαν μεθοδικότερα και συστηματικότερα με χρήματα και οπλισμό από τους Ιταλοαλβανούς.
Και όταν κατά την Ιταλική επίθεση της 28 Οκτωβρίου ο Ελληνικός Στρατός υποχώρησε στο Νότιο Τομέα, οι Τσάμηδες αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή του Ιταλικού Στρατού. Με γιορτές και πανηγύρια ύψωσαν στο Μαργαρίτι την Αλβανική σημαία. Με την αντεπίθεση του Ελληνικού Στρατού και την υποχώρηση των Ιταλών οι ένοπλοι Τσάμηδες, πυροβολούντες από τα νώτα τα προελαύνοντα Ελληνικά τμήματα, προξένησαν πολλά θύματα εις αυτά. Για τα διαπραχθέντα αδικήματα από τους Τσάμηδες κατά την διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων το Ελληνικό Κράτος έδειξε μεγαλοψυχία και γενναιοφροσύνη. Κατά την Κατοχή τάχθηκαν ανεπιφύλακτα όλοι στο πλευρό του Ιταλικού Στρατού Κατοχής, με την ελπίδα, ότι θα αποσπάσουν την συγκατάθεση της Ιταλικής Κυβερνήσεως για ενσωμάτωση της Θεσπρωτίας στο Αλβανικό Κράτος.
Στα τρία χρόνια της Κατοχής οι Τσάμηδες βοηθούσαν με ένοπλα τμήματα τα Ιταλικά κι αργότερα τα Γερμανικά στρατεύματα στις επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων ανταρτών. Προέβησαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα σε ανομολόγητα εγκλήματα κατά του χριστιανικού στοιχείου της περιοχής. Οι αναρίθμητοι φόνοι, οι βιασμοί των γυναικών, οι πυρπολήσεις των σπιτιών, η κλοπή ολοκλήρων ποιμνίων και άλλων κινητών πραγμάτων, ήταν συνηθισμένες πράξεις. Μεταξύ άλλων φόνευσαν και το Νομάρχη Θεσπρωτίας.
Στις 29-9-1943, ύστερα από την απόφαση της Τσάμικης ηγεσίας, της Μιντζιλισί Ινταρέ, αποφασίζεται ο “αποκεφαλισμός” της Ελληνικής ηγεσίας της περιοχής. Επιλεχτικά, συλλαμβάνονται πενήντα δύο Ελληνες και δεμένοι οδηγούνται ενάμισυ χιλιόμετρο έξω από την Παραμυθιά, στον Αη Γιώργη, με συνοδεία πενήντα Τσάμηδων και δεκαπέντε Γερμανών. Ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός γλυτώνει τρεις και εκτελούνται οι υπόλοιποι σαράντα εννιά. Παπάς, γιατρός, Γυμνασιάρχης, Σχολάρχης, Δήμαρχος, καθηγητές, δάσκαλοι, επιχειρηματίες, αγρότες, έπεσαν τραγουδώντας το “Γέρο Δήμο” και το “Εχε γειά”. Την ίδια μέρα της εκτέλεσης μπαίνει στην Παραμυθιά ο καινούργιος Δεσπότης Δωρόθεος, παρόλο που ο Πρόεδρος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, Ελβετός Μπίκελ, τον προέτρεπε να μη πάει. Κανένας Χριστιανός δεν παραβρέθηκε στην υποδοχή. Παντού τρόμος θανάτου. Ο Δεσπότης, τριαντάχρονος τότε, μόνο με το Διάκο του, πηγαίνει κατ’ ευθείαν στον Γερμανό φρούραρχο, τον πείθει και αφήνει ελεύθερους τους πεντακόσιους Χριστιανούς, κρατούμενους Παραμυθιώτες και την επομένη, με συνοδεία δύο Γερμανούς στρατιώτες παίρνει και πέντε χριστιανούς, πηγαίνει στον τόπο της θυσίας και ενταφιάζει τους σαράντα εννιά άταφους μάρτυρες.
Για τον αφελληνισμό της Θεσπρωτίας, προσπάθησαν, δι’ ασκήσεως ψυχολογικής βίας, να αντικαταστήσουν την Ελληνικήν γλώσσα με την Αλβανικήν. Δημιούργησαν προσκόμματα στη λειτουργία των Ελληνικών σχολείων και αρνούνταν την ύπαρξη Ελληνικών Αρχών, με σκοπό να παρουσιάσουν στα μάτια των Ιταλικών αρχών Κατοχής ως δήθεν καθαρώς Αλβανικήν την Εθνολογική μορφή της περιοχής. Μεταβληθέντες σε τυφλά όργανα της Ιταλικής κατασκοπείας προέβαιναν σε παρακολουθήσεις και καταδόσεις Χριστιανών, ως δήθεν επικίνδυνων δια την ασφάλεια των Ιταλικών στρατευμάτων Κατοχής, με σκοπό την αρπαγή της περιουσίας τους, ύστερα από τις φυλακίσεις και εκτελέσεις, που υφίσταντο οι Χριστιανοί.
Το καλοκαίρι του 1944 οι ομάδες ανταρτών του ΕΔΕΣ απελευθέρωσαν την Παραμυθιά, την Πάργα και μεγάλο παραλιακό τμήμα της Θεσπρωτίας. Ομως, παρά την επιδειχθείσα εκ μέρους της Αλβανοφώνου μειονότητας εχθρική στάση, η Ελληνική μεγαλοψυχία και γενναιοφροσύνη εκδηλώθηκε για μια ακόμα φορά.
Ο Διοικητής της 10ης Μεραρχίας του ΕΔΕΣ με προκήρυξή του την 29 Ιουνίου 1944 καλεί τους Τσάμηδες να καταθέσουν τα όπλα και να ασχοληθούν με τα ειρηνικά τους έργα. Τους διαβεβαιώνει δε ότι θα προστατευθεί η ζωή, η τιμή και η περιουσία τους. Δυστυχώς, παρά τις αγαθές αυτές διαθέσεις και την υπέρμετρη ευγένεια της ΕΔΕΣίτικης Μεραρχίας, οι Τσάμηδες αποδείχθηκαν αμετανόητοι. Ελαβαν και πάλι μέρος στο πλευρό των Γερμανών κατά την μάχη των Αγίων Θεοδώρων, για να καταλάβουν την πόλη της Παραμυθιάς, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Παρ’ όλα αυτά η Διοίκηση της 10ης Μεραρχίας των ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ του Ναπ. Ζέρβα κοινοποιεί προς τους Τσάμηδες την 30 Ιουνίου 1944, νέαν προκήρυξη, στην οποία μεταξύ των άλλων ανέφερε:
“Παρά τον τουφεκισμόν 49 επιφανών κατοίκων της Παραμυθιάς και την ενέργειαν και άλλων εκτελέσεων, ως και προδοτικών πράξεων του Μουσουλμανικού στοιχείου, η Μεραρχία επέδειξε τας πλέον διαλλακτικάς διαθέσεις. Ο Μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλεως απολαμβάνει ήδη ελευθερίας και προστασίας ζωής, τιμής και περιουσίας. Παρά ταύτα εδέχθημεν σήμερον επίθεσιν Γερμανών βοηθουμένων υπό ενόπλων τμημάτων Τουρκαλβανών. Εν τη επιθυμία μας, όπως εξαντλήσωμεν παν μέσον συμφιλιώσεως, διαβεβαιούμεν και πάλιν τους Τουρκαλβανούς της Θεσπρωτίας ότι διαπνεόμεθα υπό των καλλιτέρων και φιλικωτέρων διαθέσεων έναντι αυτών και υποσχόμεθα πλήρη προστασίαν των, προς το συμφέρον σας προσκαλώ όλους, όπως καταθέσετε τα όπλα και ασχοληθείτε με τα ειρηνικά σας έργα. . .”.
Και η προκήρυξη αυτή δεν βρήκε απήχηση στην ψυχή των Τσάμηδων.
Οχι μόνο δεν κατέθεσαν τα όπλα, αλλά με διάφορες πονηριές και κωλυσιεργίες κατόρθωσαν να κερδίσουν τον απαιτούμενο χρόνο για να διώξουν στην Αλβανία τις οικογένειές τους, τις οικοσκευές, τα ποίμνια και τα λεηλατημένα κινητά. Οι ένοπλοι απεχώρησαν μαζί με τα Γερμανικά στρατεύματα στην Αλβανία, όπου έκτοτε παραμένουν. Οσοι από τους Τσάμηδες, τήρησαν φιλική στάση προς τον Χριστιανικό στοιχείο και δεν πήραν μέρος στα ανείπωτα όργια εις βάρος του, δεν τους ακολούθησαν στην Αλβανία. Παρέμειναν στη Θεσπρωτία και ζουν ειρηνικά και φιλικά με τους Ελληνες Χριστιανούς μέχρι σήμερα.
Οσοι εγκατέλειψαν τις εστίες τους, είχαν συνειδητοποιήσει ότι βαρύνονταν με τρομερές εγκληματικές πράξεις, για τις οποίες πίστευαν, ότι θα έπρεπε να λογοδοτήσουν και να υποστούν βαριές κυρώσεις. Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ έκανε νύξη για επαναφορά των Τσάμηδων, αλλά συνάντησε τη λυσσώδη αντίδραση από τους κομμουνιστές της Θεσπρωτίας, που είχαν κι αυτοί δεχτεί στο πετσί τους τις φρικαλεότητες των Τσάμηδων.
Αργότερα ο Εμβέρ Χότζα της Αλβανίας προσέφυγε στα Ηνωμένα Εθνη και ζητούσε την επαναφορά των Τσάμηδων στη Θεσπρωτία, αίτημα, που συνεχίζεται απ’ όλες τις μέχρι σήμερα Αλβανικές Κυβερνήσεις. Είναι ένα αίτημα που είναι απαράδεκτο από την Ελλάδα. Διότι, στο άκουσμά του, θα τρίζουν τα κόκκαλα των εκατοντάδων νεκρών και θυμάτων της θηριωδίας των Τσάμηδων.
Αλλά και οι κάτοικοι της Θεσπρωτίας είναι αδύνατον να συζήσουν με τους φονιάδες των πατέρων τους, τους βιαστές των κοριτσιών τους, τους πυρπολητές των σπιτιών τους, τους άρπαγες της περιουσίας τους, τους προδότες που με κάθε αποτρόπαιο μέσο προσπάθησαν να αλβανοποιήσουν τον τόπο τους.
Και ασφαλώς δεν μπορεί να υπάρχει Ελληνας, που να μη συμμερίζεται τη θέση τους.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: τα εγκλήματα των Τσάμηδων έχουν καταδικασθεί από την Ελληνική Δικαιοσύνη και την Διεθνή κοινή γνώμη.
……………………………………………………………………………………………………
Γ. Κτιστάκης Δ.Ν., Δικηγόρος, ειδικός επιστήμονας της Νομικής Σχολής Κομοτηνής
Περιουσίες Τσάμηδων και Αλβανών στην Ελλάδα
(Άρση του εμπολέμου και διεθνής προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου)
1 / 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ευρΣΔΑ
Περιουσίες Τσάμηδων και Αλβανών στην Ελλάδα
– Άρση του εμπολέμου και διεθνής προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου –
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η περιουσία των Τσάμηδων, κύρια αιτία ρήξης με τον χριστιανικό πληθυσμό στον μεσοπόλεμο
1. ΔΕΔΟΜΕΝΑ
1.1. Γεωγραφία
1.2. Πληθυσμός
1.3. Ιθαγένεια
1.4. Νομοθεσία
1.4.1. Πριν απο το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
1.4.1.1. Νομοθεσία για τα κτήματα των Τσάμηδων και των Αλβανών υπηκόων
1.4.1.1.1. Νομοθετικό Διάταγμα 15ης Φεβρουαρίου 1923
1.4.1.1.2. Νόμος 4816/1930
1.4.1.1.3. Νόμος 5136/1931
1.4.1.1.4. Αναγκαστικός Νόμος 735/1937
1.4.1.2. Εξέταση της νομοθεσίας από την Κοινωνία των Εθνών
1.4.2. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
1.4.2.1. Ποινική νομοθεσία για συνεργάτες των κατακτητών
1.4.2.2. Νομοθεσία για αποκατάσταση ακτημόνων
1.4.2.3. Επιεικείς ρυθμίσεις για συνεργάτες των κατακτητών
1.4.2.4. Νομοθεσία για πολιτικούς πρόσφυγες
1.5. Διμερείς ελληνοαλβανικές σχέσεις
1.5.1. Μέχρι την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου
1.5.1.1. Ελληνοαλβανικές συμβάσεις
1.5.1.2. Αλβανική προσφυγή στην Κοινωνία των Εθνών
1.5.2. Μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου
1.5.2.1. Μεσεγγυήσεις
1.5.2.2. Αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων
1.5.2.3. Άρση του εμπόλεμου
1.5.2.4. Ελληνοαλβανικό Σύμφωνο φιλίας
2. ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ
2.1. Αλβανικές περιουσίες (μεσεγγυήσεις)
2.1.1. Εσωτερικό δίκαιο
2.1.2. Διεθνές δίκαιο
2.1.2.1. Η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης
2.1.2.2. Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ)
2.1.2.2.1. Η διάκριση λόγω «εθνικής διαγωγής»
2.1.2.2.2. Η διάκριση λόγω «ελληνικής καταγωγής»
2.1.2.2.3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
2.1.2.3. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)
2.1.2.3.1. Η απόλαυση της περιουσίας
2.1.2.3.2. Η απαγόρευση των διακρίσεων
2.1.2.3.3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
2.1.3. Συνολικό συμπέρασμα
2.2. Περιουσίες δοσίλογων
2.2.1. Δικαίωμα στην περιουσία και ΕΣΔΑ
2.2.2. Απαγόρευση διακρίσεων και ΔΣΑΠΔ
2.2.3. Συμπέρασμα
2.3. «Εγκαταλελειμμένα» ακίνητα των Τσάμηδων την δεκαετία του ’50
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ (συνοπτικά)
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η περιουσία των Τσάμηδων, κύρια αιτία ρήξης με τον χριστιανικό πληθυσμό στο μεσοπόλεμο
Τα περιουσιακά στοιχεία των Τσάμηδων αποτέλεσαν τον κύριο λόγο ρήξης με τον χριστιανικό πληθυσμό κατά τον μεσοπόλεμο. Οι ξένες επεμβάσεις (Αλβανίας και Ιταλίας) δεν ήταν ασήμαντες. Ωστόσο, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα είχαν βρει έδαφος αν δεν υπόβοσκε η αγωνία των Τσάμηδων για την πράγματι σημαντική περιουσία τους.
Σε αυτό το συμπέρασμα συγκλίνουν τα ακόλουθα:
Όταν η Τσαμουριά1 πέρασε στην Ελλάδα κατά τους Βαλκανικούς πολέμους, οι περισσότεροι Τσάμηδες επέλεξαν την ελληνική ιθαγένεια, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Συνθήκης των Αθηνών του 1913. Κύρια εξήγηση της επιλογής της ελληνικής ιθαγένειας ήταν η διατήρηση των μεγάλων τσιφλικιών τους στην Ήπειρο2.
Με την εφαρμογή του νόμου 2521/19203, ξέσπασε δυσφορία ανάμεσα στους Τσάμηδες γιατί πολλοί από αυτούς ήταν ιδιοκτήτες γης, ζούσαν αποκλειστικά σχεδόν από το γεώμορο και θεώρησαν τις αποζημιώσεις, που τους επιδικάστηκαν για τη σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου παραχώρηση της σοδειάς στους κολλήγους, ανεπαρκείς4.
Ανησυχία στην περιοχή προκάλεσε και το από 22 Νοεμβρίου 1922 νομοθετικό διάταγμα «Περί επιτάξεως ακινήτων δι’ εγκατάστασιν προσφύγων και απαλλοτριώσεως οικοπέδων δι’ ανέργεσιν προσφυγικών συνοικισμών»5, αν και η εφαρμογή του φέρεται να έγινε στην Τσαμουριά με «πνεύμα επιείκειας»6.
Η πιεστική ανάγκη αποκατάστασης των προσφύγων από την Μ. Ασία οδήγησε λίγο αργότερα στην δέσμευση ή και στην απαλλοτρίωση, μεταξύ άλλων, και κτημάτων των Τσάμηδων7. Μάλιστα, με απόφαση του Ν. Πλαστήρα επετράπη η κατάληψη των ακινήτων εν γένει και προ της καταβολής αποζημίωσης. Σε διπλωματικό επίπεδο, αυτό προκάλεσε συνεχείς αλβανικές κατηγορίες σε βάρος της Ελλάδας στην Κοινωνία των Εθνών8. Σε διμερές επίπεδο, η αλβανική κυβέρνηση πίεσε για την ειδική ρύθμιση, μέσω συμφωνίας, των αποζημιώσεων των περιουσιακών στοιχείων των μουσουλμάνων «αλβανικής φυλής ή υπηκοότητας»9. Σε τοπικό επίπεδο, οι σχέσεις Τσάμηδων (μουσουλμάνων) και χριστιανών (προσφύγων και μη) εντάθηκαν κατακόρυφα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι τον Φεβρουάριο του 1925 εγκαταστάθηκαν 18.000 πρόσφυγες από την Μ. Ασία στα χωριά των μουσουλμάνων που θεωρήθηκαν ανταλλάξιμοι και ετοιμάστηκαν να φύγουν για Τουρκία. Όμως, η ανταλλαγή ματαιώθηκε (μεσολάβησε ξαφνική απόφαση του στρατηγού Πάγκαλου της 23ης Ιανουαρίου 1926) και οι Τσάμηδες επέστρεψαν στα σπίτια τους και στα χωράφια τους στα οποία είχαν ήδη εγκατασταθεί οι χριστιανοί πρόσφυγες. Η τριβή μεταξύ των δύο ομάδων πληθυσμού μετριάστηκε μόνο μετά την άνοιξη του 1926 όταν σταδιακά οι πρόσφυγες μετακινήθηκαν προς τη Θεσσαλία10.
Ο αγροτικός νόμος του 1926 με τα άρθρα 3 και 5 διαφοροποίησε τις περιοχές Θεσσαλίας, Άρτας, Ηπείρου, Μακεδονίας και Θράκης. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις επέτρεπε την απαλλοτρίωση και στα κάτω των 30 εκταρίων κτήματα. Ο λόγος ήταν ότι σε αυτές τις περιοχές εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες. Έτσι, όμως, πλήττονταν οι μικροϊδιοκτήτες Τσάμηδες11.
Το 1926 υπογράφηκαν από τον στρατηγό Πάγκαλο τέσσερις διμερείς συμβάσεις με την Αλβανία12. Λίγο μετά την ανατροπή του (πάντοτε το 1926), εισήχθησαν στην Βουλή για κύρωση. Η μία από αυτές («Περί εγκαταστάσεως και προξενικής υπηρεσίας») αποσύρθηκε τελευταία στιγμή από την συζήτηση στην κοινοβουλευτική επιτροπή γιατί στο άρθρο 3 όριζε ότι οι Αλβανοί υπήκοοι, κτήματα των οποίων στην Ελλάδα έχουν απαλλοτριωθεί, δικαιούνταν αποζημίωση μεγαλύτερη από εκείνη που προβλεπόταν βάσει της αγροτικής νομοθεσίας.
Η κυβέρνηση Βενιζέλου, επιθυμώντας την ηρεμία στον πληθυσμό της Τσαμουριάς, ψήφισε το 1930 και το 1931 ειδικούς νόμους για την «εύλογη» (ευνοϊκή) αποζημίωση των Τσάμηδων και την ταχύτερη διευθέτηση των περιουσιακών εκκρεμοτήτων13.
Αντιθέτως, η δικτατορία του Μεταξά υιοθέτησε το 1937 νόμο για την αναγκαστική απαλλοτρίωση των υπολειπόμενων αλβανικών περιουσιών στο όνομα του αναδασμού της γης. Η καταβολή των σχετικών αποζημιώσεων καθυστέρησε υπερβολικά.
Οι προηγούμενες επεμβάσεις στα περιουσιακά στοιχεία των Τσάμηδων οδήγησαν στον προοδευτικό εκτοπισμό τους από γη και σπίτια με αποτέλεσμα, αφενός τα τοπικά μίση14, αφετέρου την αναζήτηση ξένου προστάτη στην υπό Ιταλική κατοχή (1939) «Μεγάλη Αλβανία»15. Ήδη, πριν τον Οκτώβριο του 1940 χίλιοι πεντακόσιοι Τσάμηδες είχαν εκτοπισθεί στην Χίο, στην Κρήτη και σε άλλες απόμακρες περιοχές της χώρας16. Η ρήξη με το κεντρικό ελληνικό κράτος συντελέστηκε ουσιαστικά πριν τον πόλεμο εξαιτίας των περιουσιακών στοιχείων των Τσάμηδων17.
1. ΔΕΔΟΜΕΝΑ
1.1.Γεωγραφία
Τσαμουριά λεγόταν η περιοχή της Ηπείρου που εκτείνεται, παραλιακά, από τις εκβολές του Αχέροντα μέχρι το Βουθρωτό και, ανατολικά, ως τις υπώρειες της Ολύτσικας. Ένα μικρό τμήμα περιήλθε στην Αλβανία. Το 1923, το ελληνικό τμήμα της αποτελούσαν οι περιφέρειες των υποδιοικήσεων Παραμυθιάς, Φιλιατών και Μαργαριτίου18. Πρόκειται, δηλαδή, για την σημερινή Θεσπρωτία.
1.2.Πληθυσμός
Το 1923 στην Τσαμουριά ζούσαν 20.319 μουσουλμάνοι που είχαν τα αλβανικά ως μητρική γλώσσα19. Το 1925 η αλβανική κυβέρνηση έδωσε τον αριθμό των 25.000 μουσουλμάνων20. Από την απογραφή του 1928 προέκυψε ότι στην Ήπειρο ζούσαν 17.008 μουσουλμάνοι αλβανικής γλώσσας21. Το 1938 αναφέρθηκαν από την Γενική Διοίκηση Ηπείρου 17.311 αλβανομουσουλμάνοι στην περιοχή22. Η επεξεργασία των αποτελεσμάτων του 1940 δεν ολοκληρώθηκε ποτέ αλλά σύμφωνα με μία πηγή οι μουσουλμάνοι της περιοχής ανέρχονταν σε 16.66123. Σύμφωνα με μία άλλη -πιο αξιόπιστη- πηγή, οι μουσουλμάνοι ανέρχονταν σε 21.000 έως 22.00024. Τέλος, οι ιταλοί υπολόγισαν το 1941, κατά τρόπο όμως υπερβολικό, ότι στην περιοχή κατοικούσαν 26.000 χριστιανοί Αλβανοί Τσάμηδες, 28.000 μουσουλμάνοι Αλβανοί Τσάμηδες έναντι μόνο 20.000 Ελλήνων25.
Το 1947 αναφέρονται 113 Τσάμηδες στην περιφέρεια της Πάργας, εκ των οποίων 7 είναι άντρες και 79 γυναίκες26. Η δε απογραφή του 1951 αναφέρει στην Ήπειρο 127 μουσουλμάνους αλβανικής γλώσσας27.
Σύμφωνα με μία πρόσφατη πηγή28, σήμερα στο νομό Θεσπρωτίας διαμένουν 44 Τσάμηδες οι περισσότεροι των οποίων έχουν γεννηθεί (στην Ελλάδα) μετά το 1948 και συγκεκριμένα: 7 άτομα στα Σύβοτα (πρώην Μούρτος), 12 στον Αργυρότοπο (συνοικισμός Πολυνέρι, πρώην Κούτσι) και 25 στη Μαζαρακιά (συνοικισμός «Κόντρα»).
1.3.Ιθαγένεια
Ήδη από το 1913, βάσει της συνθήκης των Αθηνών (άρθρο 4), οι περισσότεροι Τσάμηδες επέλεξαν την ελληνική ιθαγένεια.
Οι λίγοι, που επέλεξαν την οθωμανική ιθαγένεια το 1913, έφυγαν για την Τουρκία. Εξαιτίας όμως των κακών συνθηκών διαβίωσης στην Τουρκία, ξαναγύρισαν στην Ελλάδα29. Κατάφεραν να παραμείνουν στην Ελλάδα και προκύπτει ότι ανακάλεσαν την απόφασή τους και το 1920 ξαναεπέλεξαν την ελληνική ιθαγένεια30. Μεταγενέστερα, όταν προέκυψε το ζήτημα της ανταλλαγής των πληθυσμών, 700 από αυτούς εμφανίστηκαν εκ νέου ως Οθωμανοί, πήραν άδεια από την επιτροπή ανταλλαγής και αναχώρησαν για Τουρκία αφού πρώτα πούλησαν τα υπάρχοντά τους. Εντούτοις, για λόγους γραφειοκρατικούς δεν κατέστη δυνατή η αναχώρηση άλλων 24 οικογενειών από αυτούς. Τελικά το νομικό τμήμα της Κοινωνίας των Εθνών έκρινε ότι όποιος δεν εγκατέλειψε την Ελλάδα ως τις 20.7.1927 πρέπει να θεωρείται έλληνας υπήκοος31.
Τέλος, ως προς την εθνοτική καταγωγή, σύμφωνα με την επίσημη ελληνική32, αλβανική33 και τουρκική34 θέση κατά την συνδιάσκεψη της Λωζάνης (1923) αλλά και την θέση του γενικού γραμματέα της Κοινωνίας των Εθνών35, οι Τσάμηδες ήταν μουσουλμάνοι, Έλληνες υπήκοοι, αλβανικής καταγωγής [που δεν είχαν τουρκική συνείδηση και οι οποίοι γεννήθηκαν είτε στην τότε Αλβανία (έτος 1923), είτε στην τότε Ελλάδα (1923) από πατέρα που γεννήθηκε στην τότε Αλβανία]36.
1.4.Νομοθεσία
1.4.1.Πριν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
Διακρίνονται δύο υποκατηγορίες: η νομοθεσία για τα περιουσιακά στοιχεία των Τσάμηδων και των Αλβανών υπηκόων και ο έλεγχός της από την Κοινωνία των Εθνών.
1.4.1.1.Νομοθεσία για τα κτήματα των Τσάμηδων και των Αλβανών υπηκόων
Οι επεμβάσεις του έλληνα νομοθέτη είναι συχνές και αιτιολογούνται από την πιεστική ανάγκη αντιμετώπισης του προσφυγικού ρεύματος. Αφορούν και τα αστικά ακίνητα και τα αγροτικά ακίνητα των Τσάμηδων και των Αλβανών υπηκόων.
1.4.1.1.1.Νομοθετικό διάταγμα 15ης Φεβρουαρίου 192337
Με το νομοθετικό αυτό διάταγμα θεσπίστηκε η παραχώρηση δημοσίων, δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων καθώς και η ολοκληρωτική αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιωτικών για την αποκατάσταση επίμορτων καλλιεργητών και προσφύγων. Ως αποζημίωση, η οποία θα καταβάλλονταν σε ομολογίες, οριζόταν όχι η τρέχουσα αξία των κτημάτων αλλά η τιμή που αυτά κατά μέσον όρο είχαν στην πριν από το τέλος του 1914 πενταετία -με μία δυνητική προσαύξηση 40%. Η αποζημίωση των μισθωμένων κατοικιών θα καταβάλλονταν με βάση την τρέχουσα τιμή (1923).
Είχε προηγηθεί απόφαση του Ν. Πλαστήρα με την οποία επετράπη η κατάληψη των ακινήτων εν γένει και προ της καταβολής αποζημίωσης38.
1.4.1.1.2. Νόμος 4816/193039
Ο νόμος 4816/1930 επεδίωξε την επαύξηση της αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα κτήματα των Τσάμηδων. Συγκεκριμένα:
(α) αναγνωριζόταν, κατά παρέκκλιση του αγροτικού νόμου του 1926, δικαίωμα έφεσης στους Τσάμηδες εντός τριμήνου σε οριστικές δικαστικές αποφάσεις με σκοπό την επαύξηση του τιμήματος των απαλλοτριωθέντων κτημάτων τους ενώ η άσκηση της έφεσης δεν έφερε αναστολή της απευθείας καταβολής των 3/4 της πρωτοδίκως ορισθείσης αποζημίωσης,
(β) διπλασίαζε την αρχικώς ορισθείσα αποζημίωση για εκείνους τους Τσάμηδες που επέλεγαν να μην ασκήσουν το ανωτέρω δικαίωμα έφεσης και, συγχρόνως, κατείχαν άνω των 300 στρεμμάτων έκταση και
(γ) παρείχε δικαίωμα στον Υπουργό Γεωργίας να επαναπέμπει στην Επιτροπή Απαλλοτριώσεως όσες υποθέσεις παραβίαζαν το Σύνταγμα ή ο αγροτικός νόμος ή αγνοήθηκαν πραγματικά περιστατικά με αποτέλεσμα την εκ νέου αναγνώριση των ιδιοκτητών και τον επαναπροσδιορισμό του ύψους της αποζημίωσης.
1.4.1.1.3. Νόμος 5136/193140
Ο νόμος στόχευσε:
(α) στην αναγνώριση δικαιώματος απευθείας μεταβίβασης των απαλλοτριωθέντων κτημάτων των Τσάμηδων στους κληρούχους πρόσφυγες αν δεν είχε, ήδη, ολοκληρωθεί η καταβολή του τιμήματος της απαλλοτρίωσης και (β) σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στην αποζημίωση των Τσάμηδων πέραν του καθορισθέντος από τα δικαστήρια τιμήματος της απαλλοτρίωσης.
Και οι δύο νόμοι, ο 4816/1930 και ο 5136/1931, δεν έφεραν αποτελέσματα εξαιτίας των μεγάλων αντιθέσεων σε τοπικό επίπεδο41 και της συντηρητικής στροφής των ελληνικών κυβερνήσεων42.
1.4.1.1.4.Αναγκαστικός Νόμος 735/193743
Ο νόμος στόχευσε:
(α) στην αναγκαστική απαλλοτρίωση των υπολειπομένων αλβανικών περιουσιών, τα οποία βρίσκονται υπό το Δημόσιο ή την Εθνική Τράπεζα, ως διαχειρίστριας της ανταλλαξίμου μουσουλμανικής περιουσίας, και (β) την αποζημίωση των ιδιοκτητών μετά από γνωμοδότηση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως.
Σύμφωνα με μία πηγή, οι καθυστερήσεις στην καταβολή των αποζημιώσεων υπήρξαν προκλητικές44.

Η συνέχεια στο http://www.tilegrafima.gr/ethnika/tsamouria-tsamides-deite-ta-egklimata-tous/
paramythia-online.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου