Μπορείτε να μας βρείτε σε ένα ιστολόγιο για την ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ...ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ 2 και ένα ιστολόγιο για την ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ...ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ 3.Με τιμή,
Πελασγός και συνεργάτες


ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ : Η "ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ" ΠΕΡΝΑΕΙ ΣΕ ΦΑΣΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΤΟΠΟΥ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΙ.. ΣΥΝΤΟΜΑ...


«Το Γένος ποτέ δεν υποτάχθηκε στο Σουλτάνο! Είχε πάντα το Βασιλιά του, το στρατό του, το κάστρο του. Βασιλιάς του ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, στρατός του οι Αρματωλοί και κλέφτες, κάστρα του η Μάνη και το Σούλι»

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΥΖΑΝΤΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΥΖΑΝΤΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Γεώργιος Γεμιστός- Πλήθων: Η ζωή και το έργο του τελευταίου σοφού του Βυζαντίου


Ποιος ήταν ο Γεώργιος Γεμιστός- Πλήθων, ο τελευταίος σοφός του Βυζαντίου; 

Στο σημερινό μας άρθρο, θα ασχοληθούμε με τον τελευταίο και σπουδαιότερο Βυζαντινό σοφό και ταυτόχρονα "πρώτο Νεοέλληνα", τον Γεώργιο Γεμιστό - Πλήθωνα. 


Η ζωή και η δράση του

Ο Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη γύρω στο 1360. Σε κάποιες πηγές, γράφεται ότι γεννήθηκε το 1355. Ενώ ο μαθητής του Βησσαρίων αναφέρει "Plethon  Constantinopolitanus" ("Πλήθων Κωνσταντινουπολίτης")και την ίδια άποψη εκφράζουν στην επιτάφιο προσφώνησή του και ο μαθητής του Ερμώνυμος αλλά και ο φανατικός εχθρός του Γεώργιος Σχολάριος (Γεννάδιος), ο Δούκας γράφει: "Ο Γεμιστός ο εκ Λακεδαιμονίας".

Πάντως, σίγουρα ο Πλήθων απέκτησε στην Κωνσταντινούπολη εξαιρετική κλασική παιδεία και μυήθηκε στον Πλατωνισμό, ο οποίος γνώριζε νέα άνθηση και ανακτούσε το χαμένο έδαφος από τον Αριστοτελισμό, ο οποίος είχε χρησιμοποιηθεί για την θεμελίωση του Χριστιανισμού.
Γύρω στο 1380, έφυγε από την Βασιλεύουσα και πήγε στην Αδριανούπολη, πρωτεύουσα του Οθωμανού ηγεμόνα Μουράτ Α' ο οποίος επιδεικνύοντας πνεύμα ανεξιθρησκίας είχε μετατρέψει την πόλη σε κέντρο συνάντησης προσωπικοτήτων και ρευμάτων. Εκεί, από τον Ελισαίο, Ιουδαίο στην καταγωγή, διδάχθηκε τον ζωροαστρισμό και την πολυθεΐα. Μετά τον θάνατο του Ελισαίου (κάηκε ζωντανός κατά τον Κ. Σάθα) και οπωσδήποτε μετά το 1393, εγκαταστάθηκε στη Λακεδαίμονα και συγκεκριμένα στον Μυστρά.

Πριν αναχωρήσει για τη Λακεδαίμονα, ο Πλήθων φαίνεται ότι είχε σχηματίσει σαφή άποψη σχετικά με το ποιος και τι ευθύνεται για την παρακμή του Βυζαντίου και για τον Χριστιανισμό ως κυρίαρχη θρησκεία του. Πίστευε ότι ο κρατικός οργανισμός του Βυζαντίου είναι κλονισμένος και πως μαζί με την κακή εκκλησιαστική διοίκηση και τον πληθωρικό κρατικό μηχανισμό, αποτελούσαν τις αιτίες για την αδυναμία της αυτοκρατορίας να αντιδράσει και να ανορθωθεί.

Στον Μυστρά, ο Πλήθων έδρασε ως δάσκαλος και δικαστής, κυρίως όμως, ως σοφός φιλόσοφος και συγγραφέας, με πιστούς μαθητές-οπαδούς.

Ανάμεσα στο 1416 και το 1423, συνέταξε υπομνήματα προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β' Παλαιολόγο ("Περί των εν Πελοποννήσω Πραγμάτων") και τον δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρο Β' Παλαιολόγο ("Συμβουλευτικός περί της Πελοποννήσου") στα οποία περιέχονται διορατικές προτάσεις για την άμυνα της Πελοποννήσου, την οποία θεωρούσε λίκνο των ευγενέστερων ελληνικών φύλων και πίστευε ότι από αυτή θα μπορούσε να ξεκινήσει η σωτηρία της Αυτοκρατορίας. 

Διατύπωσε ακόμα μια σειρά από πρωτοποριακές προτάσεις (αναδασμός της γης, τόνωση της χειρωνακτικής εργασίας, εθνική παραγωγή και εμπόριο, διοικητική αναδιοργάνωση, φορολογία, κρατικές δαπάνες, εθνικοποίηση του στρατού, ποινές κ.ά.).

Ο Πλήθων ξεχώριζε όμως για την ελληνική αυτοσυνειδησία του. Γράφει χαρακτηριστικά απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα Μανουήλ: "Έλληνες εσμέν το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί".

Στις αρχαίες ελληνικές αξίες έβλεπε την πνευματική υποδομή της νέας ανορθωτικής πολιτικής που έπρεπε να ακολουθήσει το Βυζάντιο.

Για τις υπηρεσίες που πρόσφερε, συμβουλευτικές και ίσως δικαστικές προς τους αυτοκράτορες και τους δεσπότες του Μυστρά, ανταμείφθηκε με κάποιες παροχές: "Κατά Νοέμβριον του 1427 Θεόδωρος ο δεσπότης δι' αργυροβούλου έδωκε τιμάριον τω Γεμιστώ τα εν Λακεδαίμονι Κάστρον και χώραν Φαναρίου και Βρύσεως∙ κατά Οκτώβριον του 1428 ο αυτοκράτωρ Ιωάννης επεκύρωσε τω Γεμιστώ δια χρυσοβούλου τ' άνω κτήματα, δι' αργυροβούλου δε Δημήτριος ο Παλαιολόγος επεκύρωσε κατά Ιούλιο του 1450 ταυτά κτήματα τοις υιοίς του Γεμιστού Δημητρίω και Ανδρονίκω" (Κ. Σάθας, απόδοση από το "Acta et Diplomata" του Miklosich, σελ. 175 και 225).

Σε αυτές τις "παροχές" στέκονται κάποιοι πολέμιοι του Πλήθωνα, οι οποίοι του καταλογίζουν ανακολουθία ανάμεσα σε όσα δίδασκε και όσα έπραττε…

Πάντως ο Πλήθων εκείνη την εποχή, είχε πάρει σαφή θέση στη διαμάχη πλατωνικών και αριστοτελικών, τασσόμενος με το μέρος του Πλάτωνα, τον οποίο έβλεπε συνολικά ως πολιτικό παιδαγωγό κα από το έργο του αντλούσε ιδέες για μια γενική μεταρρύθμιση στη ζωή του Βυζαντίου.

Ήταν δύσπιστος απέναντι στον Αριστοτέλη, κυρίως λόγω του "εκχριστιανισμού" του στη δυτική μεσαιωνική παράδοση, η οποία είχε μεταφερθεί και στο Βυζάντιο από τις μεταφράσεις έργων του Θωμά Ακινάτη.

Ο Πλήθων στη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας
Το 1428, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Παλαιολόγος που περιόδευε την Πελοπόννησο, συμβουλεύθηκε τον Πλήθωνα για το φλέγον ζήτημα της εποχής, την Ένωση των δύο Εκκλησιών. Ο ίδιος αυτοκράτορας, ο Ιωάννης Η' του ζήτησε δέκα χρόνια αργότερα να είναι μέλος της πολυμελούς αντιπροσωπείας που θα συμμετείχε στη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας για την Ένωση των δύο Εκκλησιών. Η απόφαση αυτή του Πλήθωνα, δεν μπορεί να ερμηνευτεί εύκολα. Ενώ βρισκόταν στον Μυστρά, είχε εκφραστεί με απαισιοδοξία για την επιτυχία του όλου εγχειρήματος και είχε αποδοκιμάσει την αποστολή των επισκόπων της Ανατολικής Εκκλησίας στη Δύση, ως πράξη ατιμωτική.



Ήδη όμως ο Πλήθων, οραματιζόταν τη δημιουργία ενός κόσμου όπου ο Χριστιανισμός θα αποτελούσε παρελθόν και θα ήταν μόνο μια μικρή παρένθεση στη ζωή του Ελληνισμού. Μόνο έτσι, πίστευε ο Πλήθων, ο Ελληνισμός θα επανερχόταν στις ρίζες του και θα αναγεννιόταν.
Σύμφωνα με όσα γράφει ο Γεώργιος Τραπεζούντιος, στο πόνημά του "Σύγκρισις Πλάτωνος και Αριστοτέλους", όταν ο Πλήθων βρισκόταν στη Φλωρεντία, είπε ότι σύντομα όλοι οι άνθρωποι "μια ψυχή και καρδία", θα ασπάζονταν μία θρησκεία. Και όταν ο Τραπεζούντιος τον ρώτησε αν αυτή θα ήταν ο Χριστιανισμός ή το Ισλάμ, ο Πλήθων του απάντησε, ούτε η μία ούτε η άλλη αλλά η "πατρώα", δηλ. η ειδωλολατρία, ο παγανισμός.

Παρόλα αυτά, ο Πλήθων φαίνεται ότι πήρε ενεργά μέρος τόσο στην "Προσύνοδο" της Φεράρα (1438) όπου ήταν μέλος της επιτροπής για την κατάρτιση των προπαρασκευαστικών εργασιών κάθε τμήματος όσο και στη Φλωρεντία, όπου όπως γράφει ο Σίλβεστρος ο Συρόπουλος που διέσωσε τα πρακτικά της Συνόδου, ο Πλήθων αναίρεσε πολλά από τα επιχειρήματα των Λατίνων ως σοφιστείες και συνέβαλε στο να μην υποκύψουν σε ατιμωτικές υποχωρήσεις οι ιεράρχες της Ανατολικής Εκκλησίας. 

Ο Πλήθων δεν υπόγραψε τα πρακτικά της Ένωσης των δύο Εκκλησιών που γιορτάστηκε μεγαλοπρεπώς στο ναό της Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε στη Φλωρεντία, στις 6 Ιουλίου 1439.
Στη Φλωρεντία όμως, ο Πλήθων βρήκε την ευκαιρία να αναπτύξει στον Κόζιμο των Μεδίκων την πλατωνική φιλοσοφία. Ο Κόζιμο ενθουσιάστηκε και ξεκίνησε τη δημιουργία μιας Πλατωνικής Ακαδημίας.

Κατά την παραμονή του στην Ιταλία, φαίνεται ότι ο Γεμιστός άλλαξε και το όνομά του σε "Πλήθων", πιθανότατα, όπως γράφει και ο Μαρσίλιο Φίτσινο, λόγω της ομοιότητας που παρουσιάζουν τα ονόματα Pletho και Plato στα λατινικά. Η αλλαγή του ονόματός του προκάλεσε αντιδράσεις. Ο Γεώργιος Τραπεζούντιος, ο Μανουήλ ο ρήτορας και ο Ματθαίος Καμαριώτης τον κατηγόρησαν για ξεκάθαρη στροφή προς τον εθνισμό. Μάλιστα, ο τελευταίος γράφει χαρακτηριστικά: "υπό των δαιμόνων εδιδάχθη ο Γεμιστός να προσλάβει το εθνικόν εκείνον όνομα".

Στη Φλωρεντία, μετά από παρότρυνση των θαυμαστών του, ο Πλήθων έγραψε το πόνημα: "Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα Διαφέρεται", που προκάλεσε πολλές συζητήσεις και εντάσεις ανάμεσα στους οπαδούς των δύο μεγάλων αρχαίων στοχαστών.

Το 1441, ο Πλήθων επέστρεψε στη Λακεδαίμονα, όπου τον επισκέφθηκε ο Φραγκίσκος Φίλελφος και τον βρήκε υπέργηρο. Από τότε ως τον θάνατό του, ο Πλήθων ασχολήθηκε με το έργο του "Περί Νόμων" ή "Νόμων Συγγραφή", το οποίο είχε σχεδιάσει πριν φύγει για την Ιταλία και όπου εξέθεσε τους στοχασμούς του. 



Ο Πλήθων πέθανε στη Σπάρτη στις 26 Ιουνίου 1452, ημέρα Δευτέρα, γύρω στη 1 π.μ. όπως προκύπτει από "ενθύμηση" χειρογράφων της Βιβλιοθήκης του Μονάχου που δημοσίευσε ο Σπυρίδων Λάμπρος στο "Νέο Ελληνομνήμονα" το 1910.

Οι φίλοι και μαθητές του (Βησσαρίων, Μανουήλ Χρυσολωράς, Γρηγόριος μοναχός, Ιερώνυμος Χαριτώνυμος, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης κ.ά.) πένθησαν την απώλεια του δασκάλου τους με κείμενα που υμνούν τη σοφία και την αρετή του.

Ακόμα και οι αμείλικτοι εχθροί του Γ. Σχολάριος και Γ. Τραπεζούντιος παραδέχονταν ότι ο Πλήθωνας ήταν ο πλέον σοφός άνδρας του 15ου αιώνα. 

Το φιλοσοφικό - θρησκευτικό σύστημα του Πλήθωνα 

Ο φιλοσοφικός θρησκευτικός στοχασμός του Πλήθωνα έχει αφετηρία τον Πλάτωνα, στην ύπαρξη των άφθαρτων και αιώνιων ιδεών και την αποδοχή της Ειμαρμένης.
Προεξέχουσα θεότητα είναι ο Δίας, από τον οποίο αντλούν την ύπαρξή τους όλες οι άλλες θεότητες. Η Ειμαρμένη αποτελεί το μέσο με το οποίο ο Δίας κυβερνά το Σύμπαν. Η ανθρώπινη ψυχή χωρίζεται σε αθάνατη και φθαρτή. Ο άνθρωπος οφείλει κατά τον Πλήθωνα, μέσω των πράξεών του, κυρίως με την τήρηση της ευνομίας, να μοιάσει στις ανώτερες νοήσεις, οι οποίες αποτελούν εμφανίσεις του Θείου. 



Όπως γράφει ο Κ. Σάθας, με τη διδασκαλία του Πλήθωνα, ο Χριστιανισμός στην Ελλάδα και την Ιταλία κινδύνευσε σοβαρά. Ο Πλήθωνας, συνεχίζει ο Κ. Σάθας, είχε ιδρύσει στη Σπάρτη μια Σχολή που είχε στοιχεία από τα Ελευσίνια Μυστήρια και είχε πολλούς πιστούς μαθητές - οπαδούς. Πολλοί από αυτούς λάτρευαν τα αγάλματα των θεών της αρχαιότητας.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βησσαρίωνα. Αλλά και στην Ιταλία, είχε αρχίσει να αναγεννάται ο πολυθεϊσμός. Ο Πέτρος ο Καλαβρός, μαθητής του Πλήθωνα, όχι μόνο ίδρυσε στη Ρώμη νεοπλατωνική Ακαδημία αλλά και μπροστά στους Πάπες διατυμπάνιζε ότι θα καταργήσει τον Χριστιανισμό. 


Στην Πλατωνική Ακαδημία της Φλωρεντίας καιγόταν λιβάνι και σίγουρα κάποιοι κόκκοι του, καταλήγει ο Σάθας, υπήρχαν και για τον Πλήθωνα…

Το 1465 (ή 1466) Ιταλοί θαυμαστές του με επικεφαλής τον ηγεμόνα του Ρίμινι, Σιγκισμόντο Μαλατέστα, εισέβαλαν στον Μυστρά και πήραν τα οστά του Πλήθωνα και τα μετέφεραν στην ιταλική πόλη όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα σε μαρμάρινη λάρνακα στον καθεδρικό ναό του Αγίου Φραγκίσκου. 



Πλήθων και Σχολάριος 

Όπως είπαμε, υπήρχε μεγάλη αντιπαλότητα ανάμεσα στον Πλήθωνα και τον Σχολάριο, ο οποίος όμως, όπως κι ο Γεώργιος Τραπεζούντιος, παραδέχονταν την αξία του Πλήθωνα. "Ο λόγος του Πλήθωνα δεν ήταν κατώτερος του Πλάτωνα" έγραφε ο Τραπεζούντιος. Μετά τον θάνατο του Πλήθωνα, ένα αντίτυπο του "Περί Νόμων" έφτασε στα χέρια του Σχολάριου, ο οποίος μόλις το διάβασε, θεωρώντας επικίνδυνη τη διάδοσή του, το έκαψε δημόσια, ζητώντας από όσους είχαν αντίτυπά του να το καταστρέψουν.

"Ασεβέστατο και αφρονέστατο" χαρακτήρισε το "Περί Νόμων" ο Σχολάριος, η πράξη του οποίου να το κάψει, προκάλεσε τη γενική κατακραυγή. Ο Δημήτριος Ράλλης όμως, διέσωσε αρκετά αποσπάσματα, ενώ αργότερα, περισσότερα ο C. Alexandre. 

Μερικές από τις "διατάξεις" των νόμων αυτών έχουν προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Οι ομοφυλόφιλοι, οι μοιχοί, οι βιαστές και κτηνοβάτες πρέπει να καίγονται στη φωτιά. Ομοίως και οι μαστροποί. Οι μοιχαλίδες πρέπει να παραδίδονται στις υπεύθυνες των οίκων ανοχής και αφού τις κουρέψουν, να περάσουν την υπόλοιπη ζωή τους στην πορνεία.

Όσοι επίσης διδάσκουν θεωρίες αντίθετες προς τις "δικές μας απόψεις" έγραφε ο Πλήθων, πρέπει να καταδικάζονται σε θάνατο στην πυρά. 



"Ισλαμολάτρη" τον χαρακτηρίζει η Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ. Εμείς μπορούμε να σημειώσουμε ότι ο Πλήθων δεχόταν την πολυγαμία για τους άντρες όχι όμως και για τις γυναίκες.

Το συγγραφικό έργο του Πλήθωνα ήταν τεράστιο. Η επίδραση που άσκησε στους σύγχρονους αλλά και στους μεταγενέστερους ήταν πολύ μεγάλη. Το 1459 ιδρύθηκε στη Φλωρεντία η Πλατωνική Ακαδημία των Μεδίκων. Σημαντική ήταν η δράση των μαθητών του, κυρίως του Βησσαρίωνα, όπως και των Μαρσίλιο Φιτσίνο και Πίκο ντε λα Μιράντολα.

Ο αείμνηστος φιλόσοφος και ακαδημαϊκός Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος (1900-1981) ίδρυσε το 1975 στη Μαγούλα της Σπάρτης φιλοσοφική σχολή που την ονόμασε προς τιμήν του "Ο Πλήθων".

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Β΄ ΛΑΣΚΑΡΗΣ: Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ, ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ


 Κείμενο του (Καστροπολίτη) Ιωάννη Α.  Σαρσάκη

Ήταν μια φορά ένα πριγκιπόπουλο, μοναχογιός και μονάκριβος, ο οποίος ντύθηκε και στολίστηκε με ακριβά και χρυσοκέντητα ρούχα για να λάβει μέρος στο κυνήγι.
Καβάλα πάνω στ’ άλογο προχωράει και σε κάποια στιγμή συναντάει τον πατέρα του, τον βασιλιά των Ρωμαίων (Ρωμηών). Ο βασιλιάς τον είχε προσέξει από μακριά, όπως ερχότανε, και το πρόσωπό του πήρε μια στενάχωρη όψη. Όταν φθάσανε σε πολύ κοντινή απόσταση το πριγκιπόπουλο ετοιμάστηκε να χαιρετήσει τον πατέρα του, αλλά εκείνος έκανε πως δεν τον είδε και προχώρησε στο δρόμο του. Ο πρίγκιπας ξαφνιάστηκε με τη συμπεριφορά του γονιού του, και αμέσως έτρεξε να τον προλάβει και να τον ρωτήσει για ποιο λόγο τον αγνόησε. Τότε ο βασιλιάς γυρίζει και σε ύφος συμβουλευτικό του απαντάει : “Γιατί παιδί μου σπαταλάς τα χρήματα και το χρόνο σου άσκοπα; Και δεν γνωρίζεις ότι τα χρυσοκέντητα αυτά υφάσματα που φοράς είναι από το αίμα των υπηκόων σου και ότι έπρεπε γι’ αυτούς να δαπανάς τα χρήματά σου, διότι ο πλούτος των βασιλέων ανήκει στους υπηκόους τους.[1]“
          Η ανωτέρω διήγηση, δεν αποτελεί μέρος από κάποιο μυθιστόρημα, αλλά είναι ένα πραγματικό γεγονός το οποίο μας διασώζει ο ιστορικός του 13ου αιώνα Γεώργιος Παχυμέρης. Βεβαίως και τα δύο πρόσωπα που αναφέρουμε είναι και αυτά πραγματικά, πρόκειται για τους αυτοκράτορες της Ρωμανίας/Βυζαντίου Θεόδωρο Β΄ Δούκα Λάσκαρη (πριγκιπόπουλο) και τον Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη (βασιλιάς). Το περιστατικό έλαβε χώρα στην περιοχή του Νυμφαίου της Μικράς Ασίας, την τρίτη δεκαετία του 13ου αιώνα. Την εποχή εκείνη και πιο συγκεκριμένα από το 1204, η Βασιλεύουσα είχε πέσει στα χέρια των φράγκων της Δ΄ σταυροφορίας. Στη Μικρά Ασία είχε δημιουργηθεί η κυριότερη εστία αντίστασης κατά των Φράγκων, με έδρα αρχικά τη Νίκαια της Βηθυνίας (όπου ήταν και η έδρα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως) και μεταγενέστερα το Νυμφαίο της Λυδίας, όπου ήταν η αγαπημένη κατοικία του Ιωάννη Βατάτζη[2]. Ο Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρης (1208-1222) ήταν αυτός που οργάνωσε το κράτος της Νίκαιας[3] (μετά την άλωση του 1204) και το κληροδότησε στο γαμπρό του Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη[4] (1222-1254). Ο Βατάτζης βασίλευσε 32 έτη και μετά την κοίμησή του όρισε διάδοχό του, τον υιό του Θεόδωρο Β΄ Δούκα Λάσκαρη (1254-1258).
            Ο Θεόδωρος Β΄ Δούκας Λάσκαρης, ήταν το μοναδικό τέκνο του Ιωάννη Βατάτζη και της Ειρήνης Λάσκαρη, λόγω του ότι η μητέρα του είχε ένα ατύχημα καθώς ίππευε και δεν μπόρεσε να κάνει άλλα παιδιά. Ο Θεόδωρος γεννήθηκε το 1222, τη χρονιά δηλαδή που εκοιμήθη ο παππούς του (Θεόδωρος Α΄) και στέφθηκε

{
[1]. Αντώνιος Μηλιαράκης «Ιστορία του Βασιλείου της Νικαίας και του δεσποτάτου της Ηπείρου» εκδόσεις Ιονικής Τράπεζας σελ 415-416. 
[2]. Γκέοργκ Οστρογκόρσκι «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους» Ιστορικές εκδόσεις Στ. Βασιλόπουλος Τόμος Γ΄ σελ 124. 
[3]. Βλέπε βιβλίο Γιαρένη Ηλία «Η συγκρότηση και η εδραίωση της αυτοκρατορίας της Νίκαιας» εκδόσεις  Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ε.Ι.Ε.). Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών.
[4]. Βλέπε βιβλίο Ιωάννη Α. Σαρσάκη «Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης ο άγιος αυτοκράτορας του Βυζαντίου» εκδόσεις Ορθόδοξος κυψέλη. }

αυτοκράτορας[1] ο πατέρας του (Ιωάννης Γ΄), και για το λόγο αυτό ονομάστηκε Θεόδωρος Λάσκαρης και όχι Βατάτζης, από τον πατέρα του κράτησε μόνο το επίθετο Δούκας. Υπήρξε άξιος διάδοχος του πατέρα του, ο οποίος φρόντισε (όπως μας φανερώνει το ανωτέρω περιστατικό) να εμφυσήσει στο γιό του την αγάπη προς τους υπηκόους του, την τιμιότητα καθώς και το λιτό βίο.
Συνοπτικά να αναφέρω ότι, ο Θεόδωρος νυμφεύθηκε σε νεαρή ηλικία την κόρη του τσάρου της Βουλγαρίας Ιωάννη Ασάν, Ελένη. Με την Ελένη απέκτησε πέντε παιδιά, τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι τον Ιωάννη Δ΄ Λάσκαρη Βατάτζη[2]. Το 1250 απεβίωσε η Ελένη, ο θάνατός της συνέτριψε ψυχικά τον ήδη καταβεβλημένο σωματικά από την ασθένεια της επιληψίας Θεόδωρο, μέχρι του σημείου να παρουσιάσει τάσεις ακραίου ασκητισμού, προσωπικού εγκλεισμού και αποξένωσης. Ο Ιωάννης Βατάτζης βρισκόμενος τότε σε εκστρατεία μακριά από το παλάτι, έστειλε επιστολές και κατάφερε να μεταπείσει τον υιό του ώστε να επανέλθει στην κανονική του ζωή. Το 1258 εκοιμήθη και ο Θεόδωρος σε μικρή ηλικία, μόλις 36 ετών, αιτία θανάτου του θεωρείται η επιληψία, μια ασθένεια η οποία ήταν αιτία θανάτου και του πατέρα του, μόνο που στον Ιωάννη Βατάτζη εκδηλώθηκε σε μεγάλη ηλικία.
Στην ουσία ο Θεόδωρος Β΄ κυβέρνησε μόλις για τέσσερα χρόνια, μέσα σ΄ αυτό το μικρό διάστημα όμως, κατόρθωσε να κρατήσει το κράτος της Νίκαιας δυνατό σε όλους τους τομείς, όπως το παρέλαβε από τον πατέρα του. Αντιμετώπισε με επιτυχία (χρησιμοποιώντας στρατιωτικά και διπλωματικά μέσα) τους Βουλγάρους, Τούρκους, Μογγόλους καθώς και τους ομοεθνείς Δεσπότες της Ηπείρου[3]. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια των διπλωματικών διενεργειών μεταξύ Νίκαιας και Ηπείρου, δημιουργήθηκε ένα συνοικέσιο μεταξύ της κόρης του Θεοδώρου, Μαρίας και του υιού του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄, Νικηφόρου. Την ευθύνη για την ευόδωση του υπόψη συνοικεσίου είχε αναλάβει και είχε φέρει εις πέρας η σύζυγος του Μιχαήλ, Θεοδώρα Πετραλείφα (δηλαδή η αγία Θεοδώρα πολιούχος της Άρτας) η οποία είχε συναντηθεί και με τον Ιωάννη Βατάτζη αλλά και με τον Θεόδωρο Λάσκαρη[4].
Το εκπληκτικό όμως με τον Θεόδωρο Β΄ Δούκα Λάσκαρη δεν είναι οι στρατιωτικές και διπλωματικές του επιτυχίες, αλλά η επιστημοσύνη του και το μεγάλο συγγραφικό έργο που μας έχει αφήσει. Ο Θεόδωρος θεωρείται από όλους τους ιστορικούς ως ένας μεγάλος λόγιος. Αυτό βέβαια δεν έγινε τυχαία καθώς ο Ιωάννης Βατάτζης, είχε δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες που καθιέρωσαν τη Νίκαια ως ένα ακμάζων πνευματικό κέντρο της εποχής. Ο Παναγιώτης Νικολόπουλος ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, και τέως Διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, αναφέρει για τη συνεισφορά της αυτοκρατορίας της Νίκαιας στην παιδεία τα παρακάτω: ¨Αλλά πέρα τούτων το

{
[1]. ¨Γιατί γεννήθηκε πολύ κοντά με την ανάρρηση του πατέρα του στο θρόνο.¨ Γεώργιος Ακροπολίτης «Χρονική Συγγραφή» Εκδόσεις Κανάκη σελ 177.
[2]. Ο Ιωάννης Δ΄ Λάσκαρης Βατάτζης, γεννήθηκε το 1250 και ήταν ο διάδοχος του Θεοδώρου Β΄, αλλά λόγω του ότι ήταν ανήλικος όταν εκοιμήθη ο πατέρας του, ανέλαβε την αντιβασιλεία κατόπιν συνομωσίας ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, ο οποίος για να κρατήσει το θρόνο τύφλωσε τον ενδεκαετή τότε διάδοχο. Ο Ιωάννης πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ως μοναχός έως τον θάνατό του στα 1305.
[3]. Στην Ήπειρο μετά το 1204, είχε δημιουργηθεί επίσης μία εστία αντίστασης κατά των Φράγκων με έδρα την Άρτα.
[4]. Βλέπε κείμενο Ιωάννη Σαρσάκη «Αγία Θεοδώρα Πετραλείφα βασίλισσα της Άρτας. Σχέσεις οικογενειακής καταγωγής με το Διδυμότειχο και συγγενείας με τον αυτοκράτορα Άγιο Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη» http://www.enromiosini.gr.  }
σημαντικότερον είναι ότι δεν πρέπει να παροράται η πνευματική παραγωγή και κίνηση και η ζωή του βασιλείου της Νικαίας. Διότι εδώ αι σπουδαί δεν είναι σπουδαί και πνευματική ζωή περιφερείας, αλλά πνευματική ζωή αυτοκρατορικού κέντρου. Η Νίκαια υποκαθιστά το απολεσθέν Βυζάντιον και το υποκαθιστά ως πνευματική πρωτεύουσα του Βυζαντινού Ελληνισμού, όπως το υποκατέστησεν ως πολιτική και ως εκκλησιαστική πρωτεύουσα¨[1].
Ο Θεόδωρος μεγάλωσε και ανατράφηκε μέσα σ΄ αυτή την πνευματική ατμόσφαιρα, έχοντας σπουδαίους δασκάλους όπως : τον Νικηφόρο Βλεμμύδη[2] και τον Γεώργιο Ακροπολίτη[3]. Ο ίδιος ¨με την άνοδό του στο θρόνο κατέστησε την αυλή της Νίκαιας κέντρο ανθρωπιστικών ενασχολήσεων. Μεγάλος αριθμός λογίων συγκεντρώθηκε γύρω από τον φιλομαθή αυτοκράτορα και η αυτοκρατορία της Νίκαιας δοκίμασε τέτοια πολιτιστική άνθηση, που θύμιζε την εποχή του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου¨[4]. ¨Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης έγραψεν «Επίτομον Φυσικήν», περιλαμβάνουσα και αστρονομικά θέματα, ο Γεώργιος Παχυμέρης εξέδωκε «Σύνταγμα των τεσσάρων μαθημάτων», Αριθμητικής, Γεωμετρίας, Μουσικής και Αστρονομίας, ο Γεώργιος Ακροπολίτης περιέγραψε λεπτομερώς και ακριβώς ηλιακήν έκλειψιν, επισυμβάσαν επί της εποχής του κλπ¨[5].
Μεγαλώνοντας σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο Θεόδωρος, και έτσι φιλομαθής όπως ήταν εξελίχτηκε σε ένα μεγάλο και πολυγραφότατο λόγιο με διευρυμένες γνώσεις. Επίσης συνέλεξε βιβλία που, κατά τον Θεόδωρο Σκουταριώτη Μητροπολίτη Κυζίκου (13ος αι.), ήσαν τόσα «όσα ούτε ο υπερηφανευόμενος για την βιβλιοθήκη του στην Αλεξάνδρεια Πτολεμαίος δεν είχε συγκεντρώσει»[6]. Ο ομότιμος καθηγητής της Εκκλησιαστικής Γραμματολογίας-Πατρολογίας και Ερμηνείας Πατερικών Κειμένων της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κος Χρήστος Κρικώνης αναφέρει σχετικώς : ¨Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις δύναται, κατά την γνώμην μας, να θεωρηθεί ως σπάνια προσωπικότης, η οποία διεκρίθη παραλλήλως προς την φιλοσοφικήν παιδείαν και δια την θεολογικήν συγκρότησίν της. Διαθέτων ευρείαν γνώσιν εις φιλοσοφικά και θεολογικά θέματα, ως και εις τας μαθηματικάς και τας φυσικάς επιστήμας, επεδόθη εις την συγγραφήν και παρουσίασε αξιόλογα έργα, τα οποία αποκείμενα μέχρι πρότινος εις τας βιβλιοθήκας ανέμενον τους ερευνητάς δια να τα φέρουν εις το φως. Τας φιλοσοφικάς του γνώσεις αποδεικνύει σειρά φιλοσοφικών, με μαθηματικούς συλλογισμούς, έργων του, εις τα οποία αποκαλύπτεται η βαθειά γνώσις των μαθηματικών και φυσικών επιστημών και εις τα οποία, σημειωτέων, ο Αριστοτέλης είναι ο κυρίως αξιόπιστος επιστήμων, τον οποίον κατ΄ επανάληψιν αναφέρει. Τας θεολογικάς του γνώσεις αποδεικνύει αφ΄ ενός η ενεργός προσωπική

{
[1]. Νίκαια Ιστορία – Θεολογία – Πολιτισμός 325 – 1987 Παναγιώτης Γ. Νικολόπουλος «Τα γράμματα εις το Βασίλειον της Νικαίας (1204 – 1261) Ιερά Μητρόπολις Νικαίας.
[2]. Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης ήταν ιερομόναχος και ένας από τους μεγαλύτερους λογίους της εποχής του, συνέγραψε θεολογικά έργα καθώς και Επιτομή Λογικής και Φυσικής, χημικές, ιατρικές, αστρονομικές και γεωμετρικές πραγματείες, ποιήματα και επιστολές.
[3]. Ο Γεώργιος Ακροπολίτης υπήρξε μαθητής του Ν. Βλεμμύδη και διετέλεσε Μέγας Λογοθέτης επί αυτοκράτορα Ι. Βατάτζη, επιπροσθέτως διακρίθηκε ως λόγιος και διπλωμάτης. Θεωρείται ο κυρίως ιστορικός της περιόδου της Νικαίας με το έργο του «Χρονική Συγγραφή». Επίσης συνέγραψε θεολογικά κείμενα, επιταφίους και πανηγυρικούς λόγους. Ένα γνώριμο κείμενο του (για τους ασχολούμενους με την ψαλτική) είναι ένα ποίημα που σχετίζεται με την Αποκαθήλωση και την Ταφή του Χριστού, το οποίο ψάλλεται κατά τη διάρκεια της Περιφοράς του Επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή.
[4]. Γκέοργκ Οστρογκόρσκι «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους» Ιστορικές εκδόσεις Στ. Βασιλόπουλος Τόμος Γ΄ σελ 125-26.
[5]. Χρίστου Θ. Κρικώνη «Θεοδώρου Β΄ Λασκάρεως περί Χριστιανικής Θεολογίας Λόγοι» Εκδόσεις University Studio Press σελ 17.
[6]. Νικόλαος Τωμαδάκης «Οι λόγιοι του Δεσποτάτου της Ηπείρου και του Βασιλείου της Νικαίας» Εκδόσεις Πουρνάρα σελ 106.  }

συμμετοχή του εις διαφόρους, υψηλού επιπέδου, θεολογικάς συζητήσεις με θεολόγους του περιβάλλοντός του, αλλά και απεσταλμένους της Ρώμης, και αφ΄ ετέρου η υπ’ αυτού σύνθεσης Δοκιμίων, Πραγματειών και Λόγων, καθαρώς θεολογικού περιεχομένου, βασιζομένων επί της Αγίας Γραφής και κυρίως πατερικής διδασκαλίας. η βαθειά δε θρησκευτική φύσις του αυτοκράτορος Θεοδώρου Β΄ Λασκάρεως αποδεικνύεται και δια της συνθέσεως του Μεγάλου παρακλητικού Κανόνος προς την αειπάρθενον και Υπεραγίαν Θεοτόκον Μαρίαν, την μητέρα του Κυρίου¨[1].
Όπως προαναφέραμε ο Θεόδωρος έπασχε από επιληψία, η ασθένεια αυτή τον δυσκόλευε σε όλη του τη ζωή. Σε διάφορες επιστολές που έστελνε παραπονιόταν για κεφαλαλγίες, για πόνους στη γλώσσα και το φάρυγγα, για συχνές αιμορραγίες καθώς και για τα φάρμακα και την αγωγή των ιατρών, γράφοντας τα εξής: ¨οι ιατροί φλυαρούν και δεν είναι σε θέση να τον θεραπεύσουν[2]¨. Το κυριότερο ¨απόσταγμα¨ της μεγάλης του μόρφωσης αλλά και της ανίατης ασθένειάς του, είναι η συγγραφή του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος προς την Παναγία, τον οποίο ψάλουμε εναλλάξ με τον Μικρό Παρακλητικό Κανόνα κατά τη διάρκεια της νηστείας του 15Αυγούστου[3]. Ο κύριος Κρικώνης αναφέρει σχετικώς: ¨Ο μέγας ούτος Παρακλητικός κανών είναι συντεθειμένος από έναν άνθρωπο με βαθύτατην ευσέβειαν και πολύ πονεμένον. Ιδού μερικοί στίχοι: «Παράκλησιν εν ταις θλίψεσιν οίδα και των νόσων ιατρόν σε γινώσκω …»[4]. Επίσης και ο μεγάλος Φώτης Κόντογλου αναφέρει: ¨Ο βασιλιάς Θεόδωρος Δούκας ο Λάσκαρης συνέθεσε τον Μέγαν Παρακλητικό Κανόνα στην Παναγία, που είναι γεμάτος από συντριβή, ταπείνωση και πίστη¨[5]. Την ίδια άποψη έχει και ο διαπρεπής λειτουργιολόγος, Ιωάννης Φουντούλης: ¨Του μεγάλου (παρακλητικού κανόνα) ποιητής είναι ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Νικαίας Θεόδωρος Δούκας ο Λάσκαρης (1222-1258). Ο δεύτερος αυτός κανών έχει μάλλον προσωπικό χαρακτήρα και αναφέρεται ειδικώς στα παθήματα και τις περιστάσεις του βίου του πολυπαθούς αυτού βασιλέως¨[6].
Αξιοπρόσεκτο επίσης είναι το γεγονός της έντονης εθνικής συνείδησης που χαρακτήριζε τον Θεόδωρο. Είναι γνωστό ότι, ¨ύστερ’ από το 1204 χρησιμοποιείται από βασιλείς και λογίους ολοένα και περισσότερο το εθνικό όνομα «Έλλην» (με την τάση ν’ αντικαταστήσει το «Ρωμαίος»), τα παράγωγά του, καθώς και το «Ελλάς»¨[7]. Χαρακτηριστικές είναι οι σχετικές αναφορές του Θεοδώρου ο οποίος μεταξύ άλλων ¨αναγγέλλοντας στον δάσκαλό του (Ν. Βλεμμύδη) τις νίκες του εναντίον του Μιχαήλ της Βουλγαρίας τον προτρέπει να θαυμάσει «εκ βάθους καρδίας τα υψηλά ταύτα κατορθώματα της ελληνικής ανδρείας». Θαυμάζει τα αρχαία μνημεία της

{
[1]. Χρίστου Θ. Κρικώνη «Θεοδώρου Β΄ Λασκάρεως περί Χριστιανικής Θεολογίας Λόγοι» Εκδόσεις University Studio Press σελ 19.
[2]. Χρίστου Θ. Κρικώνη «Θεοδώρου Β΄ Λασκάρεως περί Χριστιανικής Θεολογίας Λόγοι» Εκδόσεις University Studio Press σελ 27.
[3]. Από την 1η Αυγούστου αρχίζει η νηστεία της Παναγίας, και τελειώνει τον 15Αύγουστο, όπου εορτάζουμε το γεγονός της Κοίμησης της Θεοτόκου, το οποίο θεωρείται και ¨ως το Πάσχα του καλοκαιριού¨. Καθ΄ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου στην Εκκλησία μας ψάλλεται η Μεγάλη και η Μικρή Παράκληση προς την Υπεραγία Θεοτόκο (οι Παρακλήσεις δεν ψάλλονται μόνο κατά τους εσπερινούς των Σαββάτων και της Εορτής της Μεταμορφώσεως του Κυρίου). Η Μικρή Παράκληση είναι έργο ενός μοναχού υμνογράφου ο οποίος ονομάζονταν ή Θεοστήρικτος ή Θεοφάνης. Η Μεγάλη Παράκληση είναι έργο του Αυτοκράτορα της Ρωμανίας (Βυζαντίου), Θεοδώρου Β΄ Δούκα Λάσκαρη.
[4]. Χρίστου Θ. Κρικώνη «Θεοδώρου Β΄ Λασκάρεως περί Χριστιανικής Θεολογίας Λόγοι» Εκδόσεις University Studio Press σελ 38.
[5]. Περιοδικό Ρωμνιός τεύχος 13 σελ 26 «Το αληθινό Βυζάντιο» (Από το βιβλίο Φώτη Κόντογλου Μυστικά Άνθη, εκδόσεις Αδερφών Παπαδημητρίου).
[6]. Ιωάννου Μ. Φουντούλη «Λογική Λατρεία» Θεσσαλονίκη 1971, σελ 178.
[7]. Απόστολος Βακαλόπουλος «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» Θεσσαλονίκη 1974 σελ 75.  }

Περγάμου, τα οποία θεωρεί «ελληνικής μεγαλονοίας μεστά και σοφίας ταύτης ινδάλματα» και νομίζει ότι η πόλη τα προβάλλει «καταντροπιάζοντας εμάς, σαν απογόνους, με της πατρικής δόξας το μεγαλείﻨ[1]. Ο αείμνηστος καθηγητής της Βυζαντινής φιλολογίας Ν. Τωμαδάκης σχολιάζει σχετικώς: ¨Ο φωτισμένος αυτός μονάρχης έβλεπε τον εαυτόν του ως υπηρετούντα τον περιούσιον ελληνικόν λαόν: «μία γαρ εμοί η αλήθεια, εις ο σκοπός, εν δε μοι καθέστηκε και το σπούδασμα, το συνιστάν αεί την ποίμνην του Θεού και φυλάττειν εκ των εναντίων λύκων αυτήν» (επιστολή Θεοδώρου προς Βλεμμύδην 44,89-91 Festa)¨[2].
Ο Θεόδωρος στα τριάντα έξι του χρόνια, ταλαιπωρημένος από τη χρόνια και ανίατη ασθένειά του παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο τον Αύγουστο του 1258. ¨Ο βασιλιάς είχε αλλάξει πρόθυμα τον τρόπο της ζωής του, λίγο πριν πεθάνει, παίρνοντας το μοναχικό σχήμα¨[3]. Εκοιμήθη δηλαδή ως μοναχός, κατά το μήνα της Παναγίας, την οποία αγαπούσε και ευλαβούνταν και στην οποία εκτός από το Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα, συνέγραψε και αφιέρωσε και άλλους κανόνες, στιχηρά προσόμοια και Θεοτοκία.
Προσπάθησα εν συντομία να παραθέσω μερικά στοιχεία που αφορούν τη ζωή και τα έργα του μεγάλου αυτοκράτορα της Ρωμανίας, Θεοδώρου Β΄ Δούκα Λάσκαρη. Ο γράφων ως Διδυμοτειχίτης, αισθάνομαι πολύ υπερήφανος που ο Θεόδωρος έλκη την καταγωγή του από το Διδυμότειχο[4], καθότι υιός του Διδυμοτειχίτη αγίου και ελεήμονα αυτοκράτορα Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη. Σε παλαιότερη ομιλία μου με θέμα: ¨Ο άγιος Ιωάννης Βατάτζης και το Διδυμότειχο¨ στα πλαίσια των εκδηλώσεων «Ελευθέρια 2010» είχα προτείνει να ονομαστεί η πλατεία του Διδυμοτείχου ως πλατεία ¨Θεοδώρου Β΄ Δούκα Λασκάρεως¨, με σκοπό να ¨ενισχυθεί¨ το Βυζαντινο/Ρωμαίικο υπόβαθρο του Διδυμοτείχου και να αναδειχθεί περισσότερο η προσωπικότητα του Θεοδώρου, και ειδικότερα στους νέους ανθρώπους. Αποτελεί λοιπόν ένα τέλειο παράδειγμα για τους νέους μας, παράδειγμα αγωνιστικότητας, αφοσίωσης, φιλοπατρίας και ευσέβειας καθώς αντιπάλεψε τα πολλά προβλήματα υγείας που βίωσε από μικρό παιδί και κατόρθωσε να αναδειχθεί ως ένας από τους μεγαλύτερους αυτοκράτορες και λογίους της Ρωμανίας.

{
[1]. Απόστολος Βακαλόπουλος «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» Θεσσαλονίκη 1974 σελ 78.
[2]. Νικόλαος Τωμαδάκης «Οι λόγιοι του Δεσποτάτου της Ηπείρου και του Βασιλείου της Νικαίας» Εκδόσεις Πουρνάρα σελ. 106.
[3]. Νικηφόρος Γρηγοράς «Ρωμαϊκή Ιστορία» Εκδόσεις Λιβάνη σελ 85.
[4]. Ο Θεόδωρος στις εκστρατείες που έκανε εναντίον τον Βουλγάρων στη δυτική Θράκη, ¨χρησιμοποίησε το Διδυμότειχο ως τόπο αναπαύσεως και ως σταθμό για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του¨ (Αθανάσιος Γουρίδης «Διδυμότειχο μια άγνωστη πρωτεύουσα» Διδυμότειχο 2008 σελ 48.)

http://www.enromiosini.gr/
Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

Η εξαφάνιση των Πετσενέγκων Τούρκων.


Το 1090-91 ήταν μια εποχή τραγική για το Βυζάντιο.
Ο πολεμικός λαός των Πετσενέγκων (Πατζινακών), η μεγαλύτερη δύναμη στα βόρεια του Βυζαντίου μετά την υποταγή της Βουλγαρίας, είχε εισβάλει στα Βαλκάνια, είχε προκαλέσει ανυπολόγιστες καταστροφές, και είχε φτάσει να πολιορκεί την Κωνσταντινούπολη. Ταυτόχρονα ο εμίρης της Σμύρνης Τζαχάς, σε συνεννόηση με τους Πετσενέγκους, πολιορκούσε την πρωτεύουσα από τη θάλασσα. Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός, που μόλις είχε απαλλαγεί από τους Νορμανδούς εισβολείς, ήταν σε απόγνωση. Η μόνη ελπίδα σωτηρίας ήταν μια βοήθεια από έξω. Και η βοήθεια αυτή βρέθηκε στο πρόσωπο των Κουμάνων, ενός πολεμικού λαού τουρκικής καταγωγής, όπως ήταν και οι Πετσενέγκοι. Με τη βοήθεια των Κουμάνων ο βυζαντινός στρατός αντιμετώπισε τους Πετσενέγκους κοντά στο όρος Λεβούνιο στις 29 Απριλίου 1091. Στην τρομερή μάχη που ακολούθησε οι Πετσενέγκοι υπέστησαν τρομακτική ήττα και ολοκληρωτική καταστροφή. Η καταστροφή τους ήταν τέτοια που ουσιαστικά από τότε έπαψαν να υπάρχουν ως ανεξάρτητη δύναμη, και μετά από λίγο αφανίστηκαν και ως λαός. Η καταστροφή των Πετσενέγκων στο Λεβούνιο αποδόθηκε με μια περίφημη φράση από την Άννα Κομνηνή, κόρη και ιστορικό του Αλεξίου Α, η οποία έγραψε: "[Οι Σκύθαι (= Πετσενέγκοι)] διά μίαν ἡμέραν τὸν Μάιον οὐκ εἶδον".

Οριστική απαλλαγή του Βυζαντίου από τους Πετσενέγκους πέτυχε ο γιος και διάδοχος του Αλεξίου Α’, ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός, με τη νίκη του το 1122 στη μάχη της Βέροιας (σημ. Στάρα Ζαγορά στη Βουλγαρία).
Τέτοιους και τόσους εχθρούς αντιμετώπιζε σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του το Βυζάντιο, κι όμως παρέμενε όρθιο, μεγαλουργούσε και αποτελούσε για αιώνες ολόκληρους έναν κυματοθραύστη για την Ευρώπη από τα ανατολικά.

https://byzantiumtoday.wordpress.com/
Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Η Βυζαντινή Σημαία: Δικέφαλος ή Σταυρός;

Αν ρωτήσει κανείς δέκα τυχαίους ανθρώπους, πώς είναι η Βυζαντινή σημαία, οι 9 από τους 10 που θα δώσουν μια απάντηση -αν όχι και οι δέκα- θα απαντήσουν η κίτρινη με τον δικέφαλο αετό. Είναι η σημαία που κυριαρχεί έξω από όλες σχεδόν της εκκλησίες και τα μοναστήρια της χώρας και έχει υιοθετηθεί ως σύμβολο από την εκκλησία της Ελλάδος.
Ποιά είναι όμως η αλήθεια;
Ήταν η σημαία με τον δικέφαλο το επίσημο σύμβολο αυτοκρατορίας;

Τα σύμβολα της Αυτοκρατορίας ως το 1204

Aφήνοντας την αναλυτική εξέταση των εμβλημάτων της αυτοκρατορίας διαχρονικά σε μια μελλοντική ανάρτηση, θα αναφερθούμε επιγραμματικά στην χρήση τους.
Ως πρώτο σύμβολο μπορεί δικαίως να θεωρηθεί το λάβαρο που κατασκεύασε ο Κωνσταντίνος πριν από την μάχη στην Μουλβία γέφυρα - Σταυρός με την επιγραφή "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ".

Εγκαινιάζεται έτσι η Χριστιανική περίοδος του κράτους και ουσιαστικά η σταδιακή μεταστροφή της "Ρωμαϊκής" σε "Βυζαντινή" αυτοκρατορία.

Παρ' ότι δεν καταγράφεται συγκεκριμένη σημαία της αυτοκρατορίας (με την σύγχρονη έννοια), ο Σταυρός σε διάφορες παραλλαγές και κυρίως σε συνδυασμό με το ΧΡ έχει βρεθεί σε πλήθος ευρημάτων (ψηφιδωτά, γλυπτά, τοιχογραφίες). Παράλληλα δεν εγκαταλείφθηκε και ο κλασσικός ρωμαϊκός αυτοκρατορικός αετός η χρήση του οποίου φαίνεται να γνωρίζει κάποια αναβίωση κατά την Μακεδονική δυναστεία (867-1054)


Ο Δικέφαλος αετός

Ο δικέφαλος αετός πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τους Σουμέριους, ως σύμβολο του φτερωτού θεού Νινουρτά. Στην συνέχεια πέρασε στους Χετταίους, από τον πολιτισμό των οποίων έχουν σωθεί πέτρινα ανάγλυφα που απεικονίζουν δικέφαλους αετούς.
Το μυθικό πλάσμα συνέχισε να αποτελεί τόσο διακοσμητικό μοτίβο, όσο και μέρος διηγήσεων και παραδόσεων σε διάφορες περιοχές της Μέσης Ανατολής- από το Ιράν και την Αρμενία ως την Μικρά Ασία.

Στην Παφλαγονία συγκεκριμένα επιβίωσε ο μύθος του χάγκα, τεράστιου δικέφαλου αετού τιμωρού της αδικίας!

Επηρεασμένος από αυτήν την παράδοση ίσως ο Ισαάκ Κομνηνός (1057-1059) τον υιοθέτησε ως προσωπικό του σύμβολο.
Η χρήση του δικέφαλου όμως δε γενικεύτηκε πριν το 1204, όταν τον χρησιμοποίησαν οι Λάσκαρεις και αργότερα οι Παλαιολόγοι, μετά την τέταρτη Σταυροφορία και την επαφή με την πλούσια εραλδική παράδοση της Δύσης.
Aποτέλεσε τόσο οικόσημο των Παλαιολόγων (αλλά και του Καντακουζηνού, των Λασκέρεων και άλλων επιφανών οικογενειών), όσο και διακοσμητικό μοτίβο σε επίσημα ενδύματα και ταπεινά πιάτα.
Ήταν όμως ο αετός αυτός το σύμβολο του Κράτους, προσωπικό έμβλημα ή κάτι άλλο;

Στις πηγές συναντούμε σποραδικές αναφορές, που αν και αποσπασματικές μας οδηγούν στην επίσημη σημαία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κατά την τελευταία της περίοδο.

To "Βιβλίο όλων των Βασιλείων", που γράφθηκε στα 1350 και εξιστορεί τα ταξίδια ενός μοναχού από την Καστίλλη, είναι εικονογραφημένο με 130 σημαίες. Οι σημαίες 94, 96, 97, 98 είναι όμοιες -χρυσός σταυρός και 4 πυρέκβολα σε κόκκινο φόντο- και σύμφωνα με το βιβλίο ανήκουν στους "βασιλείς" της Θεσσαλονίκης, της Ελλάδος ("της αληθινής Ελλάδος και της αυτοκρατορίας των Ελλήνων" / "la vera Grecia e el imperio de los Griegos"), του "Lodomago" (ή "Recrea" σε άλλη έκδοση, πιθανόν η Ηράκλεια του πόντου) και του "Castelle". Επίσης ως σύμβολο του "βασιλιά της Κωνσταντινουπόλεως" παρουσιάζεται παρόμοια σημαία που περιλαμβάνει και τον Σταυρό του Αγίου Γεωργίου.

O "Kαταλανικός Άτλας", αποδίδεται στον Cresques Abraham, έναν από τους καλύτερους χαρτογράφους της εποχής, σχεδιάστηκε το 1375 και είναι ένας λεπτομερής χάρτης στον οποίο απεικονίζονται εκτός των άλλων οι σημαίες των κρατών. Στην Κωνσταντινούπολη, την Θεσσαλονίκη και την Ηράκλεια του Πόντου, εμφανίζεται να κυματίζει η τετραγράμματη σημαία με τον Σταυρό.

Στο "Περί Οφφικίων του Παλατίου Κωνσταντινουπόλεως και των Οφφικίων της Μεγάλης Εκκλησίας" του Γεώργιου Κωδινού αναφέρεται σχετικά με το φλάμουλο του Μεγάλου Δουκός (ναυάρχου): "και οι μεν εις τα έτερα (πλοία) ευρισκόμενοι άρχοντες ως κεφαλαί ιστώσι το σύνηθες βασιλικόν φλάμουλον ήτοι τον σταυρόν μετά πυρεκβόλων' ούτος δε ο μέγας δουξ την του βασιλέως στήλην ίστησιν έφιππον". Με άλλα λόγια σε όλα τα πλοία εκτός του πλοίου του ναυάρχου κυμάτιζε το "σύνηθες βασιλικό φλάμουλο" που δεν ήταν άλλο από την πορφυρή σημαία με τον χρυσό Σταυρό και τα 4 Β.

Στηριζόμενοι λοιπόν στις πηγές μπορούμε να συνάγουμε το συμπέρασμα πως επίσημη σημαία της Αυτοκρατορίας κατά την ύστερη περίοδο ή απλά η "βυζαντινή σημαία" δεν ήταν η κίτρινη με το δικέφαλο αετό... αλλά η κόκκινη/πορφυρή με το χρυσό ισοσκελή Ελληνικό Σταυρό και τα 4 Β (πυρέκβολα ή βήτα / Βασιλεύς Βασιλέων Βασιλεύων Βασιλευόντων.


Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ «ΑΝΑΖΗΤΟΥΝ» ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΕΝΩ ΕΜΕΙΣ ΤΟ ΑΠΑΞΙΩΝΟΥΜΕ


Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης

Ενώ στην σημερινή Τουρκία παρατηρείται μια εκπληκτική στροφή στην αυτοκρατορική λαμπρότητα του Βυζαντίου με ένα παράδοξο νεοοθωμανικό προφίλ, με την αναζωογόνηση βυζαντινών μνημείων ακόμα και με σύμβολα σαν τον Δικέφαλο Αετό,
εδώ στην Ελλάδα την φυσική κληρονόμο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, έχει επικρατήσει μια πλήρης απαξίωση όλων αυτών των πολιτιστικών και θρησκευτικών προτύπων που έλαμψαν επί αιώνες για να βουλιάξουμε στην μιζέρια μιας ατέλειωτης εθνικής κρίσης.
Το Βυζάντιο ήταν ένας ολόκληρος τρόπος ζωής που είναι πολύ διαφορετικός από τον σημερινό φθοροποιό μοντέλο της σημερινής εκσυγχρονιστικής μας κοινωνίας. Και είναι πράγματι τόσο θλιβερή η διαπίστωση πως όλος αυτός ο τεχνολογικός πολιτισμός, που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε για να βελτιώσει το επίπεδο διαβίωσης οδήγησε στην πλήρη αλλοτρίωση των συνειδήσεων και στην μεγάλη οικονομική κρίση. Σήμερα βρισκόμαστε τόσο μακριά από την εποχή εκείνη στον προθάλαμο ενός κυριολεκτικά κοινωνικού ολοκαυτώματος.
Το Βυζάντιο, ή το σωστό η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, είτε το θέλουν είτε όχι οι πολλοί όψιμοι επικριτές του, είναι η μόνη αυτοκρατορία σε όλη την ανθρώπινη ιστορία που κράτησε επί τόσους αιώνες και επιβίωσε σε πολύ δύσκολες συνθήκες και με τόσες επιβουλές και από ανατολάς και από δυσμάς. Ακριβώς αυτή η μεγάλη μακροβιότητα αυτής της αυτοκρατορίας, που για πολλούς έχει ταυτιστεί σκόπιμα, (σύμφωνα με τις νεοεποχικές αντιλήψεις για την ιστορία), με την διαφθορά, την ίντριγκα και το σκοτεινό παρασκήνιο, είναι ένα μεγάλο θέμα και χρήζει τουλάχιστον για μας τους Έλληνες μιας αντάξιας προσοχής και έρευνας. Και είναι δυστύχημα που οι μεγαλύτεροι βυζαντινολόγοι διακρίθηκαν στο εξωτερικό και όχι εδώ στην χώρα που απετέλεσε ένα από τα σημαντικότερα τμήματα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την ουσιαστική κληρονομιά της.
Οι συνεκτικοί κρίκοι αυτής της αυτοκρατορίας ήταν βασικά δυο θεμελιώδη στοιχεία που διακρίθηκαν σταδιακά και έγιναν οι στυλοβάτες του μεγαλοπρεπούς αυτού οικοδομήματος το οποίο παρήγαγε πολιτισμό την ίδια περίοδο του σκοταδισμού και της μαύρης θρησκοληψίας των δυτικών λαών. Αυτοί ήταν η Ορθοδοξία και η ελληνική γλώσσα. Το δέος που προκαλεί σήμερα σε ένα ανυποψίαστο επισκέπτη, ή σε κάποιο προσκυνητή το εσωτερικό της Αγίας Σοφίας, εκφράζει ακριβώς αυτό το αίσθημα της πνευματικού φωτός της ελληνορθόδοξης χριστιανικής αυτοκρατορίας. Αλλά και η επιγραφή στα ελληνικά που βρίσκετε στο προαύλιο αυτού του μεγαλειώδους οικοδομήματος, το «νίψον ανομηματα μη μόναν όψιν», με την ιδιότητα του αναγραμματισμού, συμπληρώνει την θεία αυτή δημιουργία και προβάλει τις βάσεις της, δηλαδή τον χριστιανισμό και την ελληνικότητα, δηλαδή την Ρωμιοσύνη. Αυτές οι θεμελιώδεις βάσεις στήριξαν, χαρακτήρισαν και εμψύχωσαν σε όλους τους αιώνες την ύπαρξη αυτής της αυτοκρατορίας.
Οι κάτοικοι της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχαν και ένα άλλο σημαντικό γνώρισμα που σταθεροποιήθηκε σταδιακά και έγινε ο πολιτιστικός πώλος της αυτοκρατορίας. Αυτό ήταν η ελληνική γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα γρήγορα καθιερώθηκε και έγινε ο μοχλός της διάδοσης των ευαγγελίων που γραφτήκαν ακριβώς σε αυτή την γλώσσα, την γλώσσα που μιλιούνταν σχεδόν σε όλη την αυτοκρατορία παρά του ότι γίνονταν δεκτές και ελεύθερες η χρήση και των άλλων τοπικών γλωσσών. Η ελληνική γλώσσα και η κληρονομιά των ελληνιστικών βασιλείων των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο εκατομμυρίων ανθρώπων, ποικίλων θρησκευτικών, κοινωνικών και φυλετικών προελεύσεων, για να εκφράσουν με τον καλύτερο τρόπο την έννοια της πολιτικής συνοχής. Τα ελληνικά από την ίδρυση της αυτοκρατορίας ασκούσανε ήδη μια μεγάλη γοητεία και ήταν η γλώσσα του πνεύματος σε όλη την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και με την επικράτηση του χριστιανισμού που διαμορφώθηκε σαν η ανατολική Ορθοδοξία, απέβησαν ο στύλος και το σώμα της έκφρασης αυτής της ρωμαίικης ψυχής.
Οι Ρωμιοί του Βυζαντιου χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα που άλλαξε λίγο καθώς ο γλώσσες αλλάζουν με τον χρόνο. Αυτό ήταν ένα μεγάλο κίνητρο για την μελέτη της φιλοσοφίας και την συνεχή άνοδο του πνευματικού επιπέδου του λαού. Ο αυτοκράτορας ήταν αυτός που έπρεπε να συμβαδίσει με την ανώτερη παιδεία της ελληνικής γλώσσας και να φέρεται σωστά και δίκαια. Η ελληνική γλώσσα χαρακτήρισε όλη την ιστορική πορεία της αυτοκρατορίας. Πολλοί υψηλοί αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας ακόμα και αυτοκράτορες δεν ήταν εκ γενετής Έλληνες, όμως η απαραίτητη προϋπόθεση της ανόδου τους ήταν η ορθόδοξη πίστη τους και η ελληνική γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα είναι αυτή που σηματοδότησε την ίδρυση του Βυζαντιου με εκείνο το περίφημο στα ελληνικά «Εν τούτω νίκα» και στη συνέχεια με τον ελληνικό εθνικό ύμνο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας όταν υψώθηκε από την αγία Ελένη ο Τίμιος Σταυρός. «Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων, δια του Σταυρού Σου, πολίτευμα». Αιώνες μετά με τον περίφημο ελληνικό Ακάθιστο Ύμνο, «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια, Ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια, Αναγράφω σοι η Πόλις σου, Θεοτόκε. Αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον, Εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον. Ίνα κράζω σοι, Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε. Και στο τέλος της ζωής αυτής της αυτοκρατορίας, με τον περίφημο λόγω του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, του τελευταίου αυτοκράτορα, του Μαρμαρωμένου Βασιλιά στην ελληνική γλώσσα: «Για τέσσερα πράγματα αξίζει όλοι μας να πεθάνουμε, για το καθένα μόνο του ξεχωριστά: πρώτον μεν υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον δε υπέρ της πατρίδος, τρίτον δε υπέρ του βασιλέως ως Χριστού κυρίου, και τέταρτον υπέρ συγγενών και φίλων».
Πόσο αλήθεια όλα αυτά ακούγονται απόμακρα στην σημερινή νεοελληνική εποχή! Και όμως, η ταυτότητα και η επιβίωση του νεοέλληνα που είναι βυθισμένος στην εκσυγχρονιστική του «ρουφήχτρα», είναι άμεσα συνδεδεμένη με την συνειδητοποίηση του σαν ο άμεσος κληρονόμος αυτή της περιόδου. Μόνο τότε θα κατανοήσουμε ότι η Ρωμιοσύνη της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, είναι το μόνο «σωσίβιο» στην σημερινή τραγική μας πραγματικότητα σε ένα λαό που παραπαίει με μια ολέθρια οικονομική κρίση απόρροια της βαθύτερης πνευματικής του κρίσης.

ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος

http://nikosxeiladakis.gr/
Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

Ένα από τα πιο διάσημα νοσοκομεία («ξενών») της βυζαντινής πρωτεύουσας.


Aυτοκρατορικό συγκρότημα Μονής Παντοκράτορος Χριστού –Κωνσταντινούπολη 
Ένα από τα πιο διάσημα νοσοκομεία («ξενών») της βυζαντινής πρωτεύουσας ήταν αυτό του Χριστού Παντοκράτορα το οποίο λειτουργούσε μέσα στα πλαίσια του ομώνυμου μοναστηριακού συγκροτήματος.

Η μονή του Παντοκράτορος, η οποία περιλάμβανε τρεις Εκκλησίες (Παντοκράτορα, Ελεούσας, Αρχαγγέλου Μιχαήλ) χτίστηκε με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνού (1118-1143) και της συζύγου του Ειρήνης, (η οποία έγινε μοναχή με το όνομα Ξένη)μεταξύ των ετών 1118-1136.
Ίσως το μεγαλύτερο φιλανθρωπικό ίδρυμα του Βυζαντίου.
Διέθετε γηροκομείο, πτωχοκομείο, νοσοκομείο με 5 κλινικές όπως παθολογική, χειρουργική, γυναικολογική, οφθαλμολογική και εξωτερικά ιατρεία! Αξίζει να προσεχθεί πως μόνο για το νοσοκομείο της μονής συνολικώς υπηρετούσαν 35 ιατροί εκτός των νοσοκόμων, μαιών, βοηθών, φαρμακολόγων, νυκτοφυλάκων κ.α. ενώ διανυκτέρευαν 5 ιατροί εκ των οποίων ο ένας ήταν γυναίκα! Το ιατρικό προσωπικό του περιλάμβανε και "ιάτραινες" και "ιατρομαίες"! Σε κάθε κλίνη αντιστοιχούσε και ένας γιατρός!
Όλα αυτά δωρεάν για τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης με έξοδα του αυτοκρατορικού ταμείου...ένα νοσοκομείο που πραγματικά θα το ζήλευαν πολλά νοσοκομεία των ημερών μας...
Στο τυπικό - διαθήκη του αυτοκράτορα-κτίτορος διαβάζουμε τα εξής:
"Η Αυτοκρατορική Μεγαλειότητά μου αποφάσισε την ίδρυση και ενός νοσοκομείου για 50 ασθενείς."
Εκτός από το νοσοκομείο το μοναστήρι διέθετε ένα γηροκομείο καθώς και ένα λεπροκομείο, το οποίο όμως βρισκόταν σε διαφορετική τοποθεσία. 

http://proskynitis.blogspot.gr/2014/12/blog-post_74.html
www.facebook.com/137153069780792/photos/a.137157616447004.32524.137153069780792/378142112348552/?type=1&theater
http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2014/12/blog-post_440.html
Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Ο Ιωάννης Βατάτζης διδάσκει.


Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
Στις 4 Νοεμβρίου τιμάται από την Εκκλησία η μνήμη του αυτοκράτορα Ιωάννη Βατάτζη, του επικαλουμένου ελεήμονα. Είναι ο μόνος αυτοκράτορας, που ανακηρύχθηκε άγιος για την ίδια τη ζωή του και  όχι για κάποιο ή κάποια σημαντικά γεγονότα που επιτέλεσαν οι άλλοι άγιοι αυτοκράτορες, όταν ήσαν στην εξουσία. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, το 1204, η  έδρα της αυτοκρατορίας μεταφέρθηκε στη Νίκαια. Ο Ιωάννης Βατάτζης διακυβέρνησε την αυτοκρατορία από το 1222 έως το 1254 ή 1255.
          Επί των ημερών του η αυτοκρατορία ήταν σε δυσχερέστατη κατάσταση. Αιχμάλωτη η Βασιλεύουσα, η οικονομία σε περίσταση, λυσσαλέα η επιθετικότητα του Πάπα και των Φράγκων σε βάρος των Ελλήνων Ορθοδόξων, δυσχερείς οι σχέσεις με τις άλλες ελληνικές εστίες αντίστασης κατά των Λατίνων, δηλαδή με την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου, επικίνδυνοι γείτονες οι Σελτζούκοι…
Σ’ αυτήν την κρίσιμη για τον Ελληνισμό κατάσταση ο Βατάτζης πέτυχε:
          Να αυξήσει τα εδάφη της αυτοκρατορίας της Νικαίας, σε βάρος των εχθρών της, με αποτελεσματικούς διπλωματικούς ελιγμούς και εξαιρετικές στρατιωτικές κινήσεις και επιτυχίες. Πέραν των στρατιωτικών επιτυχιών κατέστησε τις πόλεις  της αυτοκρατορίας κραταιές αμυντικά, με  ισχυρά φρούρια και με εφοδιασμό άφθονου στρατιωτικού υλικού.
          Να εξυγιάνει τα οικονομικά της αυτοκρατορίας. Μείωσε τις κρατικές δαπάνες, περιόρισε τις αυθαιρεσίες των μεγαλοκτημόνων και προώθησε τη λιτότητα στη ζωή των υπηκόων του και την ενίσχυση της κατανάλωσης εγχωρίων προϊόντων. Επί των ημερών του αναπτύχθηκαν το εμπόριο, η βιοτεχνία, η γεωργία, η κτηνοτροφία και η πολεοδομία.
          Να αντιμετωπίσει με σταθερότητα και ευστοχία τις επιθέσεις του Πάπα και των Φράγκων και να παγιώσει το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων. Επί των ημερών του η προσαγόρευση «Βασιλεύς των Ρωμαίων» μεταβάλλεται σε «Κύριος των Ελλήνων».
          Να φροντίσει τη κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική πρόνοια. Δημιούργησε πρότυπα νοσοκομεία και γηροκομεία και φρόντισε να μην υπάρχει φτωχός στην αυτοκρατορία. Αυτός ήταν ο λόγος που ο πιστός λαός τον ονόμασε «ελεήμονα» και τον είχε στην καρδιά του ως άγιο.
          Να αναπτύξει την Παιδεία και τον Πολιτισμό, σε τέτοιο βαθμό, που, σε σχήμα υπερβολής, τη Νίκαια οι σύγχρονοί του την ονόμασαν «Νέα Αθήνα».
          Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος χαρακτηρίζει τον Βατάτζη «άνδρα ενάρετον και πολεμικόν, τιμώντα μεν την θεολογίαν, τιμώντα δε τα γράμματα, πολιτευόμενον εμπείρως μετά των Γενουατών και των Ενετών, φειδόμενον πατρικώς των δημοσίων χρημάτων, συντόνως διοικούντα επ’ αγαθώ των υπηκόων τα τε κοσμικά και τα εκκλησιαστικά της Δύσεως πράγματα, εξοικονομούμενον το περί ενώσεως Εκκλησιών ζήτημα μετά σπανιωτάτης ικανότητος και τέλος πάντων διακρινόμενον καθ’ ημέραν επί ανδρεία και ηρωισμώ εις τους κατά βαρβάρων και Λατίνων πολέμους».
          Σήμερα οι περιστάσεις απαιτούν «Βατάτζηδες», δηλαδή πολιτικούς με ήθος, ικανότητες, Πίστη, γνώση του παρελθόντος και όραμα για το μέλλον του Έθνους.

http://thriskeftika.blogspot.gr/2014/11/blog-post_83.html
Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Π.Καρύκα : “Οι Στρατιώτες του Αιγαίου (1470-79)”


Π.Καρύκα : «Οι Στρατιώτες στο Αιγαίο (1470-79)»του Παντελή Καρύκα
Συγγραφέα – hellasforce.com

Όταν ξέσπασε ο Α’ Ενετουρκικός Πόλεμος, το 1466, οι Βενετοί προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους στην Πελοπόννησο, αλλά ηττήθηκαν. Τότε, μη διαθέτοντες σοβαρές χερσαίες δυνάμεις αποφάσισαν να πλήξουν τους Τούρκους με τον στόλο τους. Ο ενετικός στόλος, υπό τον Πέτρο Μοτσένιγο, διαθέτων 100 περίπου γαλέρες, έπλευσε αρχικά στη Μεθώνη. Από εκεί παρέλαβε 1.000 περίπου Στρατιώτες, τους περίφημους Έλληνες ελαφρούς ιππείς και ανοίχτηκε στο Αιγαίο με σκοπό να καταστρέψει «παν το τουρκικόν».

Ο υποπλοίαρχος μιας ενετικής γαλέρας, ο Κοριολανός Κιππίκος, περιγράφει τους Στρατιώτες ως «άνδρες μεγάθυμους και ικανούς προς πάσαν ανδρείαν επιχείρησιν. Ούτοι δι’ αιφνιδίων επιδρομών τοσούτων έφθειραν την υπό τους Τούρκους Πελοπόννησον, ώστε μεταποίησαν το μέρος τούτο εις αληθή ερημίαν…Φέρουσιν ασπίδα, σπάθη και λόγχη, ολίγοι θωράκιον και οι πλείστοι βαμβάκινον θώρακα δι’ ου υπερασπίζονται κατά των εχθρικών κτυπημάτων. Ανδρειότεροι πάντων είναι οι εν Ναυπλίω, πόλη κείμενη εν τη χώρα των Αργείων».

Ο ενετικός στόλος απέπλευσε το 1470 από την Πελοπόννησο και αγκυροβόλησε στη Λέσβο. Από εκεί έπλευσε στα μικρασιατικά παράλια και αποβίβασε τους Στρατιώτες. Αυτοί επιτέθηκαν σε όλα τα τουρκικά χωριά της περιοχής, συντρίβοντας τους εχθρούς. Σε κάποια φάση των επιχειρήσεων ισχυρές τουρκικές δυνάμεις κατεδίωξαν τους Έλληνες. Δόθηκε τότε πραγματική κατά παράταξη μάχη, από την οποία οι Έλληνες εξήλθαν νικητές. Κατόπιν ο στόλος έπλευσε προς τις ακτές της Καρίας.

Και εκεί οι Στρατιώτες αποβιβάστηκαν και εκτέλεσαν επιδρομές σε μεγάλο βάθος στην ενδοχώρα, καταστρέφοντας κάθε τι τουρκικό, αποκομίζοντας πλούσια λάφυρα και εκατοντάδες αιχμαλώτους.

Ύστερα από τις επιτυχίες αυτές ο στόλος αγκυροβόλησε στη Δήλο και κατόπιν έπλευσε στην Αλικαρνασσό, με σκοπό να άρει την πολιορκία του φρουρίου του Αγ. Πέτρου, που το κατείχαν οι Ιωαννίτες ιππότες. Και πάλι ο Ενετός ναύαρχος αποβίβασε τους Έλληνες Στρατιώτες, οι οποίοι δεν τον απογοήτευσαν. Αφού πρώτα κατανίκησαν τα τουρκικά στρατεύματα που εστάλησαν εναντίον τους, σε πεισματώδη και πολύωρη μάχη, επέδραμαν σε βάθος και αφάνισαν τους Τούρκους της περιοχής, οι οποίοι θεωρούντο οι πολεμικότεροι όλων. Στην επιχείρηση αυτή κανένας Έλληνας δεν σκοτώθηκε, 50 όμως τραυματίστηκαν.

Στη συνέχεια ο στόλος επιχείρησε να καταλάβει την Αττάλεια. Οι Στρατιώτες αποβιβάστηκαν πρώτοι και δημιούργησαν προγεφύρωμα. Κατέλαβαν μάλιστα και τα προάστια της πόλης. Ο ενετικός στόλος όμως δεν κατόρθωσε να καταλάβει και το λιμάνι και έτσι η επιχείρηση απέτυχε. Ακολούθως ο στόλος επιτέθηκε στη Σμύρνη. Οι Στρατιώτες αποβιβάστηκαν πρώτοι και κατόρθωσαν με αιφνιδιασμό να καταλάβουν την πόλη. Τότε αποβιβάστηκαν και τα πληρώματα τω γαλερών, τα οποία προέβησαν σε λεηλασίες, μη λαμβάνοντας το παραμικρό μέτρο ασφαλείας.
Στο μεταξύ οι Τούρκοι, μόλις συνήλθαν από τον αρχικό αιφνιδιασμό, συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους, υπό τον ελληνικής, δυστυχώς, καταγωγής σούμπαση Βαλαβάνη και επιχείρησαν να αιφνιδιάσουν, με την σειρά τους, τους λεηλατούντες Βενετούς. Οι Στρατιώτες όμως είχαν εγκαταστήσει περιπολίες περιμετρικά της πόλης και μόλις αντελήφθησαν τους Τούρκους συγκεντρώθηκαν και τους επιτέθηκαν. Ακολούθησε αιματηρή και πολύωρη συμπλοκή. Έλληνες και Τούρκοι πολεμούσαν γενναία. Τότε όμως ένας Στρατιώτης, ο Πέτρος Φρασίνας, επιτέθηκε στον σούμπαση, τον διαπέρασε με τη λόγχη του και πριν εκείνος ξεψυχήσει, του πήρε το κεφάλι με τη σπάθη και το κάρφωσε στη λόγχη του, επιδεικνύοντάς το στους Τούρκους.

Στη θέα του κατακρεουργημένου αρχηγού τους οι Τούρκοι δεν άντεξαν άλλο και τράπηκαν σε φυγή, καταδιωκόμενοι και σφαγιαζόμενοι από τους Έλληνες Στρατιώτες. Τουλάχιστον 250 Τούρκοι έπεσαν στη μάχη έξω από τη Σμύρνη και πολλοί άλλοι αιχμαλωτίσθηκαν. Οι επιδρομές του ενετικού στόλου συνεχίστηκαν έως το 1473, πάντα με τους Στρατιώτες πρωτεργάτες των επιτυχιών. Μετά τη Σμύρνη και οι Κλαζομενές και η Μάκρη κυριεύθηκαν. Κατόπιν αρκετοί Στρατιώτες στάλθηκαν στην Ήπειρο, για να ενισχύσουν τις φρουρές του Δυρραχίου και της Σκόδρας, που πολιορκούνταν στενά από τους Τούρκους. Και ναι μεν το Δυρράχιο άντεξε, η Σκόδρα όμως όχι.

Οι Στρατιώτες της φρουράς της πάντως, έπεσαν μέχρις ενός πολεμώντας ηρωικά, ως το τέλος. Άλλοι πάλι στρατιώτες εστάλησαν στην Κύπρο για να ενισχύσουν τις εκεί φρουρές. Τελικά το 1479 υπεγράφη συνθήκη ειρήνης μεταξύ Ενετών και Τούρκων.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρης και η δεύτερη μάχη του Κλειδίου (1255 μ.Χ.)


Το 1254 οι Βούλγαροι, θεωρώντας τους Βυζαντινούς εξασθενισμένους, αποφάσισαν, για μια ακόμα φορά, να επιχειρήσουν την κατάκτηση της Μακεδονίας. 
Ο βασιλιάς τους, Μιχαήλ Ασάν, συγκέντρωσε τις δυνάμεις του βόρεια του ποταμού Έβρου, ο οποίος αποτελούσε το σύνορο των δύο κρατών, τον Δεκέμβριο του 1254 και εισέβαλε στα αυτοκρατορικά εδάφη, στις αρχές Ιανουαρίου του 1255. Οι Βούλγαροι κινήθηκαν, κυριολεκτικά, με ρυθμούς κεραυνοβόλου πολέμου, παρά τις άσχημες καιρικές συνθήκες και κυρίευσαν ταχύτατα πολλές πόλεις, χωριά και οικισμούς, σχεδόν χωρίς αντίσταση.

Οι Βυζαντινοί όμως, με επικεφαλής τον ίδιο τον αυτοκράτορα Θεόδωρο Β’ Λάσκαρη, αντεπιτέθηκαν, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, του 1255, σε μια επική εκστρατεία. Οι Βούλγαροι, για αντιπερισπασμό, επιτέθηκαν κατά της οχυρωμένης πόλης Μελένικο. Εναντίον της πόλης βάδισαν σημαντικές βουλγαρικές δυνάμεις, υπό τον στρατηγό Ντράγκαν (Δραγωτάς κατά τον Γεώργιο Ακροπολίτη – πιθανότατα σερβικής καταγωγής). 
Οι Βούλγαροι επιτέθηκαν επανειλημμένα κατά της μικρής πόλης, αλλά αποκρούστηκαν με σοβαρές απώλειες. Ο αυτοκράτορας Θεόδωρος, όταν πληροφορήθηκε την βουλγαρική επίθεση στο Μελένικο αποφάσισε να δράσει αμέσως. Συγκέντρωσε τον στρατό του και, αφήνοντας πίσω τα μεταγωγικά, βάδισε, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, στις Σέρρες. 
Οι ιππείς είχαν φορτώσει στα άλογά τους τα εφόδια και τα τρόφιμα για όλο τον στρατό. Αφού ξεκούρασε, για μια μέρα, τον στρατό του στις Σέρρες, ο αυτοκράτορας βάδισε προς τη στενωπό του Ρούπελ (βυζαντινό Ρουπέλιο). Οι Βούλγαροι φυσικά είχαν φράξει τη στενωπό με τείχος και είχαν τοποθετήσει εκεί πολυάριθμη φρουρά πεζών, την οποία υποστήριζαν και λίγοι ιππείς.
Ο αυτοκράτορας, όταν έφτασε στη στενωπό, η οποία στο στενότερό τμήμα της είχε πλάτος τριών μέτρων περίπου – λόγω και της πλημυρισμένης κοίτης του ποταμού Στρυμόνα – κατάλαβε ότι μια κατά μέτωπο επίθεση μόνο άσκοπη φθορά θα επέφερε στις δυνάμεις του και τίποτε άλλο. 
Για αυτό αποφάσισε να ακολουθήσει το παράδειγμα του Βασιλείου Β’ Βουλγαροκτόνου και του στρατηγού του, Νικηφόρου Ουρανού, κατά την περίφημη μάχη του Κλειδίου, το 1014. Η διαφορά ήταν ότι η πρώτη μάχη του Κλειδίου δόθηκε τον Ιούλιο, ενώ τώρα ήταν Φεβρουάριος και το χιόνι είχε πάχος κοντά στο ένα μέτρο. 
Ο Θεόδωρος δεν ήταν από αυτούς που απογοητεύονται εύκολα όμως. Αμέσως κατάλαβε ότι έπρεπε να υπερκεράσει τη βουλγαρική τοποθεσία και οι πλέον κατάλληλοι άνδρες για την αποστολή αυτή ήταν οι ελαφρά οπλισμένοι πεζοί του. 
Έτσι, ενώ ο ίδιος με το ιππικό και το βαρύ πεζικό τάχθηκε ενώπιον του βουλγαρικού οχυρώματος και άρχισε να παρενοχλεί τους Βουλγάρους με βολές τόξων και μικροεπιθέσεις, το ελαφρύ πεζικό, ως λοκατζήδες της εποχής, σκαρφάλωνε τις δασωμένες πλαγιές του όρους Άγκιστρου, εκεί όπου αργότερα θα κατασκευάζονταν το οχυρό Ρούπελ. 
Όταν οι ελαφροί πεζοί έφτασαν στις κατάλληλες θέσεις δόθηκε το σύνθημα και ο Βυζαντινός Στρατός εξόρμησε κατά των Βουλγάρων. Οι τελευταίοι, βλέποντας ενώπιον τους, τους Βυζαντινούς, ετοιμάστηκαν να τους αντιμετωπίσουν, μάλλον ευχαριστημένοι από την «ανοησία» των αντιπάλων τους να τους επιτεθούν κατά μέτωπο. Ξαφνικά όμως βέλη και ακόντια άρχισαν αν τους πλήττουν στο αριστερό τους πλευρό. 
Έντρομοι τότε, διαπίστωσαν ότι είχαν υπερκερασθεί και τράπηκαν μαζικά σε φυγή. Οι ιππείς τους πρόλαβαν να διαφύγουν. Το πεζικό τους όμως εξουδετερώθηκε, στο σύνολό του. 
Οι Βούλγαροι ιππείς που διέφυγαν ενώθηκαν με σώμα του Βουλγαρικού Στρατού, το οποίο διοικούσε ο Δραγωτάς, ο οποίος στάλθηκε εκεί για να σταματήσει τη βυζαντινή προέλαση, μεταδίδοντας και σε αυτό τον πανικό. 
Οι Βούλγαροι τράπηκαν σε φυγή και μέσα στην ασέληνη νύκτα πολλοί σκοτώθηκαν πέφτοντας σε κρημνούς ή ποδοπατημένοι από τους πανικόβλητους συμπολεμιστές τους. Έτσι πέθανε και ο Δραγωτάς, ο οποίος έπεσε από το άλογό του και ποδοπατήθηκε από τα άλογα των συμπολεμιστών του. Πέθανε, με φριχτούς πόνους, τρεις μέρες αργότερα. 
Μετά τη νίκη του ο Θεόδωρος κινήθηκε προς το Μελένικο αναγκάζοντας τους υπόλοιπους Βούλγαρους πολιορκητές να τραπούν, με τη σειράς τους, σε φυγή. Κατόπιν αυτού ο αυτοκράτορας επέστρεψε αρχικά στη Θεσσαλονίκη και κατόπιν κινήθηκε προς τα Βοδενά (την σημερινή Έδεσσα). 
Εκεί όμως ο Θεόδωρος αρρώστησε και παρέμεινε, υποχρεωτικά, για μερικές ημέρες. Όταν ανάρρωσε κινήθηκε προς την πόλη Πρίλαπο, την οποία κατέστησε βάση επιχειρήσεων στη δυτική Μακεδονία. 
Όταν έφτασαν και οι πολιορκητικές του μηχανές, ο αυτοκράτορας βάδισε με τον στρατό του προς το Βελεσό (σημερινό Βέλες του κρατιδίου των Σκοπίων, πρώην Τίτο Βέλες). 
Ο Θεόδωρος έφτασε ενώπιον της πόλης και ετοιμάστηκε να την πολιορκήσει. Ωστόσο η βουλγαρική φρουρά, στη θέα των πολιορκητικών του μηχανών παρέλυσε και παραδόθηκε με συνθήκη. Περίπου 500 Βούλγαροι αφέθηκαν να φύγουν ελεύθεροι. Στη συνέχεια ο αυτοκράτορας στράφηκε ανατολικά και έφτασε στην Στρώμνιτσα (αρχαία ελληνική πόλη Αστραίο) των σημερινών Σκοπίων και από εκεί βάδισε προς το Μελένικο και επέστρεψε στις Σέρρες. 
Με τον τρόπο αυτό ο Θεόδωρος απελευθέρωσε όλα σχεδόν τα εδάφη που είχαν κυριεύσει οι Βούλγαροι, με εξαίρεση την Τζέπαινα και το μικρό φρούριο Πάτμο, στη Ροδόπη – το τελευταίο κυριεύτηκε τελικά από τον στρατηγό Αλέξιο Φιλανθρωπινό. 

hellasforce.com
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Βυζαντινός Καβαλλάριος 6ος-7ος αιώνας μ.Χ.


του Παντελή Καρύκα

Με τον όρο «Καβαλλάριος», οι Βυζαντινοί υπονοούσαν τον ιππέα πολεμιστή. Ο Καβαλλάριος, σε αντιδιαστολή με τον Βουκελάριο, αποτελούσε τον όγκο του βυζαντινού ιππικού από την περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού και έπειτα. Οι Καβαλάριοι ήταν οργανωμένοι σε τάγματα.

Οι άνδρες που υπηρετούσαν στα  τάγματα αυτά ήταν υπήκοοι της αυτοκρατορίας κυρίως ελληνικής, γερμανικής, λατινικής ή αρμενικής καταγωγής. Ήταν οπλισμένοι με σύνθετο, ισχυρό τόξο, μακριά σπάθη και μικρή στρογγυλή ασπίδα. Έφεραν σιδηρά κράνη και αλυσιδωτούς, συνήθως, θώρακες, περικνημίδες και περιχειρίδες από μέταλλο ή ξύλο ή από κέρας ζώου. Ήταν άριστα εκπαιδευμένοι στη χρήση του κύριου επιθετικού τους όπλου, του τόξου, το οποίο χρησιμοποιούσαν με άνεση καλπάζοντας με τη μέγιστη ταχύτητα. Χάρη στην μεγάλη διατρητική ικανότητα του συνθέτου τόξου, οι Βυζαντινοί ιππείς ήταν ικανοί να εξουδετερώνουν βαρύτερα θωρακισμένους και εξοπλισμένους αντιπάλους, οι οποίοι όμως υστερούσαν από πλευράς ταχύτητας και ευελιξίας. Ο Αγαθίας ο Σχολαστικός αναφέρει ότι οι απλοί Καβαλλάριοι έφεραν επίσης λόγχη, όπως και οι Βουκελάριοι, μετά το 550 μ.Χ.

Βασική μονάδα μάχης του Βυζαντινού Στρατού- ως τον 13ο αιώνα- ήταν το τάγμα. Οι Καβαλλάριοι ήταν οργανωμένο σε τάγματα. Το κάθε τάγμα υποδιαιρείτο σε τρείς ίλες (κενταρχίες), η καθεμιά των οποίων διοικείτο από έναν κένταρχο ή κεντάρχη. Ο αρχαιότερος κένταρχος ονομαζόταν ιλάρχης ή ίλαρχος και εκτελούσε χρέη υποδιοικητή και υπασπιστή του τάγματος. Ο διοικητής του τάγματος ιππικού έφερε επίσης τον τίτλο του κόμητος ή ταγματάρχη. Θεωρητικά η κάθε κενταρχία ιππικού περιελάμβανε στις τάξεις της 100 άνδρες, ανεβάζοντας έτσι την αριθμητική δύναμη του τάγματος σε 300 μάχιμους άνδρες. Συνήθως όμως οι κενταρχίες δεν διέθεταν περισσότερους από 80 άνδρες.

Κάθε τάγμα διέθετε έναν ιερέα, έναν γιατρό με τους βοηθούς νοσοκόμους και τραυματιοφορείς του, αριθμό οπλοτεχνιτών, ιπποκόμους των ανδρών, βουκινάτορες (σαλπιγκτές),  κήρυκες, ανιχνευτές και υποζύγια. Οι ιπποκόμοι πολλές φορές συμμετείχαν μάλιστα στις επιχειρήσεις και πολεμούσαν ως ελαφρύ πεζικό, υποστηρίζοντας τους Καβαλλάριους.

Πριν τον επανεξοπλισμό τους και με λόγχες ,οι Καβαλλάριοι πολεμούσαν σε βάθος ως και 8 ζυγών. Πολλές φορές όμως μέρος του τάγματος-συνήθως η μία κεντραχία- «έσπαγε» τους ζυγούς και πολεμούσε σε διάταξη ακροβολισμού, μπροστά από το μέτωπο του τάγματος. Οι λοιποί άνδρες του τάγματος παρέμεναν συντεταγμένοι, έτοιμοι να σπεύσουν σε βοήθεια, ή να εκμεταλλευτούν την επιτυχία των προπομπών.

Ακόμα και συντεταγμένοι πάντως οι ιππείς έπρεπε να διατηρούν τέτοια απόσταση μεταξύ τους ώστε να είναι δυνατή η πλήρης περιστροφή των ίππων τους και η άμεση εκτέλεση μεταστροφής μετώπου. Ο σχηματισμός πάντως που ελάμβανε το τάγμα είχε να κάνει και με τους αντιπάλους που αντιμετώπιζε. Κατά των Βανδάλων, οι οποίοι ήταν βαριά οπλισμένοι και ορμητικοί, αλλά δεν διέθεταν εκηβόλα όπλα, η ασφαλέστερη λύση για τους Βυζαντινούς Καβαλλάριους ήταν να διασπούν τους ζυγούς τους και να πολεμούν ακροβολισμένοι, αποφεύγοντας τις εφόδους του εχθρού και θερίζοντας τον με βέλη. Εναντίον των Σασσανιδών Περσών όμως, οι οποίοι διέθεταν επίσης τόξα, η καλύτερη τακτική ήταν η εξαπόλυση μαζικών βολών, τις οποίες μόνο ένα συντεταγμένο τμήμα ήταν σε θέση να εξαπολύσει.

Με την εισαγωγή της λόγχης στο οπλοστάσιο των καβαλλαριών, το βάθος των σχηματισμών μεταβλήθηκε. Τα επίλεκτα τάγματα τάσσονταν συνήθως σε βάθος 4-7 ζυγών. Από αυτούς οι δύο πρώτοι και ο τελευταίος ζυγός επανδρώνονταν από στρατιώτες οπλισμένους με λόγχη και τόξο και οι υπόλοιποι από τοξοφόρους ιππείς. Αναλόγως του οπλισμού τους οι ιππείς διακρίνονταν σε «Κούρσορες» (προκλάστες) και «Δηφένσορες» (έκδικοι). Οι πρώτοι ήταν όλοι εξοπλισμένοι με τόξο και ήταν  επιφορτισμένοι με την πρόκληση απωλειών στον εχθρό, στη φάση της προσπέλασης και στη φάση της καταδίωξής του. Λειτουργούσαν επίσης ως πλαγιοφύλακες και ως σύνδεσμοι ανάμεσα στα κενά  μεταξύ των τμημάτων. Οι «Δηφένσορες» έφεραν ως πρωταρχικό όπλο την λόγχη. Αποστολή τους ήταν να πολεμούν συντεταγμένοι και να υποστηρίζουν όταν χρειαζόταν τους «Κούρσορες».

Ο Βυζαντινός Στρατός ήταν άριστα οργανωμένος, αποτελώντας την τελειότερη πολεμική μηχανή, εκείνη την εποχή.


http://olympia.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Αστυνομία στο Βυζάντιο και στα νεώτερα χρόνια.


Ο Θεσμός της Αστυνομίας

Οι Αρχές στο Βυζάντιο ήταν:
Ο Έπαρχος της πόλης, ο οποίος ασκούσε την ανώτατη διοικητική εξουσία της πόλης.
Ο Πραίτωρ του δήμου, ο οποίος ασκούσε αστυνομικά καθήκοντα.
Ο Έπαρχος του Σίτου, η αρμοδιότητα του οποίου ήταν να παρακολουθεί τον τρόπο της παρασκευής και της διάθεσης του άρτου.
Οι Επιμελητές.
Οι Πράκτορες της Μυστικής Αστυνομίας.
Ο Κβέστωρ, παρακολουθούσε τις κινήσεις των ξένων και των επισκεπτών της πόλης.

Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ 

Στην περίοδο αυτή στην Ελλάδα για τους Τούρκους υπήρχαν τα κάτωθι πρόσωπα που ασκούσαν αστυνομικά καθήκοντα: 
Ο Βοεβόδας, ο οποίος ήταν διοικητής της επαρχίας. Είχε τη γενική εποπτεία όλων των θεμάτων που είχαν αστυνομικά ενδιαφέροντα.
Ο Καπού-Μπουλούκμπαση, ο οποίος εκτελούσε τις διαταγές του βοεβόδα.
Οι Αγάδες. Αυτοί ήταν Τούρκοι άρχοντες βοηθοί και σύμβουλοι του βοεβόδα.

Για τους Έλληνες αστυνομικά καθήκοντα ασκούσαν: 
Oι Δημογέροντες. Αυτοί είχαν ως αποστολή να μεριμνούν για την εξυπηρέτηση των αναγκών των μελών της κοινότητας. Για την άσκηση αυτής της εξουσίας διόριζαν τους πολιτοφύλακες, τους αγροφύλακες και τους εθνοφύλακες.
Οι Προεστοί. Αυτοί ήταν άρχοντες ανώτεροι των Δημογερόντων, είχαν την γενική εποπτεία αυτών και παρουσιάζονταν ενώπιον των Τουρκικών Αρχών ως προστάτες των καταπιεσμένων Ελλήνων.

Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΕΟΤΕΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ 

Όταν ο Καποδίστριας, ως πρώτος κυβερνήτης του απελευθερωμένου ελληνικού κράτους, έφθασε στο Ναύπλιο το 1828 συνάντησε ερείπια, λιμό και αναρχία. Αυτή την κατάσταση έπρεπε ο Καποδίστριας να μεταμορφώσει σε κράτος και να αποσπάσει την εύνοια των μεγάλων δυνάμεων.Έτσι δόθηκαν οδηγίες στους διορισμένους διοικητές των επαρχιών για την αστυνόμευση με κύρια μελήματα τη δημόσια υγεία, την είσοδο-έξοδο αλλοδαπών και την εσωτερική ασφάλεια. 

Στο Ναύπλιο την ίδια περίοδο (1828) ιδρύθηκε η Πολιταρχεία, η οποία είχε καθήκοντα κυρίως εκτελεστικής δύναμης. Ταυτόχρονα συγκροτήθηκε για την εμπέδωση της δημόσιας ασφάλειας μια Πεντακοσιαρχία υπό τον τίτλο «Eκτελεστική Δύναμη Πελοποννήσου» η οποία διαιρέθηκε σε τμήματα που εγκαταστάθηκαν στην Πελοποννήσου. Επικεφαλής της δύναμης αυτής ήταν ο Ιωάννης Μακρυγιάννης. Η δύναμη αυτή, η οποία είχε θετική δράση στην καταπολέμηση της ληστείας, υπήρξε ο πρόδρομος της Χωροφυλακής. 

Στις 29-01-1829 ο Καποδίστριας με ψήφισμα του δημοσιεύει τον «Κανονισμό της αστυνομίας και καθηκόντων αυτής». Τα καθήκοντα αυτά ήταν κυρίως ο έλεγχος κίνησης αλλοδαπών και κατοίκων άλλων επαρχιών, ο έλεγχος συνομωσιών, ο έλεγχος οπλοφορίας, ο έλεγχος επαιτών, λεσχών και καφενείων, ο έλεγχος οικοδομών, η φρούρηση φυλακών, η εκτέλεση διοικητικών και δικαστικών αποφάσεων, η άσκηση δικαστικής αστυνομίας… 

Με τη δολοφονία του κυβερνήτη το κράτος οδηγήθηκε σε αναρχία και ήταν αδύνατο να παράσχει τη στοιχειώδη προστασία στο λαό από τους ληστές και τους λιμούς. 

Η άφιξη του Όθωνα (1832-1862) βρήκε το κράτος σε άθλια κατάσταση. Την αποκατάσταση της τάξης την ανέλαβε το σώμα των 5.000 Βαυαρών στρατιωτών, το οποίο συνόδευε τον Όθωνα. Στις 15-6-1833 ιδρύθηκε το σώμα της Χωροφυλακής ενώ στις 27-12-1833 καθιερώθηκε και η Δημοτική Αστυνομία με τη διαίρεση της χώρας σε δήμους. 
Στους δήμους την αστυνομική εξουσία την ασκούσε ο Δήμαρχος, ενώ διορίζονταν ως ανώτεροι υπάλληλοι ένας ή δύο «Αστυνόμοι» κάτω από την ευθύνη του Δημάρχου. Με το νόμο της 10-03-1834 οι δήμοι ανέλαβαν και δικαστική εξουσία υπό την καθοδήγηση του εισαγγελέα. Την 31-12-1836 εκδόθηκε βασιλικό διάταγμα «περί δημοτικής αστυνομίας» του οποίου το περιεχόμενο περιείχε τις αρμοδιότητες της νέας αρχής. 
Στα καθήκοντα αυτά περιλαμβάνονταν η τήρηση της ευκοσμίας, της τάξης, της αγορανομίας, της αστυνόμευσης, των ηθών, η δημόσια ασφάλεια, καθώς και προληπτικά μέτρα για την αποτροπή δυστυχημάτων. Αστυνομικά σώματα που ιδρύθηκαν κατά την Οθωνική περίοδο ήταν η Οροφυλακή, η Εθνοφυλακή και η Διοικητική Αστυνομία με περιορισμένα όμως καθήκοντα δημόσιας ασφάλειας όπως η φύλαξη των συνόρων και του συνταγματικού καθεστώτος. 


ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ

Η προέλευση του όρου "ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ" των σύγχρονων κρατών έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελληνική λέξη "ΠΟΛΙΤΕΙΑ", η οποία σήμαινε το σύνολο των Αρχών και η δύναμη ή η εξουσία του προϊσταμένου (άρχοντα) να μεριμνά για τη τήρηση των θεσπισθέντων και να καθιστά αυτά απαραβίαστα.

Ο όρος "ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ" προέρχεται από την σύνθεση των όρων "Άστυ" και "Νόμος", παρελήφθη από τους Ρωμαίους ως "P O L I T I A" με την ίδια έννοια, δηλαδή την έννοια την οποία είχε καθορίσει ο Αριστοτέλης (καλή τάξη-διοίκηση της πόλεως - προστασία της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των πολιτών), με την έννοια την οποία είχε καθορίσει ο Πλάτωνας (κατά Νόμο ρύθμιση της ζωής της πόλεως), ο Ισοκράτης (η ψυχή της πόλεως - το σύμβολο ευφυΐας, αυτή που σκέπτεται τα πάντα και ρυθμίζει κάθε κακό και αντιμετωπίζει πάσα επισυμβαίνουσα συμφορά), αλλά και άλλοι αρχαίοι σοφοί.

Από τη Ρώμη ο όρος "POLITIA", ο οποίος αναφερόταν τόσο στο σύνολο των κρατικών Αρχών αλλά και στην Αστυνομία ειδικότερα, μεταπήδησε στη Γαλλία ως "POLICE" από τη Γαλλία στην Αγγλία με την ίδια ορολογία και από εκεί στη Γερμανία ως "POLIZEI" και στην Ιταλία ως "POLIZIA". 

Ο διεθνής όρος της "Αστυνομίας" με την Ελληνική έννοια ισχύος της "ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ" είναι μια απόδειξη του ρόλου τον οποίο διαδραμάτισε η Ελλάδα από την αρχαιότητα στη Παγκοσμιότητα των Εθνών .

Ο όρος "Πολιτεία" παρατηρούμε ότι μέχρι τον ΙΔ΄ αιώνα σήμαινε την γενική έννοια της Κρατικής εξουσίας. Από τον ΙΔ΄ αιώνα έως τον ΙΗ΄, ο όρος προσδιορίζει πλέον συγκεκριμένα έργα της "Αστυνομίας", αφού καθορίζονται τα νομικά πλαίσια αστυνομικών αρμοδιοτήτων ή έργων που καλύπτουν τη πρόοδο των πόλεων.

Τέλος η αστυνομία σαν θεσμός συνδέεται με την εμφάνιση «της πόλεως» του «άστεως». Το άστυ είναι το πρώτο συνθετικό στοιχείο της έννοιας αστυνομίας. Παράλληλα έχουμε και την εμφάνιση του Δικαίου «του Νόμου», δηλαδή του δεύτερου συνθετικού στοιχείου της ίδιας έννοιας . Έτσι βλέπουμε ότι η πόλη και το Δίκαιο συμπορεύονται στην κοινωνική εξέλιξη.
Ο όρος λοιπόν αστυνομία προήλθε από τη σύνθεση δύο φαινομένων, ενός πραγματικού (άστυ-πόλη) και ενός πνευματικού (Δικαίου–Νόμος).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: «Ιστορία της Αστυνομίας Πόλεως» του Χ. Σταμάτη. 

http://www.policenet.gr
http://www.ellinikoarxeio.com
http://lithosfotos.blogspot.gr
Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Ο Βυζαντινός Στρατός των Παλαιολόγων.


Μετά την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους το 1204 και τη σύσταση του κράτους της Νίκαιας, ο Βυζαντινός Στρατός άλλαξε σε μεγάλο βαθμό. 
Αναγνωρίζοντας την αδυναμία του βυζαντινού ιππικού να αντιπαραταχθεί στους Λατίνους ιππότες, οι ηγέτες της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας συγκρότησαν «αλλάγια» μισθοφόρων ιπποτών, τα λεγόμενα «Λατινικά».
Το εγγενές ιππικό συγκροτούσαν οι «Στρατιώτες», οι οποίοι ήταν ιππείς. Ονομάζονταν και «Προνοιάριοι» γιατί ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους λάμβαναν εκτάσεις γης, τις λεγόμενες πρόνοιες.
Το πεζικό αποτελούνταν από σκουτάτους (ασπιδοφόρους), τους λεγόμενους «Κονταράτους», τακτικούς τοξότες –με θώρακα, ασπίδα, κράνος και σπαθί– και ελαφρούς τοξότες και σφενδονήτες. Οι «Κονταράτοι» έφεραν μακρύ δόρυ, σπαθί και μακριά, δυτικού τύπου, αμυγδαλόσχημη ασπίδα. Οι πρώτοι ζυγοί έφεραν και αλυσιδωτό ή δερμάτινο θώρακα. Παρατάσσονταν σε βάθος 8 συνήθως ζυγών. Δεν διέθεταν οργανικά τμήματα τοξοτών, όπως στο παρελθόν, για την άμεση υποστήριξή τους. Αντίθετα, υπήρχαν τμήματα τοξοτών που πολεμούσαν με ομοβροντίες βελών, ταγμένα σε πυκνό σχηματισμό. Οι τοξότες αυτοί έφεραν επίσης ελαφρά θωράκιση, κράνος, ασπίδα κα σπαθί και μπορούσαν να πολεμήσουν και εκ του συστάδην. Ήταν όμως λίγοι.
Αντίθετα, ο όγκος των τοξοτών αποτελείτο από άνδρες αθωράκιστους, που πέραν του τόξου έφεραν και ένα σπαθί ή ένα εγχειρίδιο. Οι άνδρες αυτοί πολεμούσαν κατά βάση σε χαλαρή τάξη, ως ακροβολιστές. Τμήματα ενδιάμεσου πεζικού, αντίστοιχα των αρχαίων πελταστών, υπήρχαν. Προέρχονταν κυρίως από την Πελοπόννησο και συγκεκριμένα από τη Λακωνική Μάνη. Ήταν οι Τσάκωνες, οι οποίοι υπηρετούσαν και ως πεζοναύτες στον αυτοκρατορικό στόλο.
Το 1261 ο Μιχαήλ Παλαιολόγος εισερχόταν θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη. Είχε προηγηθεί η συντριπτική νίκη του στρατού του στη μάχη της Πελαγονίας, εναντίον των Φράγκων κατακτητών της Ελλάδας. Εκεί, ο αρχιστράτηγος των Βυζαντινών, σεβαστοκράτορας, Ιωάννης Παλαιολόγος, παρέταξε μια στρατιά 10.000 περίπου ανδρών, εκ των οποίων το 1/3 ήταν γηγενείς στρατιώτες, από τη Μικρά Ασία, τη Θράκη και τη Μακεδονία. Διέθετε όμως και ένα σημαντικό αριθμό μισθοφόρων, κυρίως Κουμάνων ιπποτοξοτών, αλλά και Λατίνων βαρέων ιππέων.
Ο Μιχαήλ κατήργησε το «Λατινικόν». Πολλοί από τους άνδρες του είχαν ήδη εξελληνιστεί, όμως, και παρέμειναν στον αναδιοργανωμένο στρατό στα τάγματα των «Καβαλαριών», τα οποία εκπαιδεύτηκαν να πολεμούν, όπως οι Φράγκοι ιππότες, να εκτελούν δηλαδή ταχείες επελάσεις με τη λόγχη, σε πυκνούς σχηματισμούς.
Οι «Καβαλάριοι», το πλέον επίλεκτο σώμα του ιππικού, ήταν ολιγάριθμοι. Αποτελούσαν μόλις το 1/5 της συνολικής δύναμης του ιππικού. Το λοιπό βαρύ ιππικό αποτελούταν από τα τάγματα των «Στρατιωτών». Οι «Στρατιώτες» έφεραν, όπως και οι «Καβαλάριοι», λόγχη, σπάθη, ασπίδα και ενίοτε σιδηρά κορίνα (κεφαλοθραύστη). Ενώ όμως οι «Καβαλάριοι» έφεραν στο σύνολό τους αλυσιδωτό θώρακα, οι «Στρατιώτες» ή «Προνοιάριοι», έφεραν συνήθως κατώτερη θωράκιση. Επίσης, οι «Στρατιώτες» υστερούσαν σε εκπαίδευση και δεν μπορούσαν να πολεμήσουν όπως οι «Καβαλάριοι».
Το μεγάλο πρόβλημα του βυζαντινού ιππικού της περιόδου ήταν ότι, λόγω των δυτικών επιρροών, το τόξο είχε εγκαταλειφθεί ως όπλο από το βαρύ και το μέσο ιππικό. Με τόξο εξοπλίζονταν μόνο διάφορα τμήματα μισθοφόρων, κυρίως ελαφρών ιππέων. Από τα γηγενή τμήματα με τόξο ήταν εξοπλισμένοι οι λεγόμενοι «Βαρνταριώτες» ελαφροί ιππείς της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Οι «Βαρνταριώτες» ήταν απόγονοι Ούγγρων και Κουμάνων κυρίως μεταναστών, οι οποίοι κατοικούσαν στην κοιλάδα του Αξιού (Βαρδάρη) και σταδιακά εξελληνίστηκαν. Επίσης, υπήρχε και το σώμα των «Τουρκοπούλων», οι οποίοι ήταν εκχριστιανισμένοι και εξελληνισμένοι Σελτζούκοι Τούρκοι, που πολεμούσαν με τον παραδοσιακό τους τρόπο, ως ελαφροί ιπποτοξότες.

http://olympia.gr
Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...