Μπορείτε να μας βρείτε σε ένα ιστολόγιο για την ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ...ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ 2 και ένα ιστολόγιο για την ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ...ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ 3.Με τιμή,
Πελασγός και συνεργάτες


ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ : Η "ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ" ΠΕΡΝΑΕΙ ΣΕ ΦΑΣΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΤΟΠΟΥ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΙ.. ΣΥΝΤΟΜΑ...


«Το Γένος ποτέ δεν υποτάχθηκε στο Σουλτάνο! Είχε πάντα το Βασιλιά του, το στρατό του, το κάστρο του. Βασιλιάς του ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, στρατός του οι Αρματωλοί και κλέφτες, κάστρα του η Μάνη και το Σούλι»

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

Θ.Κολοκοτρώνης: «Ό,τι κάμομε θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους»



Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνη είναι από πάσης απόψεως ο σημαντικότερος Ελληνες της νεότερης Ελλάδας. Η δράση του και κυρίως τα αποτελέσματα αυτής, «έδωσαν» το πρώτο ενιαίο ελληνικό κράτος.

Κατάυτο τον τρόπο έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακόμα και σήμερα οι ρήσεις του και ειδικά μια «προρρήση» του παππού του, έστω και αν αυτή δεν επιβεβαιώθηκε:

«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση», ανακαλούσε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στην Πνύκα στις 7 Οκτωβρίου 1838, «δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;", αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».

Η εξέχουσα στρατιωτική και πολιτική φυσιογνωμία του 1821, ο πιο αγαπητός αντάρτης, δεν αμφέβαλε ποτέ για τη νικηφόρα έκβαση του εθνικού ξεσηκωμού.

Ένα πράγμα φοβόταν μόνο: τους Έλληνες, τους «προσκυνημένους» όπως τους αποκαλούσε, οι οποίοι σε συνάρτηση και με την επέλαση του Ιμπραήμ έθεταν σε άμεσο κίνδυνο τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα: «Μόνον εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα διά την πατρίδα μου», έλεγε στα απομνημονεύματά του.

Η γέννηση του εθνικού μας ήρωα και η «προφητεία» του παππού του που δεν επιβεβαιώθηκε

Όταν απέτυχε η επανάσταση του 1770, τα λεγόμενα Ορλωφικά, οι Τούρκοι ανελέητα έσφαζαν στο πέρασμά τους τον άμαχο πληθυσμό. Ανάμεσα σε όσους έφευγαν για να γλιτώσουν από το μίσος του κατακτητή ήταν και η μάνα του Θόδωρου Κολοκοτρώνη. Αν και ετοιμόγεννη πήρε το δρόμο προς τη Μεσσηνία μαζί με το υπόλοιπο πλήθος και από εκεί προς το Ραμαβούνι, για να γλυτώσει και εκείνη αλλά και το παιδί που κουβαλούσε στην κοιλιά της.

Στις 3 Απριλίου 1770 την έπιασαν οι πόνοι. Ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο και έφερε στον κόσμο ένα υγιέστατο αγόρι, τον πρωτότοκο γιο του περίφημου αρματολού Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, που είχε πρωτοστατήσει στην υποκινούμενη από τους Ρώσους ένοπλη εξέγερση της Πελοποννήσου το 1770.

Αυτό το αγόρι έμελλε να γίνει ο πιο διάσημος Έλληνας, ο πολέμαρχος Θόδωρος Κολοκοτρώνης. Κάτω από ένα δέντρο φτελιάς είδε για πρώτη φορά το φως του ήλιου και εκείνη ακριβώς τη στιγμή λες κι έκανε μια «μυστική συμφωνία» με το Θεό να «καθαρίσει» τον ελληνικό αέρα.

Ο παππούς του, όταν του έδιναν τα συχαρίκια για τον ερχομό του αρσενικού εγγονού, κουνούσε θλιβερά το κεφάλι του μονολογώντας: «Εάν τύχει και γλυτώσουμε τώρα από το τουρκικό μαχαίρι, αυτό το παιδί θα μεγαλώσει, θα παντρευτεί, θα κάνει παιδιά, αλλά ποτέ ούτε εκείνος ούτε εκείνα δεν θα δουν τη λευτεριά μας». Πόσο έξω έπεσε…

Το παιδί που γεννήθηκε την ώρα της φυγής και της μεγάλης σφαγής, έγινε στρατάρχης του ’21 και πολέμησε για το ύψιστο αγαθό που απολαμβάνουμε εμείς σήμερα: Την ελευθερία!

Γνώρισε νωρίς την ορφάνια. Σε ηλικία 10 ετών, έχασε τον πατέρα του όταν εκείνος σκοτώθηκε από τον κατακτητή, έπειτα από προδοσία τούρκου φίλου του. Μπορεί η μητέρα του, ο ίδιος και τα τέσσερα αδέλφια του να γλίτωσαν τη σφαγή και να κατέφυγαν στη Μάνη αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν για να γλυτώσουν από τους Τούρκους.

Τα χαστούκια που τον πείσμωσαν και η υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του

Μια μέρα που είχε βρέξει πολύ, έμπαινε με το γαϊδουράκι του φορτωμένο ξύλα στη Τρίπολη. Το ζώο γλίστρησε, παραπάτησε σε μια λακκούβα με νερά και πιτσίλισε τα ρούχα διερχόμενων Τούρκων. Ένας από αυτούς αγριεμένος του έδωσε δύο χαστούκια. Ο Κολοκοτρώνης, 13 ετών τότε, τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια και ορκίστηκε μέσα του: αυτό το χαστούκι θα το γυρνούσε. Στην Τρίπολη δεν θα γυρνούσε παρά το 1821, ως στρατηγός των Ελλήνων πια, πορθητής και εκδικητής.

Αν και σχεδόν αγράμματος γνώριζε αρκετά καλά την ιστορία του γένους του. Στα 15 του εισχώρησε στα σώματα των κλεφτών της Πελοποννήσου και λίγο αργότερα, το 1787, οι κάτοικοι του Ακόβου τον διόρισαν οπλαρχηγό της περιοχής.

Σε ηλικία 20 χρονών, παντρεύτηκε τη μικρότερη κόρη του προεστού του Ακόβου, Κατερίνα Καρούσου, και απέκτησε 6 παιδιά (3 γιους και 3 κόρες, ενώ αργότερα φέρεται να απέκτησε άλλον έναν γιο, καρπό της σχέσης του με μια Υδραία). Αγρότης, κτηνοτρόφος και μυλωνάς, ζούσε μία ήρεμη ζωή.

Διακρίθηκε για τη γενναιότητά του και έγινε πρωτοπαλίκαρο, πριν συγκροτήσει δικό του σώμα και αναπτύξει πλούσια δράση. Από το 1797, οι Τούρκοι τον βάζουν στο μάτι και τα επόμενα χρόνια επιδόθηκε σε σφοδρό ανταρτοπόλεμο με τα 60 παλικάρια του. Αποτέλεσμα; Το 1802 εκδόθηκε φιρμάνι από την Υψηλή Πύλη εναντίον του, να σκοτώσουν δηλαδή με κάθε τρόπο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη!

Οι Τούρκοι τον καταδιώκουν και πάντα βρίσκονται καλοθελητές που τον προδίδουν.

Τον Απρίλιο του 1806 φτάνει τελικά στη Ζάκυνθο όπου θα περάσει 15 ολόκληρα χρόνια. Κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1819 έχασε τη γυναίκα του. Επόμενος σταθμός ήταν η Μάνη.

Στις 23 Μαρτίου 1821 ύψωσε μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη το λάβαρο της ελληνικής επανάστασης στην Καλαμάτα και τέθηκε επικεφαλής πολλών ακόμα αγωνιστών, απελευθερώνοντας την πόλη.

Αμέσως μετά έβαλε σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), συμβάλλουν στην ανάδειξή του σε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η Τριπολιτσά είναι και πάλι ελεύθερη, χάρη στις μάχες των Ελλήνων παλικαριών που στάθηκαν σαν δέντρα αγέρωχα μπροστά στον τούρκο εισβολέα.

Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Κολοκοτρώνη στα «Απομνημονεύματά» του για την κατάληψη της Τριπολιτσάς:

«Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: "Άιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί", και διέταξα και το έκοψαν».

Στη μάχη των Δερβενακίων (26-28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων.

Την ίδια στιγμή βέβαια που ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι αγωνιστές δοξάζονταν στα πεδία των μαχών, οι πολιτικοί άντρες θέλησαν να αμφισβητήσουν την εξουσία του. Κάπως έτσι ξεσπά η πρώτη εμφύλια διαμάχη μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών.

Στις 13 Νοεμβρίου 1824, οι πολιτικοί αντίπαλοι του Κολοκοτρώνη σκότωσαν τον γιο του Πάνο. Ο θάνατος του πρωτότοκου γιου του τον καταρράκωσε. Ο Κολοκοτρώνης παραδόθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 1824 για να τερματιστεί ο εμφύλιος. Στις 6 Φεβρουαρίου 1825 φυλακίστηκε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Ύδρας, αν και τον αποφυλάκισαν άρον-άρον το 1825 καθώς ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ.


Στο Ναύπλιο, μετά την αποφυλάκισή του, μίλησε ανεβασμένος σε μια πέτρα στο πλήθος που παραληρούσε: «Έλληνες! Πριν βγω στ’ Ανάπλι, έριξα στη θάλασσα τα πικρά τα περασμένα. Κάντε και σεις το ίδιο. Στο δρόμο που περνάγαμε για να ρθούμε στην εκκλησιά, είδα να σκάβουν κάποιοι άνθρωποι. Ρώτησα και μου είπαν πως σκάβουν να βρούνε κρυμμένο θησαυρό. Εκεί στο λάκκο μέσα ρίξτε και τα μίση τα δικά σας. Έτσι θα βρεθεί κι ο χαμένος θησαυρός».

Την ίδια στιγμή, εκτόξευε φοβέρες στον Ιμπραήμ: «Όχι τα κλαριά να μας κόψεις, όχι τα δένδρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μήτε πέτρα απάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνάμε. Μόνο ένας Έλληνας να μείνει, πάντα θα πολεμούμε. Και μην ελπίζεις πως τη γη μας θα την κάνεις δική σου, βγάλ’ το από το νου σου».

«Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»

Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1827, η Πελοπόννησος εξακολουθούσε να υφίσταται λεηλασίες και καταστροφές από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Οι Έλληνες κατέφευγαν πάντα σε ανταρτοπόλεμο, για τον οποίο παρατηρεί ο Κολοκοτρώνης στα «Απομνημονεύματά» του: «O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».

Οι εξαντλημένοι Πελοποννήσιοι συνέχιζαν την αντίσταση όπως μπορούσαν και τότε ο Ιμπραήμ εφάρμοσε τη μέθοδο του μαζικού προσκυνήματος. «Προσκύνημα» ονομαζόταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η δήλωση υποταγής μεμονωμένων ατόμων ή ολόκληρων ομάδων (ή ακόμα και περιοχών) προς τον κατακτητή, εναντίον του οποίου είχαν προηγουμένως εξεγερθεί. Η αποδοχή της υποταγής εκφραζόταν έμπρακτα από τους Τούρκους με χορήγηση στους προσκυνημένους ειδικού πιστοποιητικού, γνωστού ως «προσκυνοχάρτι». Έτσι οι επαναστατημένοι επανέρχονταν στην κατάσταση του νομιμόφρονα υπηκόου.

Σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες, ο Κολοκοτρώνης με το σύνθημα «Φωτιά στα σπίτια και τσεκούρι στην περιουσία και το λαιμό εκείνων που κάνουν τα χατίρια των Τούρκων. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!», εξαπέλυσε φόβο και τρόμο στους προσκυνημένους και αναζωπύρωσε τη σπίθα μίας επανάστασης που έδειχνε ετοιμοθάνατη.

Η δίκη και φυλάκιση

Ο Κολοκοτρώνης δεν σταμάτησε να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά πράγματα της εποχής έως και το τέλος της Επανάστασης.

Ένθερμος οπαδός της πολιτικής του Καποδίστρια, πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την ενθρόνιση του Όθωνα αν και με την έλευση του τελευταίου, στις 30 Ιανουαρίου 1832, έγινε στόχος συκοφαντιών και ραδιουργιών εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων.

Η σκευωρία που στήθηκε εναντίον του κατέληξε τελικά στο να κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία και να συλληφθεί στις 6 Σεπτεμβρίου 1833 από κοινού με τους Πλαπούτα, Τζαβέλα, Νικηταρά και άλλους στρατιωτικούς ηγέτες με την κατηγορία ότι προετοίμαζαν συνομωσία εναντίον του ανήλικου βασιλιά και της κυβέρνησής του.

Η διαβόητη δίκη άρχισε στο Ναύπλιο στις 30 Απριλίου 1834 και διήρκησε μέχρι τις 26 Μαΐου. Όσον αφορά στις βαρύτατες κατηγορίες επρόκειτο περισσότερο για αοριστίες που δεν θεμελίωναν νομικά την παραπομπή των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα, πόσο μάλιστα για εσχάτη προδοσία.

Η εμφάνιση του Κολοκοτρώνη στο εδώλιο του κατηγορουμένου συγκλόνισε το ακροατήριο. Ερωτηθείς ο Γέρος του Μοριά «τι επάγγελμα έχεις;», έδωσε την ιστορική απάντηση: «Στρατιωτικός. Κρατάω σαράντα εννιά χρόνους στο χέρι το ντουφέκι και πολεμώ για την πατρίδα». Το δέος απαθανατίστηκε ακόμα και στο πρόσωπο των εχθρών του οπλαρχηγού.


Ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας καταδικάστηκαν σε θάνατο και φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι. Ο Γέρος ήταν 64 ετών. Λίγο αργότερα η ποινή του μετατράπηκε σε εικοσαετή κάθειρξη από τον βασιλιά, με τον Κολοκοτρώνη να υποδέχεται τα νέα της μετατροπής της ποινής του ως εξής: «Θα γελάσω τον βασιλιά! Δεν θα ζήσω τόσους (χρόνους)!»…

Το τέλος ενός Μεγάλου άντρα

Τον Μάιο του 1835, μετά την ενηλικίωση του Όθωνα, ο Κολοκοτρώνης έλαβε βασιλική χάρη και αποφυλακίστηκε. Αποκαμωμένος και εξουθενωμένος από τις άθλιες συνθήκες κράτησης αλλά και την ταπείνωση κατέφυγε στην Αθήνα. Τιμήθηκε με τον βαθμό του στρατηγού, διορίστηκε σύμβουλος Επικρατείας, βραβεύτηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος, ορίστηκε μέλος της επιτροπής για την ανέγερση του Πανεπιστημίου Αθηνών και στάθηκε πιστός σύμβουλος του Όθωνα.


Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 Φεβρουαρίου 1843, σε ηλικία 73 ετών από εγκεφαλικό επεισόδιο. Αφού στεφάνωσε τον γιο του και ευθύμησε στον γάμο του, πήγε στις 3 Φεβρουαρίου, στον βασιλικό χορό, φανερά ευδιάθετος, όπου και αστειεύτηκε με τους παλιούς του συντρόφους, συνομίλησε με τον Όθωνα και ήπιε άφθονο κρασί. Κάποια στιγμή παρακάλεσε τον βασιλιά να διατάξει τους μουσικούς να παίξουν ελληνικούς χορούς. Τα δημοτικά τραγούδια αντήχησαν στα σαλόνια του παλατιού. Γύρω στα μεσάνυχτα «επέστρεψεν χαίρων εις την οικίαν του, κατεκλίθη εις την στρώμνην του, όπου κοιμόμενον τον προσέβαλεν η αποπληξία» (εφημερίδα «Αιών»).

Ήταν ένας από τους λίγους Κολοκοτρωναίους που πέθανε στο κρεβάτι και όχι στη μάχη. Ίσως γιατί γεννήθηκε πάνω σε μάχη.

Πριν «φύγει» υπαγόρευσε τα απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη τα οποία εκδόθηκαν το 1846 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και είναι μια ανεκτίμητη πηγή της Εθνικής μας Ιστορίας, που φωτίζει γεγονότα της επανάστασης του 1821.

«Είδα τότε ότι, ό,τι κάμομε, θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους»

ΑΓΑΛΜΑ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

Ο Κολοκοτρώνης θεωρούσε πάντα πως οι Έλληνες έχουν χρέος να πολεμήσουν μόνοι τους για την ανεξαρτησία τους. Εξάλλου αντιμετώπιζε με δυσπιστία την ανάμειξη των ξένων δυνάμεων στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας, πιστεύοντας πως αυτή γινόταν πρωτίστως για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.

«Ό,τι κάμομε θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους» έλεγε και ξαναέλεγε κρατώντας έτσι υψηλό το σθένος και το φρόνημα των Ελλήνων. Για αυτό και πάντα τους αποκαλούσε Έλληνες, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να τους κάνει να συνειδητοποιήσουν την ιστορία τους αλλά και την υψηλή αποστολή που έχουν για τη σωτηρία ολόκληρου του ελληνικού έθνους.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

25 Μαρτίου: Η ιστορική απολογία του Κολοκοτρώνη


Η επέτειος της 25ης Μαρτίου πλησιάζει και στο μυαλό των Ελλήνων που τα τελευταία επτά χρόνια δοκιμάζονται σκληρά από τα προδοτικά μνημόνια, έρχονται οι ένδοξες ημέρες και ιστορικές ημέρες της επανάστασης του 1821 και οι ήρωές της, με πρώτον απ’ όλους, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Στις 20 Μαρτίου του 1834, δικάστηκαν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Δημήτρης Πλαπούτας …ως συνωμότες και η κατηγορία που αντιμετώπιζαν ήταν αυτή της εσχάτης προδοσίας!

Η πραγματική αιτία ήταν ότι οι Άγγλοι ήθελαν να “αποδομήσουν” τον Γέρο του Μοριά που που θεωρούνταν “ρωσόφιλος”. Βρήκαν εύκολα εγχώριους “υπερπατριώτες” και τον έστειλαν κατηγορούμενο, μαζί με τον Πλαπούτα!

Η απολογία του Κολοκοτρώνη όπως καταγράφεται από το ΓΕΣ και από το βιβλίο του ταξίαρχου Γεωργίου Καραμπατσόλη «Η δίκη των στρατηγών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα».

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ορκίζομαι να είπω την αλήθεια και μόνη την αλήθεια εις ό,τι ερωτηθώ.
Ορκίζομαι. (Κάθονται όλοι στις θέσεις τους).

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πώς ονομάζεσαι;
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Από πού κατάγεσαι;
Από το Λιμποβίσι της Καρύταινας.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πόσων ετών είσαι;
Εξήντα τέσσερων.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι επάγγελμα κάνεις;
Στρατιωτικός. Στρατιώτης ήμουνα. Κράταγα επί 49 χρόνια στο χέρι το ντουφέκι και πολεμούσα νύχτα μέρα για την πατρίδα. Πείνασα, δίψασα, δεν κοιμήθηκα μια ζωή. Είδα τους συγγενείς μου να πεθαίνουν, τ΄ αδέρφια μου να τυραννιούνται και τα παιδιά μου να ξεψυχάνε μπροστά μου. Μα δε δείλιασα. Πίστευα πως ο Θεός είχε βάλει την υπογραφή του για τη λευτεριά μας και πως δεν θα την έπαιρνε πίσω.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι απολογείσαι για την κατηγορία που σου αποδίδεται;
Τον απερασμένο Ιούλη διάηκα στην Τριπολιτσά για να στεφανώσω εν’ αντρόγενο. Από κεί τράβηξα, μαζί με τη νύφη μου, για το μοναστήρι της Άγια-Μονής. Την παραμονή της Παναγιάς ήρθε κι ο Ρώμας στην Καρύταινα όπου καθίσαμε κάνα δυο μέρες. Έπειτα ο Ρώμας έφυγε κι εγώ γύρισα στην Τριπολιτσά στις 18 τ’ Αυγούστου.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είχες προηγουμένως άλλες συναντήσεις με το Ρώμα;
Δεν είχα πριν καμία συνάντηση μαζί του. Τον αντάμωσα για πρώτη φορά στην Τριπολιτσά. Μακριές ομιλίες δεν είχαμε. Τρώγαμε όμως μαζί.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και τι λέγατε;
Τα συνηθισμένα όπου λένε οι άνθρωποι όταν τρώνε αντάμα ψωμί.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν είχες την περιέργεια να ρωτήσεις τον Ρώμα για τα όσα διέδιδε περί Αντιβασιλείας;
Καμία περιέργεια δεν έβαλα στο νου μου.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον άλλον καιρό τι έκανες στην Τριπολιτσά;
Πάγαινα στο παζάρι. Σύναζα τους χωριάτες και τους μίλαγα επειδής ήτανε ερεθισμένοι από κείνους τους διαβόλους τα νόμιστρα. Τους έλεγα: «Βρε τσομπάνηδες, τι πλερώνατε τον καιρό της τουρκιάς και τι πλερώνετε τώρα; Δεν πλερώνετε τώρα λιγότερα απ’ τον καιρό της τουρκιάς;». Και τους τ’ απόδειχνα με παραδείγματα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον πρίγκιπα Μπρέντ τον γνωρίζεις;
Ναι, τον γνωρίζω. Ήρθε μάλιστα στην Τριπολιτσά για να δη το Ρώμα. Σα μπατζανάκης του που είναι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι παράγγειλες μ’ αυτόν στο γιο σου το Γενναίο στ΄ Ανάπλι;
Τίποτα. Ούτε είχα και τίποτα να του παραγγείλω.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ποιοι άλλοι ήταν τότε στην Τριπολιτσά;
Ο Νικηταράς και Πλαπούτας που είχανε έρθει απ’ τα χωριά τους.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι άκουσες περί μιας αναφοράς εναντίον της Αντιβασιλείας και των Βαυαρών;
Δεν άκουσα τίποτα ούτε και μου μίλησε ποτέ κανείς για καμία τέτοια ανα-φορά.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν άκουσες τίποτα;
Όχι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Γνωρίζεις τους ληστές Κοντοβουνήσιο, Μπαλκανά και Καπογιάννη;
Τον Κοντοβουνήσιο τον γνωρίζω απ’ τον εμφύλιο πόλεμο. Ο Μπαλκανάς ήτανε γουρνοβοσκός. Τον κατάτρεχα. Δυο φορές μου ‘φυγε απ’ τα σίδερα. Τον Καπογιάννη δεν τον γνωρίζω.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον γραμματικό του Κοντοβουνίσιου, Χρήστο Νικολάου, τον ξέρεις;
Ναι. Είν’ ένα ξόανο παιδαρέλι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον Αλωνιστιώτη τον γνωρίζεις;
Τον γνωρίζω, είναι μάλιστα και συγγενής μου.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ήξερες πως θα πήγαινε στη Λιβαδειά;
Όχι, δεν το ήξερα. Απ’ τον κόσμο το άκουσα πως πήγε.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν τον είχες δει προηγουμένως;
Όχι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: (Δείχνοντάς το). Είναι αληθινό αυτό το γράμμα του Υπουργού των Εξωτερικών της Ρωσίας προς εσένα;
Ναι, είναι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πώς πήρε αφορμή να σου γράψει ο Ρώσος υπουργός;
Ήταν απάντηση σ’ ένα δικό μου γράμμα. Πήρ’ αφορμή για να του γράψω από τούτο δω το περιστατικό: Άμα ήρθε ο Βασιλιάς μας, ο πρεσβευτής της Ρωσίας Ρούκμαν άφησε ένα γράμμα του στο περιβόλι μου συστήνοντάς με στους Ρώσους καπετάνιους του Αιγαίου. Γι’ αυτό έκαμα κι εγώ ένα ίδιο γράμμα συστήνοντας αυτόν και το ναύαρχό τους Ρίκορντ σε δικούς μας. Δε μου πέρασε η ιδέα πως αυτό βλάφτει είτε είν’ εμποδισμένο. Τόκαμα από λεπτότητα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι άλλο έγραφες σ’ αυτό το γράμμα;
Τίποτις άλλο απ’ τη σύσταση. Όσο για το γράμμα που έλαβα έλεγε ν’ αγαπούμε το βασιλιά μας και τη θρησκεία μας. Άλλο δε θυμούμαι. Σ’ αυτό φαίνεται τι μου γράφει ο Ρώσος υπουργός, φανερώνοντας έτσι με ποιο πνεύμα τούγραψα κι εγώ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πότε έφυγες για τελευταία φορά από δω;
Δε θυμάμαι καλά. Θαρρώ στις αρχές του Ιούλη. Ήτανε η πρώτη φορά που ‘φυγα από όταν ήρθε ο βασιλιάς.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και γιατί έφυγες;
Η αιτία όπου μ’ έκανε ν’ αφήσω την εδώ ήσυχη ζωή μου είναι, πρώτο γιατί εγώ είμαι βουνίσιος και με πειράζει η ζέστη, δεύτερο για να στεφανώσω ένα αντρόγενο και τρίτο γιατί μούγραψε ο γιος μου ο Γενναίος μην αρρωστήσω και γι’ αυτό καθόμουνα στην Τριπολιτσά για τον καθαρό αέρα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και σ’ όσους ερχόντουσαν να σε ιδούν τι τους έλεγες;
Τους συμβούλευα, καθώς έκανα και στην Άγια-Μονή, όπου έβαλα λόγο γι’ αυτό.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έχεις άλλο τίποτα να πεις για όσα σε κατηγορούν;
Τούτω δω μονάχα. Μετά το φόνο του Κυβερνήτη η Πατρίδα ήτανε χωρισμένη στα δύο. Εγώ άμα έμαθα το διορισμό του Βασιλιά, έκαμα τη σημαία του και σύναξα κι όλους τους φίλους μου και κάμαμε μιαν αναφορά στη Βαυαρία φανερώνοντας την αφοσίωσή μας. Όταν ήρθ’ ο Βασιλιάς σκόρπισα τους ανθρώπους μου κι ησύχασα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τότε, γιατί αντενέργησες στο βασιλιά σου και στην Αντιβασιλεία.
Εγώ ν’ αντενεργήσω; Μα δε ξέρετε λοιπόν κι εσείς οι ίδιοι κι όλοι οι Έλληνες πόσο πάσκισα στον καιρό του σηκωμού ν’ αποχτήσει το έθνος κεφαλή και να μου λείψουν οι φροντίδες; Άμα ο Θεός μου ‘δωσε Βασιλέα, εγώ είπα σ’ όλους τους φίλους μου: «Τώρα είμ’ ευτυχισμένος. Θα κρεμάσω την κάπα μου στον κρεμανταλά και θα πλαγιάσω στην καλύβα μου ν’ αποθάνω ήσυχος κι ευχαριστημένος».

Αυτά είπε ο Γέρος και κάθισε στον πάγκο του, ενώ στην αίθουσα απλώθηκε βαθιά σιωπή και αγωνία.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Ν.Πλαστήρας: Η Ελλάδα πεινάει κι εμένα θα μου βάλετε …τηλέφωνο;!


Όταν πέθανε ο Πλαστήρας στις 26/7/1953 τον έντυσαν το νεκρικό κοστούμι, που το αγόρασε ο φίλος του Διονύσιος Καρρέρ – γιατί ο ίδιος τον μισθό του τον πρόσφερε διακριτικά σε άπορους και ορφανά παιδιά – ο δε γιατρός, που ήταν παρών και υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, μέτρησε στο ταλαιπωρημένο κορμί του: 27 σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα.

Ο Μαύρος Καβαλάρης, ο Στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, ο άνθρωπος που προστάτεψε τους πρόσφυγες της Μικρασίας στην Μεγάλη Καταστροφή και επιχείρησε απεγνωσμένα να επουλώσει τις πληγές του εμφυλίου αλλά και να μοιράσει δίκαια το ψωμί στον ελληνικό Λαό.

Ο Πρωθυπουργός ο οποίος πέθανε στο στρατιωτικό ράντζο χωρίς να αφήσει ούτε μία δραχμή και του οποίου ο αδελφός έψαχνε δουλειά ως εργάτης, χωρίς να επικαλείται το όνομα του αδελφού του, Στρατηγού και Πρωθυπουργού.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

Μέγας Αλέξανδρος: Πώς ήταν η όψη και η σωματική του διάπλαση;

Η σωματική διάπλαση του Αλεξάνδρου δεν ήταν ανάλογη των επιτευγμάτων του.

Σε αντιδιαστολή προς το Δαρείο και την οικογένειά του, που ήταν ψηλοί, εκείνος ήταν τόσο μικρόσωμος, ώστε η μητέρα του Δαρείου να νομίσει ότι βασιλιάς ήταν ο πιο σωματώδης Ηφαιστίων και ώστε να χρειαστεί ένα τραπεζάκι για τα πόδια του, που δεν έφταναν ως το πάτωμα, όταν στα Σούσα κάθισε στο θρόνο του Δαρείου.

Επίσης λέγεται ότι δεν ήξερε κολύμπι, ωστόσο τίποτα απ’ αυτά δεν τον εμπόδιζε να μάχεται με γενναιότητα στη πρώτη γραμμή.

Στη μάχη της Χαιρώνειας σε ηλικία μόλις 18 ετών λέγεται ότι διέσπασε πρώτος τις γραμμές του Ιερού Λόχου των Θηβαίων, στη μάχη του Γρανικού βρισκόταν ακριβώς πίσω από το τμήμα παραπλάνησης και γύρω απ’ αυτόν έγινε η πιο πεισματική ιππομαχία.

Γενικά πολεμούσε στις τάξεις της βασιλικής ίλης του εταιρικού ιππικού, αλλά όποτε η κατάσταση το απαίτησε, ηγήθηκε και άλλων στρατιωτικών τμημάτων. Όταν οι Τύριοι αιφνιδίασαν και αποσυντόνισαν τον κυπριακό στόλο, μπήκε σε μία πεντήρη και κατάφερε να τους απωθήσει.

Μόλις προκλήθηκε το καθοριστικό ρήγμα στα τείχη της Τύρου, ήταν από τους πρώτους που τα πάτησαν. Στην πολιορκία των Σαγγάλων βλέποντας ότι το ιππικό δεν μπορούσε να υπερβεί τα εχθρικά κωλύματα, ξεπέζεψε και επιτέθηκε στους Καθαίους επικεφαλής της φάλαγγας.

Σύμφωνα με τον μαθητή του Αριστοτέλη, τον φιλόσοφο Αριστόξενο τον Ταραντίνο, ο Αλέξανδρος ήταν ακριβώς όπως τον απεικόνιζαν οι ανδριάντες του Λυσίππου, το κεφάλι του έγερνε ελαφρά προς τα αριστερά και το βλέμμα του ήταν υγρό.

Η επιδερμίδα του ήταν λευκή, κι επειδή τονίζεται επαρκώς ότι ο Απελλής έκανε λάθος στον πίνακα, που τον απεικόνιζε κεραυνοφόρο σαν τον Δία, και ότι τον απέδωσε πολύ μελαχροινό, συμπεραίνουμε ότι ήταν χαρακτηριστικά λευκός.

Επιπλέον είχε μία ελαφρά κοκκινωπή απόχρωση στο πρόσωπο και δεν είχε γενειάδα, ενώ σε αρκετές παραστάσεις, όπως στο διάσημο ψηφιδωτό της Πομπηίας, απεικονίζεται με χαρακτηριστική φαβορίτα.

Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι κι άλλοι εταίροι, περίπου συνομήλικοί του, όπως ο Ηφαιστίων, απεικονίζονται επίσης χωρίς γενειάδα. Διάφοροι βασιλείς της ελληνιστικής περιόδου εμφανίζονται κι αυτοί αγένειοι οδηγώντας μας στο συμπέρασμα ότι ο Αλέξανδρος εισήγαγε αυτήν την τάση, ενώ ως τη γενιά του Φιλίππου, τόσο στα ελληνικά κράτη όσο και στα βαρβαρικά, η γενειάδα ξεχώριζε τους άντρες από τα αγόρια.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

Ο αγνοούμενος Ελληνας ήρωας που πολέμησε στην Κύπρο το 1974- Λοχαγός Νίκος Κατούντας


Όσο στη Γενεύη κι αλλού συζητούν τη “λύση” του Κυπριακού, με τους Τούρκους να απαιτούν την παραμονή των στρατευμάτων τους στην Κύπρο, κάποιοι ευτυχώς θυμούνται ότι ακόμη υπάρχουν αγνοούμενοι από τον Αττίλα του 1974. Όλοι έχουν τη δική τους ιστορία. Τους δικούς τους ανθρώπους που ακόμη περιμένουν.

Την ιδιαίτερη ιστορία ενός απ΄ αυτούς τους αγνοούμενους διηγείται στο βιβλίο του ,”Αυτοί που τίμησαν την στολή τους” – εκδ. ΠΕΛΑΣΓΟΣ 2017, ο Κώστας Δημητριάδης. Είναι η ιστορία του Λοχαγού Νίκου Κατούντα. Το κείμενο από το βιβλίο μας το υπενθύμισε ο Κώστας “Μαυροσκούφης”:

Δκτής του 31ου ΛΚ της 33ης ΜΚ που είχε έδρα στο Πέλλα Πάϊς κοντά στην Κερύνεια το 1974.

Τότε ήταν 31 χρονών, στο άνθος της παραγωγικής ηλικίας του σαν Έλληνας Στρατιωτικός και δη Καταδρομέας αποφοιτήσας από τα σχολεία Αλεξιπτωτιστών, Βατραχάνθρωπων και Χιονοδρόμων. Μορφωμένο παλληκάρι, τελειόφοιτος και της Νομικής Σχολής Αθηνών.Συγκροτημένος Αξιωματικός, Λεβέντης, Πατριώτης, Ικανώτατος και βέβαια Οικογενειάρχης.

Μετά την επικράτηση του Πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου στο νησί τα πράγματα έμοιαζαν ήρεμα. Όμως αυτή η φαινομενική ηρεμία κράτησε μόνο 3-4 μέρες.

Σε λίγο η καταιγίδα θα ξέσπαγε. Δυστυχώς με προτροπή του Μακαρίου από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. στην Νέα Υόρκη και την συμφωνία των Επιτελών στην Αθήνα με το Λάνγκλεϋ των ΗΠΑ, την έδρα της παντοδύναμης στην Ελλάδα, C.I.A.

Όλα αυτά βεβαια οι αξιωματικοί που υπηρετούσαν σε μονάδες στην νήσο, τα αγνοούσαν.

Θεωρούσαν ότι αυτό που έγινε αφορούσε τους Ελληνες και φαντάζονταν ότι οι Τούρκοι δεν θα κινούνταν. Αλλωστε ο αμυντικός μηχανισμός της Ελλάδας υπερτερούσε κατά πολύ του αντίστοιχου Τουρκικού. Κύρια σε αεροπορία και ναυτικό….

Ξαφνικά τα πράγματα άλλαξαν.

Ήδη από τις 19 έρχονται εικόνες στην τηλεόραση από το BBC με τον Τουρκικό στόλο να έχει αποπλεύσει μαζί με κατάφορτα στρατιωτών αποβατικά από την Μερσίνα με κατεύθυνση την Κύπρο.

Ο Μακεδόνας Διοικητής της Μοίρας Ταγματάρχης Κατσάνης ανήσυχος. Αναμένει διαταγές ή τουλάχιστον οδηγίες. Οι διοικητές των Λόχων του – ανάμεσά τους και ο Λοχαγός Κατούντας – κρέμονται από τα χείλη του ενόσω αυτός μιλάει τηλεφωνικά με το ΓΕΕΦ και συγκεκριμένα με τον ΔΔΚΚ Συνταγματάρχη Κομπόκη. Ο Κομπόκης άφησε να εννοηθεί οτι ενδεχόμενα να έχουν προβλήματα με τους Τούρκους αλλά δεν έδωσε ούτε οδηγίες ούτε διαταγές. 

Όλοι αι Αξιωματικοί των Καταδρομών είχαν εμπιστοσύνη στον Κομπόκη [1]

Κι όμως την επόμενη μέρα ξύπνησαν όλοι με τον θόρυβο των Τουρκικών αεροσκαφών και την θέα των αποβατικών στην θάλασσα της Κερύνειας. Οι Τούρκοι επιχειρούν απόβαση.

Ψύχραιμα η μονάδα τίθεται σε κατάσταση συναγερμού όπως συμβαινει σε αυτές τις περιπτωσεις, ακολουθώντας τα Σχέδια Αμύνης και αναμένοντας διαταγές. Διαταγές δεν έρχονται παρά αλληλοσυγκρουόμενες εκτιμήσεις… “Οι Τούρκοι κάνουν άσκηση”…

Ηταν ξεκάθαρο ότι οι Τούρκοι έκαναν απόβαση κάπου δυτικά της Κερύνειας.

Κάποια στιγμή ήλθαν διαταγές από τον ίδιο τον ΔΔΚΚ Συνταγματαρχη Κομπόκη.

Καταδρομική επιχείρηση όλων των Μοιρών Καταδρομών στον Πενταδάκτυλο. 

Ο Λόχος του Κατούντα  λοιπόν το βράδυ της 20/21 Ιουλίου 1974 πολέμησε στον Αγιο Ιλαρίωνα, εκεί που οι Ελληνες καταδρομείς της Κύπρου ενήργησαν με καταδρομικές επιθέσεις κατα του Κοτζάκαγια (31 ΜΚ), κατά της Άσπρης Μούττης (32 ΜΚ) και στα Πετρομούθκια (33 ΜΚ), ενώ η επιστρατευμένη (34 ΜΚ) παρέμεινε στους πρόποδες. 

Η 31η ΜΚ πέτυχε απόλυτα τον αντικειμενικό της σκοπό ενώ οι άλλες δύο 32 και 33 ΜΚ βρήκαν ισχυρές αντιστάσεις και καθηλώθηκαν. Όταν α χαράματα της επόμενης μέρας “ελλείψει τάγματος αντικατάστασης” η 31 ή “δυνατότητας αποστολής ενισχύσεων” για την 32 και 33 (έτσι τους είπε η ΔΔΚΔ/ΓΕΕΦ) αναγκάσθηκαν να απαγκιστρωθούν, η 33 ΜΚ αποσύρθηκε ακέφαλη, διότι ήδη είχε χάσει τον Διοικητή της Ταγματάρχη ΚΔ Γεωργιο Κατσάνη, Mετά από αρκετή ταλαιπωρία επέστρεψαν στο στρατόπεδο. Όλοι στενοχωρημένοι για τον χαμό του Διοικητή και τόσων οπλιτών χωρίς αντίκρυσμα. Μετά το προσκλητήριο έγινε ανασύνταξη.

Στις 22 το πρωϊ, ο Λόχος του διατάχθηκε λανθασμένα από στρατηγική άποψη, να σταλεί να πολεμήσει σε μάχη εκ του συστάδην με τον ελαφρύ οπλισμό του στον Αγιο Γεώργιο Κερύνειας ενάντια στους προελαύνοντες Τούρκους, που μέχρι εκείνη την στιγμή τους αντιμετώπιζε μόνο του το 251 ΤΠ του επίσης εως σήμερα αγνοούμενου Αντισυνταγματάρχη Πεζικού Παύλου Κουρούπη, στην ουσία μια διλοχία.Ο Κατούντας λοιπόν επικεφαλής 62 ανδρών, συνάντησε σκόρπιους πεζικαριους απο το 251 που οπισθοχωρουσαν. Τους ρώτησε που είναι οι Τούρκοι. Αυτοί του ειπαν οτι είναι καλύτερα να φύγουν γιατί οι Τούρκοι είναι παρα πολλοί.

Η εκνευρισμένη απάντηση του Λοχαγού Κατούντα ήταν:

“Σας ρωτησα που είναι και όχι πόσοι είναι. Εσείς φυγετε εγώ με τους άντρες μου συνεχιζουμε!” 

Κι προχώρησε και έκανε ότι μπορούσε να κρατήσει την Τουρκική πλημμυρίδα που συνεχώς ενισχυόταν με πεζικό που ακολουθούσε τα προελαύνοντα τουρκικά άρματα… Τι να σου κάνουν όμως τα ατομικά όπλα,θλιβερά κατάλοιπα του Β’ ΠΠ, απέναντι στα Μ-47 της Τουρκικής 39ης Μεραρχίας που απλωνόταν στα περιβόλια και τους οικισμούς μεταξύ παραλίας και προποδων του Πενταδάκτυλου σε μια “διάταξη σάρωσης” μη αφήνοντας τίποτα όρθιο στο διάβα τους;;;; 

Ολόκληρος ο 31ος Λόχος ακροβολίστηκε στην ευρύτερη περιοχή της Κερύνειας με την μία διμοιρία να καλύπτει την περιοχή προς την θάλασσα και τις άλλες δύο προς τον Πενταδάκτυλο πάντα με μέτωπο προς την ακτή της απόβασης. Ανεβασμένος ο Λοχαγός σε ένα σπίτι προσπαθούσε να δει αν υπήρχαν Τουρκικές δυνάμεις από την πλευρά της θάλασσας που θα μπορούσαν να τους πλαγιοκοπήσουν όταν έρχεται λαχανιασμένος ένας υπαξιωματικός και του αναφέρει ότι από την 2η Διμοιρία τον πληροφόρησαν ότι είδαν 200 Τούρκικα άρματα [2] μέσα στα χωράφια καμουφλαρισμένα.  

Τότε ο Λοχαγός κατάλαβε ότι τα πάντα είχαν προδοθεί…. Kι όμως ο Κατούντας είχε την επιλογή του… Ναι θα μπορούσε ακόμα όσο είχε καιρό να οπισθοχωρήσει. Να σωθεί… Κι ας άφηνε ακάλυπτο με τους άνδρες του που ήταν στα δεξιά της αμυντικής τους παράταξης, το δεξιό της διαδρομής Αγ.Γεωργίου-Κερύνειας…

Ναι θα μπορούσε….

Και το πιθανότερο αν το έκανε, σήμερα να ήταν στο σπίτι του με την οικογενειά του. Την γυναίκα του, την Ρούλα του, που ήταν έγκυος στο δεύτερο τους παιδί και την μικρή του πρωτοτοκη κόρη. Είναι γλυκειά η ζωή, όταν είσαι τόσο νέος! Κι όμως δεν εφυγε… 

Δεν εγκατέλειψε το πόστο του….

Παλλήκαρος! Λεβέντης! ΕΛΛΗΝΑΣ!

“Not on my watch” που θα έλεγαν και οι κατασκευασμένοι για τις κινηματογραφικές ανάγκες Αμερικάνοι “ήρωες”….

Εμεινε εκεί μαχόμενος σε μια επιβραδυντική για την προέλαση του εχθρού αποστολή, μόνος, χωρίς ενισχύσεις, με τον ελαφρύ οπλισμό των ανδρών του να κρατήσει τους περίπου 3.200 Τούρκους που είχαν αποβιβαστεί μέχρι το πρωϊνό της 22ας Ιουλίου μιας και το μεγαλύτερο μέρος της διλοχίας του 251 ΤΠ που τους αντιμετώπισε με επιτυχία μιάμιση μέρα – κι αυτός μόνος χωρίς βοήθεια – τελικά δεν άντεξε τον συσχετισμό οπλισμού και δυνάμεων, είχε συντριβεί και διαλυθεί.

 Αφού έδωσε διαταγή για οπισθοχώρηση εγκατέστησε το διοικητήριο του στην Μητρόπολη της Κερύνειας. Μόλις που πρόλαβε να δώσει οδηγίες στους διμοιρίτες του, Οι Τούρκοι έμπαιναν σαν σε παρέλαση στην Κερύνεια.

Τότε δόθηκε σκληρή μάχη μεταξύ των Καταδρομέων μας και των Τούρκων. Με τον ατομικό τους οπλισμό, πεινασμένοι και διψασμένοι οι Λοκατζήδες του Κατούντα μάχονται σαν λιονάρια υπό την καθοδήγηση του Διοικητή τους που στην πρώτη γραμμή τους δίνει οδηγίες και τους ενθαρρύνει. Οι Τούρκοι σαστίζουν υποχωρούν…. 

Μετά από ώρα ξαναεμφανίζονται αυτήν την φορά υπό την κάλυψη αρμάτων Μ-47. Πως να σταματήσεις αυτά τα χαλύβδινα θηρία με Lee Enfield No.4 ;;;; Βλέπετε η Πολιτική Ηγεσία προτιμούσε να εξοπλίσει τους πραιτωριανούς της, το Εφεδρικό με σύγχρονο οπλισμό και όχι την Εθνική Φρουρά, την οποία στην ουσία απαξίωνε από πλευράς υλικού. 

Πιεζόμενος ο Λοχαγός βρέθηκε μεταξύ του Κάρμι και του Τουρκοκυπριακού χωριού Τέμπλος σε μια χαράδρα. Το σχέδιο του ήταν να λουφάξουν εκεί μέχρι το βράδυ και μετά να διαρρεύσουν προς τις γραμμές μας, μιάς και πλέον η Κερύνεια είχε πέσει στα χέρια των Τούρκων. Ομως δεν γνώριζε ότι οι Τούρκοι τους περικύκλωσαν… 

Κάποια στιγμή ξεκίνησε μια μάχη, που κράτησε μια περίπου ώρα. Οι Λοκατζήδες μας θερίζουν τους επιτιθέμενους Τούρκους που νόμιζαν ότι θα βρούν φοβισμένους έφηβους που θα το έβαζαν στα πόδια βλέποντας την καταφανή υπεροπλία τους. Αλλά ξανάρχονται, ξανά και ξανά… 

Τότε ήταν που ο θρυλικός Λοχαγός κατάλαβε ότι οι πάντες τους είχαν εγκαταλείψει, ότι η Κύπρος είχε προδοθεί. Πολεμούσε βλέποντας τα πυρομαχικά και τις χειροβομβίδες να τελειώνουν. Κάποια στιγμή είδε ότι έμειναν μόνο λίγοι άντρες ήταν κοντά του. Ανδρες αποφασισμένοι να μείνουν δίπλα του…. Γιατί ο Κατούντας ενέπνεε εμπιστοσύνη, σιγουριά…. Κι όμως ήλθε η στιγμή που πρόσκαιρα ο Λοχαγός “σπάει” και δείχνει τον θυμό του για την προδοσία. Οι ανδρες του κοιτάζονται μεταξύ τους… 

Κάποια στιγμή – όπως μαρτυρεί ο αγγελιοφόρος του Πάμπος Κυρίλλου – διατάσσει αυτούς τους άνδρες που ήταν κοντά του να φύγουν και θα τους καλύπτει ο ίδιος.. Οι άνδρες αρνούνται. Τότε τους λέει “Είναι διαταγή ρε. Η Κύπρος θα μαυροφορεθεί και δεν θέλω νάναι κι οι μανάδες σας αυτές που θα φορέσουν μαύρα. Φυγετε. Σας διατάσσω” 

Τελευταίος έφυγε ο Κυρίλλου, ο οποίος διασώθηκε και έδωσε αυτήν την μαρτυρία των τελευταίων στιγμών του ΗΡΩΑ Λοχαγού του που φεύγοντας τον άκουσε να να πολυβολεί εναντίον των Τούρκων που έχουν πλησιασει στο σημείο που βρισκόταν ταμπουρωμένος, στην κουφάλα μιας χαρουπιάς… 

Ηρεμος και Ολύμπιος… 

Με την στολή του που την τίμησε με τα “Τολμονίκια” στα μανίκια… 

Ξέροντας το βιογραφικό του Λοχαγού Νίκου Κατούντα, σκληρού Καταδρομέα, Βατραχάνθρωπου, Αλεξιπτωτιστή και Χιονοδρόμου, ενός Στρατιωτικού μορφωμένου (σπούδασε Νομική) και Οικογενειάρχη, ενός Αξιωματικού Ελληναρά χωρίς εισαγωγικά και έχοντας κατά νου την ψυχοσύνθεσή του, θεωρώ ΑΠΙΘΑΝΟ να πιάστηκε ζωντανός. Το πιό πιθανό είναι να έκανε Ηρωϊκή Εξοδο, μιά έξοδο απελπισίας αλλά και αυτοκτονίας με βάση τις συνθήκες που δημιούργησε η Προδοσία του Επιτελείου των Αθηνών και το το Επιτελείο της Εθνικής Φρουράς… Μια Ηρωϊκή Εξοδο ανάλογη αυτής των Υπερασπιστών του Μεσολογγίου…. και να έπεσε διάτρητος από τις Τούρκικες “συμμαχικές στο ΝΑΤΟ” σφαίρες….. 

Όπως είμαι και λάτρης του υπερβατικού, είμαι σίγουρος πως ανταμώνει κάθε βράδυ με τον Κουρούπη και τον Τσιάκκα και αφού πιούν μαζί μια ζιβανία, στοιχειώνουν με το πνεύμα τους τα κατεχόμενα από τον Μογγόλο παράλια της Κερύνειας μέχρι τον Πενταδάκτυλο… μιας και το πνεύμα τους τους θα μπορέσει να απελευθερωθεί και να ηρεμήσει, μόνο όταν αυτά απελευθερωθούν όπως χάθηκαν… 

Διά της λόγχης! 

Αυτός ήταν ο Νίκος Κατούντας….. Ο Έλληνας ΡΑΜΠΟ…… 

Αυτός που η γυναίκα του που την λάτρευε, η Ρούλα του, τον είχε αποχαιρετίσει με την κόρη τους στην αγκαλιά στην πόρτα του σπιτιού τους στην Κερύνεια για τελευταία φορά, νιώθοντας βαθιά μέσα της ότι δεν πρόκειται να τον ξαναδεί.

Ο Λοχαγός Νικ. Κατούντας με την σύζυγό του Ρούλα προ του Πολέμου

ΘΝΗΤΟΙ ΤΩ ΑΘΑΝΑΤΩ ΓΟΝΥ ΚΛΙΝΑΤΕ…..

Αντιστρατηγος Νικόλαος Κατούντας…. ΕΛΛΗΝ….. Αθάνατος……

Τούρκοι στρατιώτες μέσα στο καταληφθέν στρατόπεδο της 33 ΜΚ στο Πέλλα Πάις

ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ-ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ

[1] Στον Κομπόκη έδειχναν μεγάλο σεβασμό όλοι οι Αξιωματικοί των Καταδρομών. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο Πρέσβης Λαγάκος όταν είδε και απόειδε με τον Διοικητή της Α’ ΜΚ που είχε έλθει στο νησί με την αποστολή “Νίκη” και κρατούσε το Αεροδρόμιο χωρίς να δέχεται να το παραδώσει στους άνδρες του ΟΗΕ, ζήτησε την μεσολάβηση του Κομπόκη ο οποίος τηλεφωνικά διέταξε τους Καταδρομείς να παραδώσουν το Αεροδρόμιο.

[2] Γνωρίζοντας τις δυνάμεις που χρησιμοποησαν οι Τούρκοι και στους δύο Αττίλες, ο αριθμός των 200 αρμάτων είναι αυθαίρετος και λανθασμένος. Κατά τις επιχειρήσεις του Αττίλα Ι, οι Τουρκικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν μιά Επιλαρχία αρμάτων Μ-47 της 39ης Μεραρχίας ήτοι 50 άρματα. Ήδη τα 50 αρματα είναι μεγάλος αριθμός ιδιαίτερα όταν καλείσαι να τα αντιμετωπίσεις στερούμενος παντελώς αντιαρματικών όπλων. Η διόγκωση του αριθμού σε τίποτα δεν εξυπηρετεί.

[3] το 251 ΤΠ δεν είχε διαθέσιμο κανενα ΠΑΟ να αντιμετωπίσει τα Τούρκικα άρματα που αποβιβάστηκαν και προέλαυναν προς Αγ.Γεώργιο και Γλυκιώτισσα. Κάποιος ηλίθιος κομματικός εγκάθετος, διπλοθεσίτης, Λοχαγός και του 251 αλλά και του Εφεδρικού ταυτόχρονα είχε αφαιρέσει τους επικρουστήρες λίγο καιρό προ του Πραξικοπήματος, με σκοπό να μην χρησιμοποιηθούν σε ενδεχόμενο Πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Ετσι η Εισβολή βρήκε το 251 σχεδόν γυμνό από Βαρέα Οπλα. Αλλά και τα ΠΑΟ 106 του 120 ΛΒΟ του Υπολοχαγού Αργυρόπουλου που στάλθηκαν βρέθηκαν αντιμέτωπα χωρίς να το γνωρίζουν με Τούρκικα στρατεύματα που είχαν προχωρήσει και έπαθαν μεγάλες απώλειες.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 25 Μαρτίου 2017

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ: «Ή ΝΑ ΞΕΣΚΛΑΒΩΘΟΥΜΕ Ή ΟΛΟΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΜΕ!»


Αυτοί ήταν οι Όρκοι των Αγωνιστών του 1821, γι' αυτό και κατάφεραν να ελευθερωθούν! Χωρίς μισόλογα, υπεκφυγές και «πολιτική», αλλά με Πίστη στον Χριστό και τα Δίκαια της Πατρίδας:


ΣΤ' ΑΡΜΑΤΑ, ΑΔΕΡΦΙΑ!...
Ήγαπημένοι μου... Ήτανε φαίνεται από το Θεό γραμμένο ν' αδράξωμε τ' άρματα μία ήμερα και να χυθούμε καταπάνου στους τυράννους μας, που τόσα χρόνια ανελεήμονα μας τυραγνεύουν. Τι τη θέλομε, βρέ αδέρφια, αυτή την πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε απο-
κάτω στή σκλαβιά και το σπαθί των Τούρκων να ακονιέται στα κεφάλια μας;

Δεν τηράτε που τίποτα δε μας απόμεινε;
Αι εκκλησίες μας γενήκανε τζαμιά και αχούρια των Τούρκων κανένας δε μπορεί να πη, πώς τάχα έχει τίποτε εδικό του, γιατί το ταχιά βρίσκεται φτωχός, σα διακονιάρης στη στράτα. Οι φαμελιές μας και τα παιδιά μας, είναι στά χέρια και στη διάκριση των Τούρκων. Τίποτε, αδέρφια δε μας έμεινε. Δεν είναι πρέποντας να σταυρώσωμε τά χέρια και να τηράμε τον ουρανό· ο Θεός μάς έδωσε χέρια, γνώση και νου ας ρωτήσομε την καρδιά μας και ό,τι μας απαντυχαίνει, ας το βάλωμε γλήγορα σε πράξη, και ας είμεθα, αδέρφια, βέβαιοι, πως ο Χριστός μας, ο πολυαγαπημένος, θα βάλη το χέρι απάνου μας.
Ό,τι θα κάμωμε, πρέποντας είναι να το κάμωμε μιά ώρα αρχίτερα, γιατί ύστερα θα χτυπάμε τα κεφάλια μας. Τώρα ή Τουρκία είναι μπερδεμένη σε πόλεμους, και δεν έχει ασκέρια να στείλη καταπάνου μας. Ας ωφεληθούμε από την περίσταση, όπου ο Θεός ακούοντας τα δίκαια παράπονα μας, μας έστειλε για ελόγου μας· μία ώρα,πρέποντας είναι να ξεσπάσει αυτό το μαράζι, όπου μας τρώγει την καρδιά.
Στα άρματα, αδέρφια! Ή να ξεσκλαβωθούμε ή όλοι να πεθάνομε, και βέβαια, καλλίτερο θάνατο δε μπορεί να προτιμήση κάθε Χριστιανός και Έλληνας. 
Οδυσσεύς Ανδρούτσος 
Διαβάστε περισσότερα...

Άγνωστες πτυχές της ζωής και της δράσης του Νικηταρά


Ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ή Τουρκοφάγος (1782-1849) γεννήθηκε στη Νέδουσα Μεσσηνίας, ένα μικρό χωριό που βρίσκεται στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας. Καταγόταν από το χωριό Τουρκολέκα, του δήμου Φαλαισίας της Μεγαλόπολης. Ήταν ανηψιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. 
Ο Νικηταράς συνελήφθη το 1839 και καταδικάστηκε, αν και παντελώς αθώος, σε ενάμιση χρόνο φυλακή, την οποία εξέτισε στις φυλακές της Αίγινας.
Όταν αποφυλακίστηκε, ή υγεία του ήταν εξασθενημένη ενώ έχασε σε μεγάλο βαθμό την όραση του. Βίωσε την αχαριστία και την αγνωμοσύνη της ελληνικής πολιτείας όταν του αρνήθηκε μια αξιοπρεπή σύνταξη ώστε να ζει αυτός και η οικογένεια του ευπρεπώς και αντί αυτού, του χορηγήθηκε "άδεια επαιτείας" στον ναό της Ευαγγελίστριας κάθε Παρασκευή. Το 1843 του απονεμήθηκε ο βαθμός του υποστράτηγου μαζί με μία πενιχρή σύνταξη. Πέθανε το 1849 σε ηλικία 67 ετών. Τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί δίπλα στο Κολοκοτρώνη όπως κι έγινε. 

Ορισμένες άγνωστες πτυχές της ζωής και της δράσης του : 

Ο Νικηταράς άνοιξε την αυλαία της Επανάστασης, αλλά υπήρξε και ένας από τους πρωταγωνιστές της. Τη νύκτα της 16ης προς 17η Μαρτίου 1821 συνεπλάκη με μια ομάδα Τούρκων έξω από την Καλαμάτα. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 έριξε τους τελευταίους πυροβολισμούςτου Αγώνα στην Πέτρα της Βοιωτίας.
Στη νεκρολογία η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αιών», αναφέρθηκε ότι οι μάχες στις οποίες συμμετείχε ξεπερνούσαν σε αριθμό τα χρόνια της ηλικίας του. Τα παραπάνω δεν παρουσιάζονται ως υπερβολή αναναλογιστούμε ότι εκτός από τις μεγαλύτερες και αποφασιστικότερες μάχες του Αγώνα (Βαλτέτσι, Δολιανά, Δερβενάκια, Αράχωβα, Μεσολόγγι, Φάληρο κλπ.) συμμετείχε και δεκάδες άλλες. Μέσα σε τέσσερις μόνο μήνες (από τα Μαΐου μέχρι τις 23 Σεπτεμβρίου 1821) συμμετείχε σε περισσότερες από είκοσι μάχες καισυμπλοκές γύρω από την Τριπολιτσά.
Σύμφωνα με την παράδοση κατά τη διάρκεια της μάχης στα Δερβενάκια άλλαξε τέσσερα σπαθιά, καθώς τα τρία έσπασαν. Μετά το τέλος της σύγκρουσης χρειάστηκε ιατρική βοήθεια για να ξεκολλήσει το σπαθί από το χέρι του, καθώς είχε υποστεί βαριάς μορφής αγκύλωση. Κατά την ίδια μάχη όταν ένιωθε την κούραση να τον καταβάλλει έδινε κουράγιο στον εαυτό του λέγοντας «κουράγιο Νικήτα, Τούρκους σφάζεις».
Σύμφωνα με μαρτυρίες συμπολεμιστών του ο Νικηταράς κατά τη διάρκεια της επανάστασηςεξολόθρευσε πάνω από 300 Τούρκους. Ο αριθμός δεν είναι υπερβολικός αν αναλογιστούμε τον αριθμό των μαχών στις οποίες συμμετείχε, την τρομακτική ορμητικότητα και την ιδιαίτερη μαχητική του ικανότητα. Ο ίδιος ο ήρωας σε μια συνάντησή του με τον Γερμανό φιλέλληνα C. F. Bojons τού είπε πως είχε εξολοθρεύσει 300 Τούρκους μέσα σε ένα εξάμηνο!
Όταν το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα, υπό τον στρατηγό Μαιζόν, αποβιβάστηκε στο Πεταλίδι της Μεσσηνίας με αποστολή την επιτήρηση της αποχώρησης του στρατού του Ιμπραήμ, ο Νικηταράς έσπευσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Καθόταν τυλιγμένος με την κάπα του στη σκηνή του τρέμοντας από τον πυρετό. Μοναδική του τροφή ήταν λίγες ελιές μέσα σε ένα πήλινο δοχείο. Όταν τον επισκέπτονταν Γάλλοι αξιωματικοί έκρυβε τις ελιές κάτω από την κάπα του. Ο Μαιζόν, όταν του το ανέφεραν, θέλησε να τον περιποιηθεί όπως του άρμοζε. Ο περήφανος οπλαρχηγός αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν του έλειπε τίποτα και ότι η Ελλάδα μπορούσε να θρέψει τους στρατιώτες της. Ταυτόχρονα έκρυβε επιμελέστερα το δοχείο με τις ελιές του.
Σε έναν περίπατο του Τερτσέτη και του Πολυζωίδη, αμέσως μετά την πολύκροτη δίκη του Κολοκοτρώνη και την πεισματική άρνηση των δύο δικαστών να τον καταδικάσουν, ο λαός του Ναυπλίου στάθηκε ευλαβικά μπροστά στους διερχόμενους, εκδηλώνοντας έτσι τον απεριόριστο θαυμασμό για τη στάση τους. Ξαφνικά μέσα από το πλήθος ξεπρόβαλε ο Νικηταράς, πλησίασε τον Πολυζωίδη και του είπε δακρυσμένος: «Πρόεδρε με την ηρωική σου διαγωγή μου πήρες τις δάφνες των Δερβενακίων».
Ο Νικηταράς ετάφη δίπλα στον Θ. Κολοκοτρώνη στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Ωστόσο φαίνεται πως ο θάνατος της γυναίκαςκαι των παιδιών του και η έλλειψη στενών συγγενών και άμεσων απογόνων στάθηκε αφορμή να μην ενδιαφερθεί κανένας για τη σορό του. Τη στιγμή που χώρες με σαφώς μικρότερη στρατιωτική ιστορία από αυτή της Ελλάδας «κτενίζουν» τα πέρατα της οικουμένης για να ανακαλύψουν οστά στρατιωτών τους, να τα επαναφέρουν στην πατρίδα και να τα ενταφιάσουν με τις πρέπουσες τιμές, η χώρα μας αγνοεί την τύχη των οστών των περισσοτέρων πολεμιστών που χάρη στην προσωπική τους θυσία τής επέτρεψαν να συνεχίσει την ιστορική της πορεία.
ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / περιοδικό ‘Στρατιωτική ιστορία’, τεύχος 67, Μάρτιος 2002

http://redskywarning.blogspot.gr/2014/03/blog-post_23.html
Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Θ.Κολοκοτρώνης: Η σπουδαία φράση του και η «προφητεία»...


Δείτε  την σπουδαιότερη φράση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και την «προφητεία» που δεν επιβεβαιώθηκε.

«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση», ανακαλούσε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στην Πνύκα στις 7 Οκτωβρίου 1838, «δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;", αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».

Η εξέχουσα στρατιωτική και πολιτική φυσιογνωμία του 1821, ο πιο αγαπητός αντάρτης, δεν αμφέβαλε ποτέ για τη νικηφόρα έκβαση του εθνικού ξεσηκωμού.

Ένα πράγμα φοβόταν μόνο: τους Έλληνες, τους «προσκυνημένους» όπως τους αποκαλούσε, οι οποίοι σε συνάρτηση και με την επέλαση του Ιμπραήμ έθεταν σε άμεσο κίνδυνο τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα: «Μόνον εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα διά την πατρίδα μου», έλεγε στα απομνημονεύματά του.

Η γέννηση του εθνικού μας ήρωα και η «προφητεία» του παππού του που δεν επιβεβαιώθηκε

Όταν απέτυχε η επανάσταση του 1770, τα λεγόμενα Ορλωφικά, οι Τούρκοι ανελέητα έσφαζαν στο πέρασμά τους τον άμαχο πληθυσμό. Ανάμεσα σε όσους έφευγαν για να γλιτώσουν από το μίσος του κατακτητή ήταν και η μάνα του Θόδωρου Κολοκοτρώνη. Αν και ετοιμόγεννη πήρε το δρόμο προς τη Μεσσηνία μαζί με το υπόλοιπο πλήθος και από εκεί προς το Ραμαβούνι, για να γλυτώσει και εκείνη αλλά και το παιδί που κουβαλούσε στην κοιλιά της.

Στις 3 Απριλίου 1770 την έπιασαν οι πόνοι. Ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο και έφερε στον κόσμο ένα υγιέστατο αγόρι, τον πρωτότοκο γιο του περίφημου αρματολού Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, που είχε πρωτοστατήσει στην υποκινούμενη από τους Ρώσους ένοπλη εξέγερση της Πελοποννήσου το 1770.

Αυτό το αγόρι έμελλε να γίνει ο πιο διάσημος Έλληνας, ο πολέμαρχος Θόδωρος Κολοκοτρώνης. Κάτω από ένα δέντρο φτελιάς είδε για πρώτη φορά το φως του ήλιου και εκείνη ακριβώς τη στιγμή λες κι έκανε μια «μυστική συμφωνία» με το Θεό να «καθαρίσει» τον ελληνικό αέρα.

Ο παππούς του, όταν του έδιναν τα συχαρίκια για τον ερχομό του αρσενικού εγγονού, κουνούσε θλιβερά το κεφάλι του μονολογώντας: «Εάν τύχει και γλυτώσουμε τώρα από το τουρκικό μαχαίρι, αυτό το παιδί θα μεγαλώσει, θα παντρευτεί, θα κάνει παιδιά, αλλά ποτέ ούτε εκείνος ούτε εκείνα δεν θα δουν τη λευτεριά μας». Πόσο έξω έπεσε…

Το παιδί που γεννήθηκε την ώρα της φυγής και της μεγάλης σφαγής, έγινε στρατάρχης του ’21 και πολέμησε για το ύψιστο αγαθό που απολαμβάνουμε εμείς σήμερα: Την ελευθερία!

Γνώρισε νωρίς την ορφάνια. Σε ηλικία 10 ετών, έχασε τον πατέρα του όταν εκείνος σκοτώθηκε από τον κατακτητή, έπειτα από προδοσία τούρκου φίλου του. Μπορεί η μητέρα του, ο ίδιος και τα τέσσερα αδέλφια του να γλίτωσαν τη σφαγή και να κατέφυγαν στη Μάνη αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν για να γλυτώσουν από τους Τούρκους.

Τα χαστούκια που τον πείσμωσαν και η υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του
Μια μέρα που είχε βρέξει πολύ, έμπαινε με το γαϊδουράκι του φορτωμένο ξύλα στη Τρίπολη. Το ζώο γλίστρησε, παραπάτησε σε μια λακκούβα με νερά και πιτσίλισε τα ρούχα διερχόμενων Τούρκων. Ένας από αυτούς αγριεμένος του έδωσε δύο χαστούκια. Ο Κολοκοτρώνης, 13 ετών τότε, τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια και ορκίστηκε μέσα του: αυτό το χαστούκι θα το γυρνούσε. Στην Τρίπολη δεν θα γυρνούσε παρά το 1821, ως στρατηγός των Ελλήνων πια, πορθητής και εκδικητής.

Αν και σχεδόν αγράμματος γνώριζε αρκετά καλά την ιστορία του γένους του. Στα 15 του εισχώρησε στα σώματα των κλεφτών της Πελοποννήσου και λίγο αργότερα, το 1787, οι κάτοικοι του Ακόβου τον διόρισαν οπλαρχηγό της περιοχής.

Σε ηλικία 20 χρονών, παντρεύτηκε τη μικρότερη κόρη του προεστού του Ακόβου, Κατερίνα Καρούσου, και απέκτησε 6 παιδιά (3 γιους και 3 κόρες, ενώ αργότερα φέρεται να απέκτησε άλλον έναν γιο, καρπό της σχέσης του με μια Υδραία). Αγρότης, κτηνοτρόφος και μυλωνάς, ζούσε μία ήρεμη ζωή.

Διακρίθηκε για τη γενναιότητά του και έγινε πρωτοπαλίκαρο, πριν συγκροτήσει δικό του σώμα και αναπτύξει πλούσια δράση. Από το 1797, οι Τούρκοι τον βάζουν στο μάτι και τα επόμενα χρόνια επιδόθηκε σε σφοδρό ανταρτοπόλεμο με τα 60 παλικάρια του. Αποτέλεσμα; Το 1802 εκδόθηκε φιρμάνι από την Υψηλή Πύλη εναντίον του, να σκοτώσουν δηλαδή με κάθε τρόπο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη!

Οι Τούρκοι τον καταδιώκουν και πάντα βρίσκονται καλοθελητές που τον προδίδουν.

Τον Απρίλιο του 1806 φτάνει τελικά στη Ζάκυνθο όπου θα περάσει 15 ολόκληρα χρόνια. Κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1819 έχασε τη γυναίκα του. Επόμενος σταθμός ήταν η Μάνη.

Στις 23 Μαρτίου 1821 ύψωσε μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη το λάβαρο της ελληνικής επανάστασης στην Καλαμάτα και τέθηκε επικεφαλής πολλών ακόμα αγωνιστών, απελευθερώνοντας την πόλη.

Αμέσως μετά έβαλε σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), συμβάλλουν στην ανάδειξή του σε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η Τριπολιτσά είναι και πάλι ελεύθερη, χάρη στις μάχες των Ελλήνων παλικαριών που στάθηκαν σαν δέντρα αγέρωχα μπροστά στον τούρκο εισβολέα.

Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Κολοκοτρώνη στα «Απομνημονεύματά» του για την κατάληψη της Τριπολιτσάς:

«Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: "Άιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί", και διέταξα και το έκοψαν».

Στη μάχη των Δερβενακίων (26-28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων.

Την ίδια στιγμή βέβαια που ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι αγωνιστές δοξάζονταν στα πεδία των μαχών, οι πολιτικοί άντρες θέλησαν να αμφισβητήσουν την εξουσία του. Κάπως έτσι ξεσπά η πρώτη εμφύλια διαμάχη μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών.

Στις 13 Νοεμβρίου 1824, οι πολιτικοί αντίπαλοι του Κολοκοτρώνη σκότωσαν τον γιο του Πάνο. Ο θάνατος του πρωτότοκου γιου του τον καταρράκωσε. Ο Κολοκοτρώνης παραδόθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 1824 για να τερματιστεί ο εμφύλιος. Στις 6 Φεβρουαρίου 1825 φυλακίστηκε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Ύδρας, αν και τον αποφυλάκισαν άρον-άρον το 1825 καθώς ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ.


Στο Ναύπλιο, μετά την αποφυλάκισή του, μίλησε ανεβασμένος σε μια πέτρα στο πλήθος που παραληρούσε: «Έλληνες! Πριν βγω στ’ Ανάπλι, έριξα στη θάλασσα τα πικρά τα περασμένα. Κάντε και σεις το ίδιο. Στο δρόμο που περνάγαμε για να ρθούμε στην εκκλησιά, είδα να σκάβουν κάποιοι άνθρωποι. Ρώτησα και μου είπαν πως σκάβουν να βρούνε κρυμμένο θησαυρό. Εκεί στο λάκκο μέσα ρίξτε και τα μίση τα δικά σας. Έτσι θα βρεθεί κι ο χαμένος θησαυρός».

Την ίδια στιγμή, εκτόξευε φοβέρες στον Ιμπραήμ: «Όχι τα κλαριά να μας κόψεις, όχι τα δένδρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μήτε πέτρα απάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνάμε. Μόνο ένας Έλληνας να μείνει, πάντα θα πολεμούμε. Και μην ελπίζεις πως τη γη μας θα την κάνεις δική σου, βγάλ’ το από το νου σου».

«Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»
Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1827, η Πελοπόννησος εξακολουθούσε να υφίσταται λεηλασίες και καταστροφές από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Οι Έλληνες κατέφευγαν πάντα σε ανταρτοπόλεμο, για τον οποίο παρατηρεί ο Κολοκοτρώνης στα «Απομνημονεύματά» του: «O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».

Οι εξαντλημένοι Πελοποννήσιοι συνέχιζαν την αντίσταση όπως μπορούσαν και τότε ο Ιμπραήμ εφάρμοσε τη μέθοδο του μαζικού προσκυνήματος. «Προσκύνημα» ονομαζόταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η δήλωση υποταγής μεμονωμένων ατόμων ή ολόκληρων ομάδων (ή ακόμα και περιοχών) προς τον κατακτητή, εναντίον του οποίου είχαν προηγουμένως εξεγερθεί. Η αποδοχή της υποταγής εκφραζόταν έμπρακτα από τους Τούρκους με χορήγηση στους προσκυνημένους ειδικού πιστοποιητικού, γνωστού ως «προσκυνοχάρτι». Έτσι οι επαναστατημένοι επανέρχονταν στην κατάσταση του νομιμόφρονα υπηκόου.

Σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες, ο Κολοκοτρώνης με το σύνθημα «Φωτιά στα σπίτια και τσεκούρι στην περιουσία και το λαιμό εκείνων που κάνουν τα χατίρια των Τούρκων. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!», εξαπέλυσε φόβο και τρόμο στους προσκυνημένους και αναζωπύρωσε τη σπίθα μίας επανάστασης που έδειχνε ετοιμοθάνατη.

Η δίκη και φυλάκιση
Ο Κολοκοτρώνης δεν σταμάτησε να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά πράγματα της εποχής έως και το τέλος της Επανάστασης.

Ένθερμος οπαδός της πολιτικής του Καποδίστρια, πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την ενθρόνιση του Όθωνα αν και με την έλευση του τελευταίου, στις 30 Ιανουαρίου 1832, έγινε στόχος συκοφαντιών και ραδιουργιών εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων.

Η σκευωρία που στήθηκε εναντίον του κατέληξε τελικά στο να κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία και να συλληφθεί στις 6 Σεπτεμβρίου 1833 από κοινού με τους Πλαπούτα, Τζαβέλα, Νικηταρά και άλλους στρατιωτικούς ηγέτες με την κατηγορία ότι προετοίμαζαν συνομωσία εναντίον του ανήλικου βασιλιά και της κυβέρνησής του.

Η διαβόητη δίκη άρχισε στο Ναύπλιο στις 30 Απριλίου 1834 και διήρκησε μέχρι τις 26 Μαΐου. Όσον αφορά στις βαρύτατες κατηγορίες επρόκειτο περισσότερο για αοριστίες που δεν θεμελίωναν νομικά την παραπομπή των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα, πόσο μάλιστα για εσχάτη προδοσία.

Η εμφάνιση του Κολοκοτρώνη στο εδώλιο του κατηγορουμένου συγκλόνισε το ακροατήριο. Ερωτηθείς ο Γέρος του Μοριά «τι επάγγελμα έχεις;», έδωσε την ιστορική απάντηση: «Στρατιωτικός. Κρατάω σαράντα εννιά χρόνους στο χέρι το ντουφέκι και πολεμώ για την πατρίδα». Το δέος απαθανατίστηκε ακόμα και στο πρόσωπο των εχθρών του οπλαρχηγού.


Ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας καταδικάστηκαν σε θάνατο και φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι. Ο Γέρος ήταν 64 ετών. Λίγο αργότερα η ποινή του μετατράπηκε σε εικοσαετή κάθειρξη από τον βασιλιά, με τον Κολοκοτρώνη να υποδέχεται τα νέα της μετατροπής της ποινής του ως εξής: «Θα γελάσω τον βασιλιά! Δεν θα ζήσω τόσους (χρόνους)!»…

Το τέλος ενός Μεγάλου άντρα
Τον Μάιο του 1835, μετά την ενηλικίωση του Όθωνα, ο Κολοκοτρώνης έλαβε βασιλική χάρη και αποφυλακίστηκε. Αποκαμωμένος και εξουθενωμένος από τις άθλιες συνθήκες κράτησης αλλά και την ταπείνωση κατέφυγε στην Αθήνα. Τιμήθηκε με τον βαθμό του στρατηγού, διορίστηκε σύμβουλος Επικρατείας, βραβεύτηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος, ορίστηκε μέλος της επιτροπής για την ανέγερση του Πανεπιστημίου Αθηνών και στάθηκε πιστός σύμβουλος του Όθωνα.


Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 Φεβρουαρίου 1843, σε ηλικία 73 ετών από εγκεφαλικό επεισόδιο. Αφού στεφάνωσε τον γιο του και ευθύμησε στον γάμο του, πήγε στις 3 Φεβρουαρίου, στον βασιλικό χορό, φανερά ευδιάθετος, όπου και αστειεύτηκε με τους παλιούς του συντρόφους, συνομίλησε με τον Όθωνα και ήπιε άφθονο κρασί. Κάποια στιγμή παρακάλεσε τον βασιλιά να διατάξει τους μουσικούς να παίξουν ελληνικούς χορούς. Τα δημοτικά τραγούδια αντήχησαν στα σαλόνια του παλατιού. Γύρω στα μεσάνυχτα «επέστρεψεν χαίρων εις την οικίαν του, κατεκλίθη εις την στρώμνην του, όπου κοιμόμενον τον προσέβαλεν η αποπληξία» (εφημερίδα «Αιών»).

Ήταν ένας από τους λίγους Κολοκοτρωναίους που πέθανε στο κρεβάτι και όχι στη μάχη. Ίσως γιατί γεννήθηκε πάνω σε μάχη.

Πριν «φύγει» υπαγόρευσε τα απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη τα οποία εκδόθηκαν το 1846 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και είναι μια ανεκτίμητη πηγή της Εθνικής μας Ιστορίας, που φωτίζει γεγονότα της επανάστασης του 1821.

«Είδα τότε ότι, ό,τι κάμομε, θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους»

Ο Κολοκοτρώνης θεωρούσε πάντα πως οι Έλληνες έχουν χρέος να πολεμήσουν μόνοι τους για την ανεξαρτησία τους. Εξάλλου αντιμετώπιζε με δυσπιστία την ανάμειξη των ξένων δυνάμεων στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας, πιστεύοντας πως αυτή γινόταν πρωτίστως για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.

«Ό,τι κάμομε θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους» έλεγε και ξαναέλεγε κρατώντας έτσι υψηλό το σθένος και το φρόνημα των Ελλήνων. Για αυτό και πάντα τους αποκαλούσε Έλληνες, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να τους κάνει να συνειδητοποιήσουν την ιστορία τους αλλά και την υψηλή αποστολή που έχουν για τη σωτηρία ολόκληρου του ελληνικού έθνους.

Ποιος να φανταζόταν ότι η φράση του αυτή θα ακουγόταν τόσο -δραματικά- προφητική σήμερα…

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Θ.Κολοκοτρώνης ο Πολέμαρχος της Επανάστασης: Το σχέδιό του, η άλωση της Τριπολιτσάς και η δίκη του


«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά , ως μία βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας,  και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».


Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μοριά. Ο ανεπανάληπτος μέγας πολέμαρχος του ιερού Αγώνα, ο θρυλικός κλέφτης, η εξοχότερη πολεμική φυσιογνωμία της νεότερης ιστορίας μας. Μετά την αποτυχία της ορλοφικής επανάστασης, η οικογένειά του αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό της το Λιμποβίσι της Καρύταινας, της σημερινής Γορτυνίας, και να καταφύγει στη Μεσσηνία. Τότε γεννήθηκε ο Κολοκοτρώνης, κάτω από ένα δένδρο, στο Ραμαβούνι Μεσσηνίας, τη Δευτέρα του Πάσχα (5-4-1770). Πατέρας του ήταν ο θρυλικός κλέφτης Κωσταντής, που σκοτώθηκε το 1780 κατά την ηρωική έξοδο των Κολοκοτρωναίων από τον πύργο της Καστάνιτσας. Σκοτώθηκαν κι άλλοι πολλοί τότε από το σόι τους. Ο δεκάχρονος Θοδωρής γλίτωσε με τη μητέρα του Ζαμπιά, το γένος Κωτσάκη, και με το θείο του Αναγνώστη, που τους πήρε για προστασία. Αργότερα, το 1785, εγκαταστάθηκαν κοντά στο Λοντάρι. Μα την ίδια χρονιά ο Θοδωρής, δεκαπέντε χρονών παλικάρι, έγινε κλέφτης και μετά αρματωλός στην επαρχία Λονταρίου.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με την παλικαριά, την αξιοσύνη του και την εξυπνάδα του γλίτωνε από όλες τις παγίδες που του έστηναν οι Τούρκοι, για να τον ξεκάμουν. Πατρογονικό ήταν το μίσος των Κολοκοτρωναίων προς τον κατακτητή. Ποτέ δεν είχαν συμβιβαστεί με την τυραννία, από την εποχή που ο Μοριάς έπεσε στους Τούρκους. Γιατί οι ρίζες των Κολοκοτρωναίων φτάνουν μέχρι και την Ενετοκρατία. Και μια και δεν κατάφεραν να τον εξοντώσουν, τον έκαμαν από δυο φορές αρματολό στο Λοντάρι και στην Καρύταινα και τον αναγνώρισαν δερβέναγα του Μοριά (1787). Τους μισθούς που έπαιρνε τότε, τους μοίραζε σ’ όλα τα καπετανάτα του Μοριά.Κάποτε όμως οι Τούρκοι θέλησαν να ξεπαστρέψουν την κλεφτουριά. Ο Σoυλτάνος υποχρέωσε τον Πατριάρχη να εκδώσει αφοριστικό έγγραφο (1805), όχι μόνο για τους κλέφτες, μα και για όσους τους έκρυβαν και τους περιέθαλπαν. Και υποχρέωνε το έγγραφο τους Ρωμιούς σαν καλούς ραγιάδες να τους προδίδουν και να τους καταδιώκουν. Αλίμονο σ’ εκείνους που προσέφεραν προστασία στους επικηρυγμένους κλέφτες. Οι Τούρκοι σούβλιζαν ομαδικά τους γιατάκηδες. Έτσι τους έλεγαν, όσους παρείχαν άσυλο στους κλέφτες. Οι διωγμοί άρχισαν το Γενάρη του 1806. Έπεσε μεγάλος φόβος. Όλοι φοβούνταν το μαχαίρι του τυράννου και τις κατάρες του πατριαρχείου. Η κλεφτουριά δέχτηκε τέτοιο κτύπημα, που δεν μπόρεσε να ξανασηκώσει κεφάλι μέχρι το 1821.



Άλλοι χάθηκαν κι άλλοι κατέφυγαν στα Επτάνησα. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που κατέφυγε στη Ζάκυνθο τον Μάιο του 1806. Μα και πάλι δεν ησύχασε, μόνο με ένα καραβάκι και όπως αλλιώς μπορούσε πολεμούσε εναντίον των Τούρκων με το ξέσπασμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1807). Ύστερα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό με το βαθμό του μαγιόρου (Ταγματάρχη). Κατάλοιπο της υπηρεσίας εκείνης ήταν η γνωστή σ’ εμάς εντυπωσιακή περικεφαλαία.





Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Στη Φιλική Εταιρεία κατηχήθηκε από τον Αναγνωσταρά στη Ζάκυνθο (1818). Εκείνη την εποχή έκανε τον ζωέμπορο και τον χασάπη, για να ζήσει την οικογένειά του, γιατί από το 1816 δεν ήταν πια αξιωματικός των Άγγλων, αφού οι τελευταίοι διέλυσαν τα Ελληνικά τάγματα μετά την ήττα του Ναπολέοντα. Ο Κολοκοτρώνης είχε παντρευτεί είκοσι χρονών την Κατερίνα Καρούτσου, της οποίας τον πατέρα, πρόκριτο Λονταρίου, είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι. Μ’ αυτήν είχε αποκτήσει τρεις γιους και δυο θυγατέρες. Ζούσε ακόμα κι η μάνα του η Ζαμπία. Και ούτε πείνασε η οκταμελής οικογένειά του, ούτε ο ίδιος έγινε βάρος σε κανέναν, αλλά εργαζόταν και εξοικονομούσε τίμια το ψωμί τους. Τώρα πια περίμενε την ώρα του σηκωμού. 

Τον Γενάρη του 1821 από τη Ζάκυνθο πέρασε στην Καρδαμύλη της Μάνης, όπου φιλοξενήθηκε από τον πατρικό του φίλο Παν. Μούρτζινο. Συμφιλίωσε τους Μανιάτες και συνεργάστηκε με τον Νικηταρά, τον Παπαφλέσσα, τον Αναγνωσταρά και άλλους ενόψει της επανάστασης. Στο εξής η δράση του είναι έντονη και συνεχής. Συμμετείχε στην κατάληψη της Καλαμάτας (23 Μαρτίου) και στη συνέχεια πολιόρκησε την Τριπολιτσά, πιστεύοντας πως έπρεπε να πέσει στα χέρια των Ελλήνων η πρωτεύουσα του Μοριά, για να ορθοποδίσει ο αγώνας. Έτσι, παρά την αντίθετη γνώμη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων, ξεκίνησε με 300 περίπου εναντίον της Τρίπολης, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Παπαφλέσας με τον Νικηταρά.

Η πρώτη μάχη του αγώνα δόθηκε από τον Κολοκοτρώνη έξω από την Καρύταινα (27 Μαρτίου), όπου σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν στον Αλφειό ποταμό 500 περίπου από τους Τούρκους, που τρέχανε για να σωθούν στην Τρίπολη. Αλλά στη συνέχεια οι Τούρκοι με γιουρούσια απωθούσαν τους Έλληνες, οι οποίοι σκόρπιζαν εδώ κι εκεί, μαθημένοι στον κλεφτοπόλεμο, χωρίς να πειθαρχούν. Ο Κολοκοτρώνης, ύστερα από πρόταση του Κανέλλου Δεληγιάννη, ανέλαβε να οργανώσει τα γύρω από την Τρίπολη στρατόπεδα, να εμπνεύσει πειθαρχία στα παλικάρια και να σκάψει λαγούμια. Αποτέλεσμα της στρατηγικής του Γέρου ήταν να κερδίσουν οι Έλληνες λαμπρή νίκη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και κατόπιν στα Δολιανά και στα Βέρβενα. Ο κλοιός γύρω από την Τρίπολη άρχισε να σφίγγει, οργανώθηκε και το στρατόπεδο των Τρικόρφων, έφτασε μετά και ο Δημήτριος Υψηλάντης και η Τρίπολη έπεσε στα χέρια των Ελλήνων στις 23 Σεπτεμβρίου. Εκεί φάνηκαν οι οργανωτικές και στρατηγικές ικανότητες του Κολοκοτρώνη.



«Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: «Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί», και διέταξα και το έκοψαν».





Theodoros Kolokotronis - Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878) 
Theodoros Kolokotronis - Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878)

Στη συνέχεια ήθελε να πάει στην Πάτρα, με την ελπίδα ότι οι έγκλειστοι στο κάστρο Τουρκαλβανοί θα παραδίδονταν, επειδή μόνο αυτόν εμπιστεύονταν. Όμως, οι άρχοντες της Αχαΐας έγραψαν να μην πάει, επειδή ανησυχούσαν από τις επιτυχίες των στρατιωτικών και ήθελαν να κάμουν κι εκείνοι κάτι. Ο Κολοκοτρώνης τελικά δεν πήγε, μια και απειλούσαν κιόλας, με αποτέλεσμα η Πάτρα να παραμείνει στα χέρια του εχθρού μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έτσι φάνηκε η ανικανότητα των πολιτικών στα πεδία της μάχης και ο φθόνος, τον οποίο έτρεφαν προς τους στρατιωτικούς με τα λαμπρά κατορθώματά τους. Γιατί και την επόμενη χρονιά έτρεξε στην πολιορκία της Πάτρας, αλλά η κυβέρνηση που είχε προκύψει από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, αντί να τον ενισχύσουν με κάθε τρόπο, του δημιουργούσαν προβλήματα και υπονόμευαν τη στρατηγική του, μέχρι που έληξε άδοξα η πολιορκία της Πάτρας και ο Κολοκοτρώνης αποσύρθηκε προσωρινά στην Τρίπολη. Εν τω μεταξύ είχε καταλάβει την Ακροκόρινθο, χωρίς να νοιαστεί για όσα γίνονταν στην Επίδαυρο από τους πολιτικούς κατά την Α΄ Εθνοσυνέλευση, που ενδιαφέρονταν μόνο για τα αξιώματα και τις υψηλές θέσεις.

Εκεί όμως όπου ο Κολοκοτρώνης δοξάστηκε σώζοντας την επανάσταση από τη στρατιά του Δράμαλη, ήταν τα Δερβενάκια (26-28 Ιουλίου 1822, Εφάρμοσε τη στρατηγική της καμένης γης στο Άργος και ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Και όμως ο Κολοκοτρώνης δεν πίστεψε τον προδότη που ορκιζόταν πως ο Δράμαλης θα προχωρούσε για την Τρίπολη. Ο Γέρος μάζεψε τα παλικάρια, τους μίλησε και τα έκανε να χλιμιντράνε σαν άλογα. Ακολούθησε η λαμπρή νίκη στα Δερβενάκια, τη στιγμή που οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι είχανε μπει στα καράβια, για να γλιτώσουν. Αυτή τη δόξα οι πολιτικοί την «αντάμειψαν» στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, χαρίζοντας το βαθμό του στρατηγού σε 50 ακόμη ανθρώπους, για να μειώσουν τον Κολοκοτρώνη. Είναι φανερό πως ο Μαυροκορδάτος και οι άλλοι ανησύχησαν τόσο πολύ από τις συνεχείς επιτυχίες των στρατιωτικών και του Κολοκοτρώνη ιδιαίτερα, που δεν τους ενδιέφερε καλά καλά η πορεία του αγώνα όσο η προσωπική τους εξασφάλιση.

Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος (1824), ο οποίος τόσο ζημίωσε την επανάσταση. Ο Κολοκοτρώνης έχασε στον εμφύλιο το γιο του Πάνο (13-11-1824) και ο ίδιος, συντριμμένος από την απώλεια του γιου του, παραδόθηκε στους εχθρούς του, οι οποίοι τον φυλάκισαν στην Ύδρα (Φεβρ. 1825). Την εποχή εκείνη ξεμπάρκαραν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ στο Μοριά. Στη δύσκολη στιγμή ο Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε, γιατί δεν υπήρχε άλλος τόσο ικανός ν’ αντιμετωπίσει το φοβερό εχθρό, ο οποίος κατέστρεφε τον Μοριά και έσπερνε παντού τον πανικό. Ο λαός κοίταζε πώς να γλιτώσει, εγκαταλείποντας χωριά και πόλεις, και ο Κολοκοτρώνης πάσχιζε μέσα από πολλές δυσκολίες να μαζέψει παλικάρια και να συγκροτήσει στρατό. Αλλά δεν μπορούσε να κτυπήσει τον Ιμπραήμ και περιοριζόταν στην τακτική του κλεφτοπολέμου. Παράλληλα κοίταζε πώς να κρατήσει το ηθικό του πληθυσμού. Γιατί ο κόσμος υπέκυπτε και δήλωνε υποταγή στον Ιμπραήμ. Οπότε ο Γέρος έδωσε μάχη και κατά του προσκυνήματος με το καλό και με το άγριο («φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»).



«O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».    



Ο Κολοκοτρώνης στάθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια όπως και πολλοί άλλοι τίμιοι αγωνιστές και πατριώτες (Νικηταράς, Πλαπούτας, Κανάρης κ.ά.π.). Κι όμως λίγο αργότερα κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά του θρόνου και της αντιβασιλείας, τον συνέλαβαν (Σεπτ. 1833) και τον φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο με τον Πλαπούτα, που είχε θεωρηθεί συνένοχος. Την απόφαση δεν υπέγραψαν οι έντιμοι δικαστές Γεώργιος Τερτσέτης και Αναστάσιος Πολυζωίδης. Ο κόσμος αγανάκτησε στην είδηση και οι ξένοι δεν τόλμησαν να σκοτώσουν τους αγωνιστές.

Η κατακραυγή του πλήθους των απλών Ελλήνων ανάγκασε τον βασιλιά Όθωνα – με το πρόσχημα του γιορτασμού της ενηλικίωσής του– να τους χορηγήσει αμνηστεία (Μάιος 1835). Ο Θ. Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε τ’ απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη. Ο ίδιος ήξερε να διαβάζει — αγαπούσε πολύ την ιστορία –, αλλά με δυσκολία έγραφε. Το έργο του διακρίνεται για το κοφτό ύφος και τη συντομία στην έκφραση και είναι πολύτιμη ιστορική πηγή, για πολλούς λόγους, αλλά και διότι όσους τον αδίκησαν και τον έβλαψαν τους κρίνει μεγαλόψυχα χωρίς κανένα πάθος και χωρίς μνησικακία. Γι’ αυτό πιστεύεται ότι είναι γραμμένο αμερόληπτα.



Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών από συμφόρηση. Τον έθαψαν στο Α΄ νεκροταφείο της Αθήνας. Τα οστά του σήμερα βρίσκονται στο ηρώο της Τρίπολης, στο πεδίο του Άρεως.



Η δίκη του Κολοκοτρώνη

Στις 16 Απριλίου του 1834, ξεκίνησε η δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του Δημήτριου Πλαπούτα με την κατηγορία της συνωμοσίας εναντίον του βασιλιά Όθωνα. Δεν ήταν όμως η πρώτη φορά που φυλακίστηκε. Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, μετά από ένοπλες συγκρούσεις, ο ίδιος και ο γιος του είχαν συλληφθεί και φυλακιστεί στο Ναύπλιο.

Αν και πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την εκλογή του Όθωνα, με την έλευση του τελευταίου το 1832, ο Κολοκοτρώνης έγινε στόχος συκοφαντιών εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων κυρίως του Ι. Κωλέττη. Συν τοις άλλοις, η βαυαρική αντιβασιλεία (ο Όθων ήταν ακόμη ανήλικος) δυσανασχετούσε έντονα εξαιτίας της φιλοκαποδιστριακής και φιλορωσικής του τοποθέτησης.

Ο Κολοκοτρώνης ήταν κατά τη δεκαετία του 1830 μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του ρωσόφιλου κομματικού σχηματισμού. Κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία και συνελήφθη στις 6 Σεπτεμβρίου 1833 μαζί με τον Πλαπούτα, τον Τζαβέλα, τον Νικηταρά και άλλους στρατιωτικούς με την κατηγορία ότι ετοίμαζαν συνωμοσία για την ανατροπή του ανήλικου βασιλιά Όθωνα. Ο Κολοκοτρώνης φυλακίσθηκε στο Παλαμήδι σε ηλικία 63 ετών. Λίγο αργότερα η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη.

Τον Μάιο του 1835 μετά την ενηλικίωση του Όθωνα έλαβε χάρη και αποφυλακίσθηκε. Επίσης, ονομάστηκε στρατηγός και έλαβε το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, γεννημένος το 1770, υπήρξε ο σημαντικότερος Πελοποννήσιος στρατιωτικός αρχηγός κατά της διάρκεια της Επανάστασης. Ήταν γόνος της μεγάλης οικογένειας κλεφτών, των περίφημων Κολοκοτρωναίων.

Το 1807 συμμετείχε στην άμυνα της Λευκάδας που οργανώθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια, πρόσωπο που αργότερα στήριξε ως πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία που είχε ξεκινήσει να προετοιμάζει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Στη συνέχεια πρωταγωνίστησε σε πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις του αγώνα, ενώ ως το τέλος της Επανάστασης ο Κολοκοτρώνης συνέχισε να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά πράγματα της εποχής.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα Απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836». Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε μια νύχτα του 1843 από αποπληξία.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΟΛΥΖΩΙΔΗΣ – ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ:Αρνήθηκαν να υπογράψουν τη θανατική καταδίκη των Θ. Κολοκοτρώνη – Δ. Πλαπούτα



Η δίκη του Κολοκοτρώνη έγινε στο παλιό τζαμί του Ναυπλίου, της πρώτης πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Κράτησε πολλές μέρες και τελείωσε στις 26 Μαϊου 1834. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου βρέθηκαν ο Γέρος του Μοριά, ο εξάδελφός του Δημήτρης Πλαπούτας, πρωτεργάτης κι αυτός της επανάστασης του 1821, ο Κίτσος Τζαβέλας και μερικοί ακόμα αγωνιστές.

Η ποινή για τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα ήταν θανατική εκτέλεση στη λαιμητόμο, εντός 24 ωρών. Στο άκουσμά της ο πρώτος σταυροκοπήθηκε, ο δεύτερος αναλύθηκε σε λυγμούς. Το ακροατήριο έμεινε άναυδο.

«Αδικα σε σκοτώνουν στρατηγέ…», ψιθύρισε στον Κολοκοτρώνη ένα από τα παλικάρια του, που του συμπαραστεκόταν.

Η Ιστορία δεν έγραψε το όνομά του. Ομως κατέγραψε την απάντηση που έδωσε ο αγέρωχος πολέμαρχος: «Γι’ αυτό λυπάσαι; Καλύτερα να σε σκοτώνουν άδικα, παρά δίκαια!».

Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης καταγόμενος από το Μελένικο Σερρών, Μακεδόνας. Απ όσα είχε ακούσει αυτές τις μέρες ήταν σχεδόν βέβαιος για την ενοχή των κατηγορουμένων. Οι Βαυαροί αντιβασιλείς είχαν καταφέρει να πείσουν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ότι οι κατηγορούμενοι ήταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας.

Ηθελαν, λέει, να ανατρέψουν τον ανήλικο Οθωνα, και να επιβάλουν τη δική τους καταστροφική τάξη πραγμάτων.

Μέλη του δικαστηρίου ήταν ο εξ Ζακύνθου Γ. Τερτσέτης, ο Δ. Σούτσος, ο Α. Βούλγαρης και ο Φ. Φραγκούλης. Ο αντιβασιλέας Μάουερ είχε εκ των προτέρων αποφασίσει να πάρει τα κεφάλια των δύο ηρώων. Για την ευόδωση των σκοπών του χρησιμοποίησε τον υπουργό Δικαιοσύνης Κ. Σχινά και τον εισαγγελέα της έδρας, κάποιον Μάσoν.

Οταν η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε, ο Πολυζωίδης ως πρόεδρος κάλεσε το δικαστήριο σε διάσκεψη. Ο Μάουερ ήθελε να τελειώσει με συνοπτικές διαδικασίες η διάσκεψη.

Συνέβη, όμως ο Πολυζωίδης να έχει σχηματίσει ακλόνητη δικαστική πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι ήταν αθώοι.

Πρώτος πήρε τον λόγο ο Τερτσέτης και μίλησε για την αθωότητα των δύο πολέμαρχων. Ο Σούτσος που ήταν γαμπρός του Σχινά, ψήφισε υπέρ της καταδίκης σε θάνατο. Το ίδιο και οι Βούλγαρης, Φραγκούλης. Μέχρι στα γόνατά τους έπεσαν ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης για να τους μεταπείσουν.

Εκείνοι έσπευσαν στον υπουργό Δικαιοσύνης για να δουν τι θα κάνουν. Εγινε έξαλλος. Τους διέταξε να επιστρέψουν στην αίθουσα συσκέψεων. Ταυτόχρονα έστειλε αστυνομικούς κλητήρες για να φέρουν πίσω τους δύο αντιρρησίες, που στο μεταξύ είχαν γυρίσει στα σπίτια τους.

Ο Σχινάς συνεννοείται με τον Μάουερ, σπεύδει με την επίσημη στολή του στο δικαστήριο και διατάσσει τους δύο διαφωνούντες να υπογράψουν τη θανατική καταδίκη.

«Εν ονόματι του βασιλέως σας διατάσσω να υπογράψετε την απόφαση», φωνάζει.

«Προτιμώ να μου κόψετε το χέρι!», απαντά ο Πολυζωίδης.

«Δεν θα με έχετε συνεργό στον φόνο δύο αθώων ανθρώπων», λέει ψύχραιμα ο Τερτσέτης.

Εξαλλος ο υπουργός Δικαιοσύνης παραγγέλλει στους αστυνομικούς κλητήρες να χρησιμοποιήσουν τις ξιφολόγχες για να σύρουν τους δύο νομικούς στην αίθουσα του δικαστηρίου. Οι χωροφύλακες εκτελούν την εντολή, τους χτυπούν, τους σκίζουν τα ρούχα.

Την απόφαση διάβασε ο Σούτσος, ενώ ο Πολυζωίδης κρατούσε το κεφάλι του ανάμεσα στις παλάμες του.

Η απόφαση προκάλεσε μεγάλο σάλο. Λίγες ώρες αργότερα η βαυαρική αντιβασιλεία υποχρεώθηκε να μετατρέψει την ποινή σε κάθειρξη. Με την ενηλικίωσή του ο Οθων -αυτός «ο νεαρός Βαυαρός βλαξ», όπως τον αποκαλούσε ο Κάρολος Μαρξ- έδωσε χάρη.

Στο μεταξύ, ο Κολοκοτρώνης είχε περάσει στις φυλακές μεταχείριση που δεν του είχαν επιφυλάξει ούτε οι Οθωμανοί διώκτες του. Εζησε για εφτά μήνες στα μπουντρούμια των μεσαιωνικών φυλακών στο Παλαμήδι και την Ακροναυπλία.

Στα απομνημονεύματά του, που διηγήθηκε στον Τερτσέτη ο Κολοκοτρώνης αναφέρει με πόνο:

«Μ έβαλαν εννέα μήνες φυλάκιση, χωρίς να βλέπω κανέναν εκτός από τον δεσμοφύλακά μου. Δεν ήξερα τόσους μήνες τι γίνεται έξω, ποιος ζει, ποιος πεθαίνει, ποιον άλλον έχουν φυλακισμένο. Δεν ήξερα γιατί μ έχουν φυλακισμένο. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα φτάσουν σε τέτοιο σημείο να φτιάξουν ψευδομάρτυρες».

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...