Μπορείτε να μας βρείτε σε ένα ιστολόγιο για την ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ...ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ 2 και ένα ιστολόγιο για την ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ...ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ 3.Με τιμή,
Πελασγός και συνεργάτες


ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ : Η "ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ" ΠΕΡΝΑΕΙ ΣΕ ΦΑΣΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΤΟΠΟΥ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΙ.. ΣΥΝΤΟΜΑ...


«Το Γένος ποτέ δεν υποτάχθηκε στο Σουλτάνο! Είχε πάντα το Βασιλιά του, το στρατό του, το κάστρο του. Βασιλιάς του ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, στρατός του οι Αρματωλοί και κλέφτες, κάστρα του η Μάνη και το Σούλι»

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Απριλίου 2018

1824: Η ήττα των Οθωμανών στην πεδιάδα του Μαραθώνα


Πολεμική αναμέτρηση μεταξύ των 3.000 Οθωμανών Τούρκων του Ομέρ Πασά και 600 Ελλήνων υπό τον Γιάννη Γκούρα, στην πεδιάδα του Μαραθώνα, εκεί όπου ο Μιλτιάδης είχε νικήσει τον στρατό των Περσών το 490 π.Χ. Η δεύτερη μάχη του Μαραθώνα έγινε στις 5 Ιουλίου 1824 και έληξε, όπως και η πρώτη, με επικράτηση των ελληνικών όπλων.

Τον Ιούνιο του 1824 ο πασάς της Καρύστου Ομέρ έλαβε εντολή να στραφεί κατά της Αττικής, σε μια εποχή που οι Έλληνες σπαράζονταν από εμφύλιες έριδες. Την ίδια περίοδο (24 Ιουνίου 1824), ο πρόεδρος του Εκτελεστικού, Γεώργιος Κουντουριώτης, όρισε φρούραρχο της Ακρόπολης τον δυναμικό οπλαρχηγό Γιάννη Γκούρα.

Πράγματι, στις αρχές Ιουλίου ο Ομέρ Πασάς αποβιβάστηκε στον Ωρωπό με 3.000 άνδρες (εκ των οποίων οι 2.000 γενίτσαροι), πυροβολικό και ιππικό. Αφού λεηλάτησε τη γύρω περιοχή, κατευθύνθηκε προς την Αθήνα. Μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός ο Γκούρας συγκρότησε σώμα από 600 άνδρες, με τη συμμετοχή των χιλιάρχων Μαμούρη, Ρούκη και Πρεβεζιάνου και αποφάσισε να αναχαιτίσει τους Οθωμανούς στον Μαραθώνα. Στις 3 Ιουλίου 1824 κατέλαβε τον λοφίσκο (τύμβο) της πεδιάδας του Μαραθώνα με το παλαιό τείχος, απ’ όπου θα διάβαινε αναγκαστικά ο Ομέρ με τον στρατό του.

Οι πρώτες αψιμαχίες μεταξύ των δύο αντιπάλων έγιναν στις 5 Ιουλίου 1824. Πρώτα το πυροβολικό του Ομέρ άρχισε να βάλει κατά των ελληνικών θέσεων και στη συνέχεια ανέλαβαν δράση οι γενίτσαροι με το ιππικό, οι οποίοι αποκρούσθηκαν με σημαντικές απώλειες. Ο αγώνας εξελισσόταν αμφίρροπος και ο Γκούρας προσπαθούσε να ανεβάσει το ηθικό των στρατιωτών του, θυμίζοντάς τους τον άθλο των Αθηναίων κατά τον Περσών στον ίδιο χώρο πριν από 2.000 χρόνια.

Τότε, ως από μηχανής θεός, εμφανίσθηκε στο πεδίο της μάχης ο στρατηγός Διονύσιος Ευμορφόπουλος, προερχόμενος από την Κόρινθο. Είχε μάθει για την απόβαση των Τούρκων στην Αττική και έσπευσε με τους άνδρες του να βοηθήσει. Η απρόσμενη ενίσχυση αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων. Ο Γκούρας «σάλπισε» την αντεπίθεση και με την καθοριστική συνεισφορά των ανδρών του χιλίαρχου Γιάννη Ρούκη αιφνιδίασαν τους αντιπάλους τους και τους έτρεψαν σε φυγή. Οι Τούρκοι άφησαν στο πεδίο της μάχης 260 νεκρούς, τον αρχηγό των γενιτσάρων Ιμπραήμ, καθώς και πλούσια λάφυρα, όπλα και δύο σημαίες.

Μετά τη μάχη, ο Γκούρας, μιμούμενος το βάρβαρο επινίκιο τουρκικό έθιμο, έκοψε τριάντα κεφάλια από τους Τούρκους πεσόντες και τα απέστειλε στην Αθήνα μαζί με τις δύο πολεμικές σημαίες, εν είδει θριάμβου. Παράλληλα, με επιστολή του προς τους δημογέροντες των Αθηνών χαρακτήρισε τη νίκη του ανώτερη σε ηρωισμό από εκείνη της Γραβιάς (8 Μαϊου 1821), γιατί «ενίκησαν εκεί όπου ενίκησε πάλαι ποτέ και ο Μιλτιάδης».

Ο Ομέρ Πασάς, μετά την ήττα του, υποχώρησε με τον στρατό του στο Καπανδρίτι, ενώ ο Γκούρας με τον Ευμορφόπουλο επέστρεψαν στην Αθήνα για να ετοιμάσουν την άμυνα της πόλης. Ο Οθωμανός πολέμαρχος θα επιχειρούσε να καταλάβει την Αθήνα για δεύτερη φορά στις αρχές Αυγούστου του 1824.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 17 Απριλίου 2018

Η νικηφόρα μάχη των Ελλήνων στο Λάλα


Η μάχη του Λάλα: Μία από τις πρώτες νικηφόρες μάχες των επαναστατημένων Ελλήνων στην Πελοπόννησο. Το Λάλα είναι χωριό της ορεινής Ηλείας στο όρος Φολόη («Λαλαίος» ο κάτοικος του και «Λαλιώτης» ο καταγόμενος από αυτό). Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας το κατοικούσαν εξισλαμισμένοι Αλβανοί, οι οποίοι είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος ολόκληρης της Πελοποννήσου με τη μεγάλη οικονομική και στρατιωτική δύναμη που διέθεταν. Κατά γενική ομολογία ήταν τα «καλύτερα ντουφέκια του Μωριά».

Στην αρχή της Επανάστασης του '21, οι Λαλαίοι θεωρήθηκαν απειλή για την πορεία του Αγώνα. Γι' αυτό το λόγο, οι οπλαρχηγοί της Γορτυνίας ίδρυσαν στην ευρύτερη περιοχή στρατόπεδο για να αποτρέψουν τη φυγή τους προς την Τριπολιτσά, την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, η οποία αποτελούσε τον κύριο στόχο των επαναστατών.

Στο στρατόπεδο των Ελλήνων επικρατούσαν δύο απόψεις όσον αφορά την αντιμετώπιση των Λαλαίων. Οι Επτανήσιοι, οι οποίοι αποτελούσαν την πιο οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, ήθελαν να επιτεθούν αμέσως εναντίον τους, ενώ οι ντόπιοι προτιμούσαν να περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία.

Από την πλευρά τους, οι Λαλαίοι προσπάθησαν να κερδίσουν χρόνο και να διασπάσουν το ελληνικό στρατόπεδο, κυκλοφορώντας φήμες ότι ήταν έτοιμοι να παραδοθούν. Στις 2 Ιουνίου 1821 ο κεφαλλονίτης Παναγής Μεσσάρης τους μετέφερε επιστολή των Επτανησίων αρχηγών Κωνσταντίνου και Ανδρέα Μεταξά, Ευαγγέλη Πανά, Παναγιώτη Στρούζα, Μιχαήλ Κουτουφά και Διονυσίου Σαμπρικού, που τους καλούσαν να καταθέσουν τα όπλα.

Οι Λαλαίοι άρχισαν να κωλυσιεργούν, υποστηρίζοντας ότι την όποια απόφαση θα έπρεπε να πάρουν οι αρχηγοί τους, οι οποίοι απουσίασαν από το χωριό. Τότε οι επαναστάτες αποφάσισαν να δράσουν και να τους επιτεθούν από τρία σημεία, με επικεφαλής τον Γεώργιο Πλαπούτα, τους αδελφούς Μεταξά και τον Γεώργιο Σισίνη.

Από κακό συντονισμό, ο Πλαπούτας επιτέθηκε μόνος του στις 9 Ιουνίου και φυσικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει μετά την αντεπίθεση των Λαλαίων. Μέσα στη σύγχυση και τον μεγάλο καύσωνα που επικρατούσε, ο Πλαπούτας άφησε την τελευταία του πνοή. 14 ακόμη Έλληνες έχασαν τη ζωή τους (11 Πελοποννήσιοι και 3 Επτανήσιοι). Αδιευκρίνιστες ήταν οι απώλειες των Λαλαίων.

Στο στρατόπεδο των Ελλήνων επικράτησε σύγχυση και πολλοί ήταν αυτοί που ήθελαν να το εγκαταλείψουν. Ο Κολοκοτρώνης αντιλήφθηκε την κατάσταση και έστειλε τον εμπειροπόλεμο Δημήτριο Πλαπούτα, οποίος κατόρθωσε να τους εμψυχώσει. Οι Λαλαίοι αναθάρρησαν και αυτοί, όταν είδαν να καταφθάνουν ενισχύσεις από την Πάτρα στις 11 Ιουνίου. Επικεφαλής 1.000 Τουρκαλβανών ήταν ο Γιουσούφ Πασάς.

Ο Γιουσούφ ήθελε να ξεκαθαρίσει αμέσως την κατάσταση και στις 13 Ιουνίου επιτέθηκε με τους άνδρες του στη θέση Πούσι, όπου ήταν οχυρωμένοι οι Έλληνες. Βασικός του στόχος, να αποσπάσει πρώτα τα κανόνια που διέθεταν οι Επτανήσιοι και στη συνέχεια να τους πετσοκόψει με την ησυχία του.

Η μάχη δόθηκε σώμα με σώμα και η ανδρεία των Ελλήνων ανάγκασε τις δυνάμεις του Γιουσούφ να υποχωρήσουν και μαζί με τους Λαλαίους την επομένη να πάρουν τον δρόμο για την Πάτρα. Οι Έλληνες πολέμησαν γενναία και έχασαν 84 άνδρες (60 Πελοποννήσιοι και 24 Επτανήσιοι). Ανάμεσα στους πολλούς τραυματίες ήταν και ο κεφαλλονίτης Ανδρέας Μεταξάς, κατοπινός πρωθυπουργός της Ελλάδας. Την ίδια μέρα (14 Ιουνίου) οι επαναστάτες εισήλθαν στο έρημο χωριό και το πυρπόλησαν. Συνολικά, γύρω στα χίλια σπίτια παραδόθηκαν στις φλόγες.

Η νίκη των Ελλήνων σήμανε το τέλος της επιβολής των Λαλαίων στην περιοχή και άνοιξε τον δρόμο για την άλωση της Τριπολιτσάς. Από την Πάτρα, όπου κατέφυγαν, αγωνίσθηκαν κατά της επανάστασης ως το τέλος και μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και να εγκατασταθούν ως πρόσφυγες στην περιοχή του Πλαταμώνα της Μακεδονίας και αργότερα στη Βάρνα της Βουλγαρίας.

[Πηγή sansimera.gr]
Πηγή2
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 12 Απριλίου 2018

Η γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής και η τουρκική ιστοριογραφία


Προκειμένου να κατανοήσει κανείς τη στάση της τουρκικής ιστοριογραφίας απέναντι στο ζήτημα της γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής θα πρέπει να έχει υπόψιν του τα βασικά χαρακτηριστικά της.

Η σύγχρονη τουρκική ιδεολογία (και ως εκ τούτου η αντανάκλασή της στο χώρο της ιστοριογραφίας) εδράζεται πάνω στις αρχές του κοσμικού κράτους που έθεσε ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.

Όσον αφορά τη συγκρότηση της σύγχρονης Τουρκίας το 1923, αυτή θεμελιώθηκε πάνω στον πυλώνα της αντίστασης και της νίκης των τουρκικών δυνάμεων απέναντι στις δυνάμεις της Αντάντ κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πρώτα στη χερσόνησο της Καλλίπολης το 1915 και κατόπιν με την απαλλαγή από το θεσμό των Διομολογήσεων που εγκαθιστούσε επί αιώνες σχέσεις υποτέλειας μεταξύ τους. Ο δεύτερος πυλώνας της τουρκικής ιστοριογραφίας είναι η νίκη επί των Ελλήνων κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο την περίοδο 1919-1922, στη διάρκεια δηλαδή της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Όπως συμβαίνει με όλες τις εθνικές ιδεολογίες, έτσι και ο τουρκικός εθνικός μύθος φιλοτεχνείται από συστατικά ηρωισμού, αυτοθυσίας και πατριωτισμού.


Μέσα στο πλαίσιο αυτό δεν προκαλεί εντύπωση η άρνηση της σύγχρονης τουρκικής ιστοριογραφίας να αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Ανατολής (Αρμενίων, Ελλήνων, Ασσυροχαλδαίων). Και όχι μόνο αυτό· οι διώξεις, οι δολοφονίες, οι εκτοπίσεις και ο εκπατρισμός εκατοντάδων χιλιάδων χριστιανών την περίοδο 1914-1922 παρουσιάζεται από την τουρκική ιστοριογραφία ως το μοιραίο επακόλουθο του εκπατρισμού των μουσουλμανικών πληθυσμών των Βαλκανίων την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, ως η αναπόφευκτη δηλαδή απάντηση σε όσα υπέστησαν στα Βαλκάνια οι Μουσουλμάνοι.

Το ερώτημα «ποιος ήρξατο χειρών αδίκων» έχει, στην περίπτωση της παραδοσιακής τουρκικής ιστοριογραφίας, απαντηθεί.

Υπεύθυνοι είναι οι χριστιανικοί λαοί των Βαλκανίων, οι οποίοι την περίοδο 1912-1913 προέβησαν σε βιαιοπραγίες εναντίον των μουσουλμάνων υποχρεώνοντάς τους να εκπατρισθούν και να εγκατασταθούν στην Ανατολή.

Το δεύτερο επιχείρημα της τουρκικής ιστοριογραφίας είναι πως οι διώξεις και οι εκτοπίσεις των χριστιανικών πληθυσμών ήταν αποτέλεσμα της στάσης τους στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι χριστιανικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατηγορήθηκαν από το τουρκικό κράτος για εκ των έσω υπονόμευση και συνεργασία με τις δυνάμεις της Αντάντ που εργάζονταν για το διαμελισμό της Αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερα, μάλιστα, οι Αρμένιοι κατηγορήθηκαν για συνεργασία με τον ρωσικό στρατό και ενοχοποιήθηκαν για την πανωλεθρία των Οθωμανών στο μέτωπο του Σαρίκαμις το 1915.


Ταχυδρομικό δελτάριο των Νεότουρκων στα γαλλικά

Οι παραπάνω αντιλήψεις αποτελούν τη συνισταμένη επιχειρηματολογία της παραδοσιακής τουρκικής ιστοριογραφίας, η οποία αναπαράγει σε επίπεδο ιστοριογραφίας την κυρίαρχη κεμαλική εθνική αφήγηση. Έως και πριν από δέκα περίπου χρόνια η αφήγηση αυτή μονοπωλούσε σχεδόν τον ιστοριογραφικό λόγο σε πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και ερευνητικά κέντρα στην Τουρκία, ενώ ως λογικό επακόλουθο αναπαράχθηκε στη δημόσια ιστορία και ιδιαίτερα στο χώρο της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει, επίσης, το γεγονός πως οι δεκάδες τουρκικές έδρες σε πανεπιστήμια της Ευρώπης και των ΗΠΑ υποστήριξαν με συνέπεια την τουρκική εθνική αφήγηση ξοδεύοντας μάλιστα εκατομμύρια δολάρια προς αυτόν το σκοπό.

Ενδιαφέρον έχει να επισημανθεί πως η προσπάθεια αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων παρουσιάστηκε από την κεμαλική τουρκική ιστοριογραφία, αρχής γενομένης από τη δεκαετία του 1980, ως μία ακόμη ιμπεριαλιστική συνωμοσία ώστε να υπονομευθεί η «τουρκική εθνική πατρίδα». Είναι ενδεικτικά τα λόγια του αμερικανού ιστορικού Justin McCarthy σε ομιλία του στην Άγκυρα το 2005: «Πώς είναι δυνατό να δεχθεί κανείς να γίνει μέλος ενός οργανισμού (της Ευρωπαϊκής Ένωσης) ο οποίος ζητά να παραδεχθείτε ότι οι πρόγονοί σας ήταν δολοφόνοι; Έχω εμπιστοσύνη στην τιμή των Τούρκων ότι θα αρνηθούν κάτι τέτοιο». Στη μακρά εσωτερική διαμάχη σχετικά με το ζήτημα της Γενοκτονίας θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στην παραίτηση του ιστορικού Donald Quataert από τη θέση του διευθυντή του Ινστιτούτου Τουρκικών Σπουδών στην Ουάσινγκτον, το 2006, μετά από πιέσεις που δέχθηκε από τον πρέσβη της Τουρκίας στις ΗΠΑ να ανακαλέσει τη δήλωσή του ότι η Γενοκτονία των Αρμενίων πληροί πλήρως τις προϋποθέσεις που θέτει ο ΟΗΕ για τις γενοκτονίες.


Tην τελευταία δεκαετία το οικοδόμημα της παραδοσιακής εθνικιστικής τουρκικής ιστοριογραφίας έχει αρχίσει να παρουσιάζει τις πρώτες ρωγμές. Ο τοίχος της σιωπής, σύμφωνα με την άποψη του Donald Quataert, έχει αρχίσει να γκρεμίζεται. Η αιτία γι’ αυτό πρέπει να αναζητηθεί σε μια σειρά λόγους. Καταρχήν, ο χώρος της τουρκικής ιστοριογραφίας τείνει να αυτονομηθεί, ιδιαίτερα μάλιστα σε πανεπιστήμια του εξωτερικού (με επίκεντρο τη Γερμανία) αλλά και σε κάποια ιδιωτικά πανεπιστήμια στο εσωτερικό της Τουρκίας. Το γεγονός αυτό δεν είναι άσχετο με τη σταδιακή εγκαθίδρυση μιας νεοοθωμανικής ελίτ υπό τον πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν, η οποία αμφισβήτησε αρκετούς από τους κυρίαρχους κεμαλικούς μύθους στο πλαίσιο της σφοδρής σύγκρουσής της με την κατεστημένη τουρκική κοσμική ελίτ.

Ένας άλλος λόγος είναι η χειραφέτηση ιστορικών –και γενικότερα επιστημόνων– από διάφορες μειονοτικές κοινότητες στο εσωτερικό της Τουρκίας, και ιδιαίτερα των Κούρδων.

Οι τελευταίοι εργάζονται συστηματικά τα τελευταία χρόνια για την οικοδόμηση της δικής τους εθνικής αφήγησης στο πλαίσιο του κινήματος εθνικής αυτοδιάθεσης, και ως εκ τούτου έρχονται συχνά σε αντιπαράθεση με τον κυρίαρχο τουρκικό ιστοριογραφικό λόγο.

Η τελευταία αιτία θα πρέπει να αναζητηθεί στη διάθεση στους ερευνητές νέων αρχειακών διαθεσίμων, τα οποία επιτρέπουν εναλλακτικές αναγνώσεις του παρελθόντος που έως σήμερα ήταν απαγορευμένες στην Τουρκία.

Ανάμεσα στους επιστήμονες, τους δημοσιογράφους και τους πολιτικούς ακτιβιστές που ασχολούνται με το ζήτημα της Γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής είναι ο Τανέρ Ακτσάμ, ο Σαΐτ Τσετίνογλου, ο Μπασκίν Οράν, ο Φικρέτ Μπασκαγιά, ο Αχμέτ Ντεμιρέλ, η Περβίν Ερμπίλ, ο Αττίλα Τουιγκάν και φυσικά ο Φουάτ Ντουντάρ. Επιτρέψτε μου επίσης να αναφερθώ στην ημερίδα για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου που πραγματοποιήθηκε στην Άγκυρα στις 9 Απριλίου 2016. Ο τίτλος της ήταν «Ο νομός Τραπεζούντας και το ποντιακό ζήτημα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά».


Θα ήθελα να κάνω ιδιαίτερη αναφορά στον Φουάτ Ντουντάρ και στην πρόσφατη μελέτη του με τίτλο Modern Turkiye’nin Şifresi (Ο κώδικας της σύγχρονης Τουρκίας)

με υπότιτλο: «Η μηχανική των εθνοτήτων της Ένωσης και Προόδου (1913-1918)» (εκδ. Iletisim, Κωσταντινούπολη, ελλ. έκδ.:). Ο Ντουντάρ στη μελέτη του χρησιμοποίησε, εκτός από τις ήδη γνωστές πηγές και την υπάρχουσα βιβλιογραφία, έναν σημαντικό αριθμό κρυπτογραφημένων τηλεγραφημάτων του οθωμανικού υπουργείου Εσωτερικών. Τα τηλεγραφήματα αυτά μόλις πριν από λίγα χρόνια δόθηκαν στη δημοσιότητα.

Ωστόσο η μελέτη τους είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, αφενός γιατί είναι κρυπτογραφημένα και αφετέρου επειδή είναι γραμμένα στην παλαιά οθωμανική γραφή. Με βάση τα τηλεγραφήματα αυτά ο Ντουντάρ υποστήριξε πως η Γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής ήταν προσχεδιασμένη, ήδη από το 1913. Ανέτρεψε, επίσης, την επικρατούσα τουρκική ιστοριογραφική γραφή περί διωγμών των μουσουλμανικών πληθυσμών από τα Βαλκάνια, υποστηρίζοντας με πλήθος ντοκουμέντα πως η προσφυγοποίηση των μουσουλμάνων των Βαλκανίων και η εγκατάστασή τους στην Ανατολία υποκινήθηκε από τις νεοτουρκικές Αρχές οι οποίες είχαν ήδη εκκινήσει το σχέδιό τους για τη δημιουργία μιας ομοιογενούς εθνικής κοιτίδας για να στεγάσει το τουρκικό έθνος στο χώρο της Μικράς Ασίας.

Αξίζει επίσης να αναφερθεί η έκδηλη αμηχανία με την οποία η παραδοσιακή τουρκική ιστοριογραφία αντέδρασε στη μελέτη του Φουάτ Ντουντάρ – υποχρεώθηκε στην ουσία να αποδεχθεί μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του. Τα νέα αρχειακά δεδομένα που προσκομίζει η μελέτη του Ντουντάρ επαναφέρουν το ζήτημα της πρόσβασης σε όλο τον όγκο του υπάρχοντος αρχειακού υλικού.

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να υπογραμμίσω πως η συντριπτική πλειοψηφία του διαθέσιμου αρχειακού υλικού που αναφέρεται στη Γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής προέρχεται από ελληνικά αρχεία, καθώς και από αρχεία ξένων δυνάμεων όπως η Βρετανία, οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Γερμανία και η πρώην Σοβιετική Ένωση. Δυστυχώς τα αρχειακά διαθέσιμα από τα οθωμανικά αρχεία είναι προς το παρόν λίγα και αποσπασματικά. Ως εκ τούτου θέλω να πιστεύω πως τα επόμενα χρόνια η ενδεχόμενη διάθεση στην επιστημονική κοινότητα νέων οθωμανικών αρχείων, και ιδίως εκείνο του υπουργείου των Εσωτερικών, θα επιτρέψει να σχηματίσουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το τι έγινε στην Ανατολή το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα.

Η συνεχιζόμενη άρνηση του τουρκικού κράτους να αναγνωρίσει όσα συνέβησαν στην Ανατολή ως Γενοκτονία οφείλεται αφενός στον διάχυτο φόβο πως κάτι τέτοιο θα ανοίξει το δρόμο στη διεκδίκηση αποζημιώσεων από τη μεριά των απογόνων των θυμάτων.

Επιπλέον, μια ενδεχόμενη αναγνώριση της γενοκτονικής πολιτικής θα οδηγήσει σε αναγκαστική αναθεώρηση του τουρκικού εθνικού μύθου, ο οποίος, όπως όλοι οι εθνικοί μύθοι εξάλλου, είναι επενδυμένος αυστηρά με ηρωικά στοιχεία. Μια νέα εθνική αφήγηση θα πρέπει αναγκαστικά να αποκαθηλώσει αρκετούς πρωταγωνιστές, πατέρες του σύγχρονου τουρκικού έθνους, και να απομειώσει τα ηρωικά στοιχεία στη διαδικασία της εθνικής οικοδόμησης. Μια τέτοια εξέλιξη όμως βρίσκει σήμερα ακόμη ανέτοιμη όχι μόνο την τουρκική κοινή γνώμη, αλλά κυρίως την ιδεολογική ελίτ της χώρας, η οποία αισθάνεται να απειλείται από το ίδιο το ιστορικό παρελθόν της και ως εκ τούτου αρνείται να συμφιλιωθεί με αυτό.


Το Ανάκτορο Γιλδίζ κατειλημμένο το 1909 από τον «Απελευθερωτικό Στρατό» (Νεότουρκους) – Καρτ ποστάλ της εποχής 

Ωστόσο, όπως ήδη ανέφερα, έχει ήδη εκκινήσει μια αναθεωρητική προσέγγιση του οθωμανικού παρελθόντος από μια γενιά ιστορικών που έχουν χειραφετηθεί σε μεγάλο βαθμό από τον κυρίαρχο εθνικιστικό λόγο. Η προσπάθεια αυτή έχει εκ των πραγμάτων ανοίξει έναν εσωτερικό διάλογο στην Τουρκία και έχει συνεισφέρει σε έναν γόνιμο προβληματισμό.

Στο πλαίσιο αυτό, ο διάλογος της εν Ελλάδι επιστημονικής κοινότητας με τους Τούρκους συναδέλφους είναι πολλαπλώς χρήσιμος. Σκοπός της ιστορίας δεν είναι η δίκη και η ενδεχόμενη καταδίκη ανθρώπων, ή κρατών, αλλά η κατανόηση μιας πολύπλοκης ιστορικής πραγματικότητας, συχνά στιγματισμένης από εικόνες ντροπής για τον πολιτισμένο κόσμο και η νηφάλια εξιστόρησή της.

Ίσως έτσι, ερμηνεύοντας το παρελθόν, βοηθηθούν οι κοινωνίες των πολιτών να μην επαναλάβουν στο μέλλον όσα τους δίχασαν στο παρελθόν, και να βαδίσουν με αλληλοσεβασμό το δρόμο της ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας.

Πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, είναι δύσκολο να το προβλέψει κανείς – ιδιαίτερα σήμερα που οι ζυμώσεις και οι μεταβλητές ενός ραγδαία μεταβαλλόμενου κόσμου έχουν ενεργοποιήσει τα αμυντικά αντανακλαστικά της τουρκικής κοινωνίας.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι εξελίξεις αυτές δεν θα πρέπει να υποτιμώνται από τη διεθνή ιστοριογραφική κοινότητα, αλλά αντίθετα να ενθαρρύνονται και να ενισχύονται.

Θα κλείσω παραθέτοντας τα λόγια του Αϊχάν Ακτάρ, καθηγητή Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Μαρμαρά: «Μόνο αν υπερβούμε τους φόβους μας θα μπορέσουμε να φθάσουμε στην ωριμότητα να συζητήσουμε ήρεμα, ακόμη και την αρμενική Γενοκτονία», υποστηρίζει ο Τούρκος καθηγητής. Εγώ απλώς προσυπογράφω.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 7 Απριλίου 2018

Ποιος ήταν ο ρόλος της Λιβύης στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο;


Ο ιστότοπος WikiLeaks ανέπτυξε μία νέα εφαρμογή αναζήτησης των αποχαρακτηρισμένων τηλεγραφημάτων του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για την περίοδο 1973-1976 (“Kissinger Cables”). Τα διαβαθμισμένα ή μη τηλεγραφήματα που αφορούν την Ελλάδα φτάνουν τα 19.910 και την Κύπρο τα 11.189, μεταξύ των οποίων:

Τηλεγράφημα της αμερικανικής πρεσβείας στην Πράγα στις 9 Σεπτεμβρίου του 1974, το οποίο αποκαλύπτει δήλωση Τούρκου διπλωμάτη για την υποστήριξη της Λιβύης στην εισβολή στην Κύπρο. Σύμφωνα με το τηλεγράφημα, ο πρώην ηγέτης της Λιβύης Muammar Qadhafi συμμετείχε σε τουλάχιστον δύο στρατιωτικές τελετές παράδοσης ποσότητας πετρελαίου στην Τουρκία καθώς βομβών και ανταλλακτικών μαχητικών αεροσκαφών, τα οποία προήλθαν από την πρώην αεροπορική βάση Wheelus των ΗΠΑ.

Σημειώνεται ότι η αμερικανική βάση Wheelus έκλεισε στις 11 Ιουνίου του 1970, ένα χρόνο μετά το πραξικόπημα του Qadhafi και από μία σύντομη έρευνα προκύπτει ότι η βάση φιλοξενούσε τη δεκαετία του ΄60 Μοίρες αεροσκαφών F-86 και F-100, τα οποία βρισκόταν επίσης στο οπλοστάσιο της Τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας εκείνη την περίοδο και χρησιμοποιήθηκαν στην τουρκική εισβολή.

Ο ίδιος Τούρκος διπλωμάτης αποκαλύπτει ότι δύο ή τρεις ημέρες μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο αφίχθησαν σε τουρκικές αεροπορικές βάσεις αεροσκάφη F-4E Phantom, τα οποία προοριζόταν για το Ιράν. Το τηλεγράφημα σημειώνει ότι οι Τούρκοι έσβησαν τα ιρανικά διακριτικά των αεροσκαφών και τα αντικατέστησαν με τουρκικά, “παραπλανώντας τους Έλληνες για το πραγματικό μέγεθος της Τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας”.

Τηλεγράφημα της αμερικανικής πρεσβείας στο Ισλαμαμπάντ στις 23 Ιουλίου του 1974, το οποίο αποκαλύπτει τις προθέσεις του Πακιστάν να ενισχύσει την Τουρκία με αποστολή εθελοντών (στρατιωτικών;) καθώς και ιατρικών ομάδων και εφοδίων.

Τηλεγράφημα της μόνιμης αντιπροσωπείας των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ στις 23 Ιουλίου του 1974, το οποίο αναφέρεται στην επιχείρηση εκκένωσης αμάχων βρετανικής ή άλλης υπηκοότητας από την περιοχή της Κερύνειας από το ελικοπτεροφόρο HMS HERMES του Βρετανικού Ναυτικού, υπό την επιτήρηση τουρκικών αεροσκαφών και αντιτορπιλικών.

Τηλεγράφημα της αμερικανικής πρεσβείας στη Λευκωσία στις 15 Μαρτίου 1973, το οποίο εκφράζει ανησυχία για την εμφάνιση αντιαρματικών ρουκετών Μ72 στα χέρια Τουρκοκυπρίων.

Τηλεγράφημα της αμερικανικής πρεσβείας στην Λευκωσία στις 5 Σεπτεμβρίου 1974, το οποίο αποκαλύπτει αναγνωριστική πτήση 3 αεροσκαφών του Αμερικανικού Ναυτικού πάνω από το Ε/Γ-Ο/Γ ΟΙΝΟΥΣΣΑΙ.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Κρυοπηγή Πρεβέζης: Πώς οι Ναζί έκαψαν το χωριό τη Μεγάλη Παρασκευή του 1944


"Η Μεγάλη Παρασκευή του 1944 ήταν η 'μαύρη Παρασκευή' για την Κρυοπηγή Πρεβέζης. Μοιρολόγια και θρήνοι σε κάθε γειτονιά. Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα για τους αδικοχαμένους και όχι μόνο για τον Χριστό...

Με αυτά τα λόγια, ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Κρυοπηγής (Πρέβεζας) Βαγγέλης Τσούτσης είχε αφηγηθεί το 2013 στο Αθηναικό Πρακτορείο πώς η εκτέλεση, από τους Γερμανούς, 23 κατοίκων του χωριού, τη Μεγάλη Παρασκευή του 1944 σημάδεψε τη μικρή κοινωνία, η οποία επί πολλά χρόνια τώρα  βιώνει την ιδιαίτερη αυτή ημέρα της Ορθοδοξίας ακόμη πιο μελαγχολικά επικαιροποιώντας, παράλληλα, τα αίτημά της να χαρακτηριστεί το χωριό "μαρτυρικό".

ΓΙατί εισέβαλαν οι Γερμανοί στο χωριό

"Το χωριό ανταποκρίθηκε στο πρόσταγμα της ιστορίας και συμμετείχε στην Αντίσταση εναντίον των κατακτητών. Στην Κρυοπηγή υπήρχε ένοπλο τμήμα του ΕΛΑΣ που υπαγόταν σε Σύνταγμα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οι Γερμανοί το πληροφορήθηκαν και άρχισαν τις αιφνιδιαστικές εμφανίσεις στο χωριό" αναφέρει ο κ. Τσούτσης.

"Ένα πρωί του Μάρτη, οι Γερμανοί εισέβαλαν στο χωριό. Οι κάτοικοι θεώρησαν πως και αυτή τη φορά είχαν έρθει για εκφοβισμό και για να λεηλατήσουν, να κάνουν πλιάτσικο στις αποθήκες με τις προμήθειες, να αρπάξουν τρόφιμα και ζώα. Όμως, ο γερμανικός στρατός εγκαταστάθηκε στην Κρυοπηγή. Αμέσως άρχισαν τις έρευνες για να εντοπίσουν αντάρτες και πυρομαχικά" προσθέτει.

Σύμφωνα με μαρτυρίες ηλικιωμένων, ένα μικρό τραπέζι στο Δημοτικό Σχολείο που έγραφε ΕΑΜ τους εξόργισε. Έκαψαν δύο σπίτια και συνέλαβαν 28 άνδρες, από 18 έως 50 ετών. Τους οδήγησαν αρχικά στην Πρέβεζα, στη συνέχεια τους μετέφεραν στο Αγρίνιο, όπου ήταν το αρχηγείο των κατοχικών δυνάμεων στην Δυτική Ελλάδα. Εκεί, τους κράτησαν φυλακισμένους για έναν μήνα. Τη Μεγάλη Παρασκευή του 1944 τους εκτέλεσαν, μαζί με άλλους 120 πατριώτες, στη θέση Αγία Τριάδα, ενώ κρέμασαν άλλους τρεις στην πλατεία του Αγρινίου. Οι πέντε από τους 28 συλληφθέντες γλίτωσαν γιατί είχαν μεταφερθεί βαριά ασθενείς σε νοσοκομείο.

Ο λόγος, όπως είχε διηγηθεί ο κ. Τσούτσης, ήταν το σαμποτάζ εναντίον των Γερμανών, στη σιδηροδρομική γραμμή στο Κρυονέρι - Αγρίνιο. Η εντολή που ακολούθησε ήταν, για κάθε νεκρό Γερμανό, να εκτελούνται 10 Έλληνες. Οι μνήμες των ηλικιωμένων στο χωριό παραμένουν ζωντανές. Ήταν 3 τα ξημερώματα της Μεγάλης Παρασκευής του ʼ44, όταν στο χωριό έφτασε το θλιβερό νέο. Οι 23 συγχωριανοί τους, που είχαν συλληφθεί από τον στρατό κατοχής, εκτελέστηκαν στην Αγία Μαρίνα Αγρινίου.

Τη μνήμη των Κρυοπηγητών, που εκτελέσθηκαν στο Αγρίνιο, τιμά ο Δήμος της Πρέβεζας και φέτος, τη Μεγάλη Παρασκευή, στις 11 το πρωί, στο μνημείο εκτελεσθέντων στο χωριό, όπου θα τελεστεί, το καθιερωμένο επίσημο μνημόσυνο. Τα οστά αρκετών εκ των εκτελεσθέντων μεταφέρθηκαν το 1981 στην Κρυοπηγή, από το Αγρίνιο.

Η ελπίδα των κατοίκων και των φορέων στην Κρυοπηγή είναι ότι, κάποια στιγμή θα εισακουστεί το αίτημα για ανακήρυξη του χωριού τους σε "Μαρτυρική Κοινότητα".

"Θαρρεί κανείς πως ακούει ακόμη και σήμερα τις σπαρακτικές φωνές στα δρομάκια της Κρυοπηγής ... Η ζωή δεν μετριέται με αριθμούς. Δεν είναι μόνο εκείνοι που έφυγαν. Πίσω τους άφησαν δράματα" είχε πει  χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Άγιο Όρος και η επανάσταση του 1821


Το μήνυμα της Επανάστασης του 1821 βρίσκει τον Αθω να δονείται από ενθουσιασμό. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη και τα πνεύματα εξημμένα.


Η διάδοση της συγκλονιστικής είδησης του απαγχονισμού του Εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ (10 Απριλίου 1821), της τραγικής εκείνης μορφής της τόσο συνδεδεμένης με το Αγιον Όρος. Η αναγγελία της Επανάστασης στο Μωριά και η μόνιμη τούρκικη τυραννία, είναι ισχυρά εναύσματα για ν ανάψουν μεγάλη πυρκαγιά.
Στον πυρετό της Επανάστασης οι Μονές παραχωρούν στους επαναστάτες τα κανόνια τους, πυρομαχικά και τρόφιμα, ενώ μετατρέπουν τα χαλκιάδικα σε οπλουργεία.
Η Ιερά Κοινότητα συντονίζει τις ενέργειες όλες, κι αυτή συγκεντρώνει τα χρήματα του αγώνα. Ταυτόχρονα καλεί τον Εμμανουήλ Παπά, που βρίσκεται από το Μάρτιο του ιδίου έτους στη Μονή Εσφιγμένου να παραλάβει τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια.

Ήταν πολύ εντυπωσιακός ο ξεσηκωμός εκείνος και δεν επέτρεπε αμφιταλαντεύσεις. Ένα θούριο ποίημα Αγιορείτη υμνογράφου, ψάλλει εναντίον του «αιμοβόρου τυράννου Σουλτάν χασάπη» και προσανατολίζει τις συνειδήσεις των επαναστατών στην ένδοξη Ιστορία τους:
Ναι, ω πατριώται μου, ας ορκισθώμεν
ή να νικήσωμεν ή να χαθώμεν
θάνατος ο ένδοξος ειν ίδιον ημών.
Γενναίοι οπλίται, μαζί πολεμείτε
τους τυράννους φωνείτε: σηκτίριν μπουρτά!
Ας επαναλάβωμεν κάθε φροντίδα
να ελευθερώσωμεν φίλην πατρίδα
ναι να ανακτήσωμεν την γην την πατρικήν

Αλλά και η Ιερά Κοινότητα, χωρίς ποιητική έξαρση, όπως ο παραπάνω στιχουργός, με ανυποχώρητη όμως σταθερότητα, έγραφε προς όλους τους μοναχούς:
«Να στεκώμεθα δια το καλόν του Κοινού μας έως θανάτου κατά χρέος… μάχου υπέρ Πατρίδος και Πίστεως».
Κι οι αντιπρόσωποι των Μονών μεταβαίνουν στα πεδία των μαχών και εμψυχώνουν τους μαχητές τους «εν όπλοις αδελφούς Κελλιώτας και άλλους» «ποτέ μεν με λόγους αδρούς και δραστηρίους, ποτέ δε δι υποσχέσεων μεγάλων εκκλησιαστικών βραβείων, ποτέ δε δια δόσεως …», «δια να πολεμούν όλοι με περισσότερον θάρρος και θερμότερον ενθουσιασμόν, και επομένως να καταβληθή ο εχθρός».


Επιστρατεύει έναν ασκητή «επιστήμονα κατασκαφής χανδακίων», «μαστόρι τογραματζί» που εργαζόταν στον Αλή Πασά και στέλνει στη Βίγλα να επιστατήσει στη διάνοιξη τάφρων.
Άλλος πάλι, ο Διονύσιος Πύρρος ο φαρμακοποιός, επιστρατεύεται για την κατασκευή πυρίτιδας.
Επίσης επιστρατεύονται τοπζίδες, δραγουμάνοι, ράφτες, κανονιέροι.
Προσευχές διαβάζονται στους ναούς και κινούν σε συμπάθεια τη Μητέρα του Θεού: «Αφάνισον, Δέσποινα, τας εν τω μέσω ημών μνησικακίας, και χάρισαι ημίν αγάπην, ειρήνην, ομόνοιαν … (οι τύραννοι) δια την μεγάλην αυτών απανθρωπίαν, εισίν άνθρωποι άσπλαγχνοι και λύκοι αχόρταστοι. Ελευθέρωσον ημάς τα τέκνα σου νυν, Δέσποινα, ελευθέρωσον εκ των χειρών των Αγαρηνών και λύτρωσαι ημάς ταχέως εκ της πικράς και πολυχρονίου αιχμαλωσίας …».
Ο Εμμανουήλ Παπάς, ο αγνός εκείνος και ανιδιοτελής πατριώτης, μετά την επίσημη ανακήρυξή του σε αρχιστράτηγο του αγώνα, κατά την τελετή που έγινε στο Πρωτάτο, μεταβαίνει στον Πολύγυρο, όπου κηρύσσει την Επανάσταση, στα επαναστατημένα ήδη χωριά της Χαλκιδικής. Ο στρατός αποτελείται από 3.900 πολεμιστές. Από αυτούς οι 1.000 τουλάχιστον είναι Αγιορείτες μοναχοί.

Δύο Μονές, η Εσφιγμένου και η Χιλιανδαρίου γίνονται τα προκεχωρημένα φυλάκια.
Η Εσφιγμένου, έχοντας ηγούμενο τον Ευθύμιο, ιδιαίτερο γραμματέα του Αγίου Γρηγορίου του Ε΄, φιλικό και στενό συνεργάτη του Εμμ. Παπά, δίνεται ολόκληρη, με όλους τους μοναχούς της, στην Επανάσταση.
Εντός του Όρους, «με θέλημα του Άρχοντος (του Εμμ. Παπά) και των Πατέρων του Όρους, εψηφίσθη ο κυρ Νικηφόρος (ο Ιβηρήτης) διοικητής και κριτής…, να κρίνη δηλαδή και να διορθώνη τον καθένα με φόβον Θεού και διάκρισιν πολλήν, ως επίσταται».

Οι Τούρκοι κατά τις επόμενες μέρες θ’ αντιληφθούν και θα πληροφορηθούν ότι πυρίτιδα υπάρχει λιγοστή στο στρατόπεδο των Ελλήνων: «μπαρούτι, το οποίον είναι πολλά σπάνιον και σχεδόν ελλειπές διόλου» (Ιερά Κοινότης προς Εμ. Παπά, 24 Ιουν.). Έτσι οι όροι αντιστρέφονται. Οι αμυνόμενοι αρχίζουν να γίνονται οι επιτιθέμενοι: «…των ασεβών, των ελθόντων μέχρι Κομίτζης και καθ’ εκάστην με μέγα θράσος και αφοβίαν εφορμούντων. Επειδή κατέκαυσαν όλα τα χωρία και μετόχια, ομού με τους καρπούς … και τα μέγιστα απελπισθέντες (οι επαναστάτες) ήρξαντο κατά μέρος δραπετεύειν …» (Ιερά Κοινότης προς Εμ. Παπά, 24 Ιουν.). Οι υπερασπιστές, όσοι δεν πτοούνται – μοναχοί και λαϊκοί – «στέκονται αργοί, με το να μη έχουν φυσήκια» (Ιερά Κοινότης προς Παπά, 26 Ιουν.). Οι εχθροί πυρπολούν και την Ιερισσό, το τελευταίο προπύργιο της ηπειρωτικής Χαλκιδικής, πριν να εφορμήσουν στις Χερσονήσους: «…οι εχθροί μας ανεχώρησαν από Ερισόν, καίοντες διόλου το χωρίον» (πλοίαρχος Αθ. Μαργαρίτης προς Παπά, 13 Ιουλ. 1821). Οι δύο όμως Χερσόνησοι παραμένουν ελεύθερες: «Κατά το παρόν καταπολεμούμεν τους εχθρούς εκ των δύο χερσονήσων, της τε Κασσάνδρας και του Αγίου Όρους, ερχομένους καθ’ εκάστην καθ’ ημών με ωμότητα και θηριωδίαν …» ( Παπάς προς Λ. Κουντουριώτη, 4 Αυγ.). Στα στρατόπεδα δεν είναι μόνο η έλλειψη των πυρομαχικών πιεστική, αλλά και των τροφίμων. Όμως πιο τραγικό είναι η διχόνοια που εγείρεται μεταξύ των δύο αρχηγών: του Εμ. Παπά και του Ρήγα Μάνθου. Οι δύο άντρες έρχονται σε ρήξη κατά το τέλος Ιουλίου με άγνωστη έκβαση. Αλλά και όλες μαζί οι νίκες των επαναστατών έμελλε να υπερκεραστούν από μια και μόνο ήττα, εκείνη της 15 Σεπτ., στην αμυντική γραμμή της Κασσάνδρας.

Η τούρκικη επέλαση είναι σαρωτική. Στις 27 Οκτωβρίου (παλαιό ημερολόγιο) οι Τούρκοι εισέρχονται στον Πολύγυρο. Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται: διαδραματίστηκαν τέτοιες «σκηνές φρικτής ακολασίας και απανθρωπίας, που για δεκάδες χρόνια έμειναν ζωηρά χαραγμένες στη μνήμη των αυτοπτών μαρτύρων». Τρεις μέρες μετά ( 30 Οκτωβ.) διασπάται το αμυντικό τείχος της Κασσάνδρας και η χερσόνησος εκείνη παραδίνεται στις φλόγες. Οι χριστιανοί έχουν καταφύγει έντρομοι στον Άθω, στον μόνο τόπο που δεν πάτησαν μέχρι εκείνη τη στιγμή οι Τούρκοι. Οι ώρες είναι πολύ κρίσιμες και οι πολλαπλές μέριμνες της Ιεράς Κοινότητος επαυξάνουν την αγωνία της, να διαφυλάξει την ακεραιότητα του Τόπου και των 7.000 γυναικοπαίδων από τη Χαλκιδική και τα γύρω νησιά που βρίσκονται εδώ από την έναρξη της Επανάστασης.


Η ερήμωση του Όρους και της λοιπής Χαλκιδικής είναι τραγικά και αξιοθρήνητη. Ο αριθμός των μοναχών από «2.980 ονόματα», τον Αύγουστο του 1821, μειώθηκε σε λίγους μήνες, κατά δύο τρίτα. Ο Άθως στενάζει, χωρίς να βρίσκει διαφυγή. Από την ημέρα της συνθηκολόγησης (15 Δεκ. 1821) βρίσκονται εγκατεστημένοι στο Όρος 3.000 τούρκοι οπλίτες.
Όσο περνά ο καιρός, τόσο και οι συνέπειες από την εγκατάσταση των τούρκων στα σκηνώματα αυξάνουν την ερήμωση. Το μόνο πολύτιμο που έμεινε στις Μονές είναι οι μολυβένιες πλάκες στις σκεπές των ναών, τις οποίες κρατούν οι μοναχοί στις θέσεις τους με κάθε θυσία. Χαρατζής (= φοροεισπράκτορας) που στέλνεται από την Πύλη για τη λήψη του ετήσιου φόρου στάθηκε αδύνατο να συγκεντρώσει το μουκατεσά (=καθυστερημένα χρέη) που έφτανε τις 17.945 γρόσια.


Τέλος στις 13 Απριλίου του 1830, την Κυριακή του Θωμά, τα δεινά του Άθω παίρνουν τέλος. Ο τουρκικός στρατός αποχωρεί και σιγά σιγά θ’ αρχίσει ν’ αποκαθίσταται η τάξη. Την 1 Ιουνίου του ιδίου έτους αρχίζει και η λειτουργία της Επιστασίας. Το τίμημα σε ζωές, κτίρια και κειμήλια ήταν αδρότατο. Όμως όλ’ αυτά ωφέλησαν την Ελληνική Επανάσταση. Δεν ήταν μόνο η 9χρονη καθυστέρηση πολλών Τούρκων οπλιτών μακριά από τις εστίες πολέμου στη Ν. Ελλάδα, αλλά και η εξάμηνη καθυστέρηση 10.000 άλλων κατά το 1821 στη Χαλκιδική. Κι όλα αυτά τα καλά οφείλονται στους Αγιορείτες, σύμφωνα και με τη φράση του θηριώδη εκείνου σερασκέρη Μουράτ, προς αυτούς: «αυτή η αποστασία έγινε από σας τους καλογήρους …»

Οι μοναχοί, όσοι έμειναν κατά το διάστημα εκείνο στο Όρος, κυριολεκτικά «εθανατομάχησαν και υπέφεραν εν άκρα υπομονή και γενναιότητι τοσαύτας βασάνους επί δεκαετίαν εν τω ιερώ αυτώ τόπω, και με θυσίαν της ζωής των διετήρησαν τα ιερά σκηνώματα …» όπως αναφέρει σε έγγραφό του ο πατρ. Κωνστάντιος 1830). Αυτοί οι μοναχοί είναι οι πιο ηρωικοί άντρες σ’; όλη την Ιστορία του Αγίου Όρους. Οι φόροι που πλήρωνε το Όρος ετησίως έφταναν τις 20.000 γρόσια. Το ποσό αυτό κατά την περίοδο που εξετάζουμε, υπερτετραπλασιάστηκε, φτάνοντας τις 89.000. Εκτός από την πάγια εισφορά των 200.000 γρ.

Τα «διπλά βιβλία» των μοναστηριών
Το 1821 στον Άγιο Μάμα της Χαλκιδικής, μετά την καταστολή της Επανάστασης, υπεγράφη συνθήκη που αφορούσε στη συνθηκολόγηση και αμνηστία των αγιορειτών. Τα συμφωνηθέντα και υπογραφέντα όμως δεν τηρήθηκαν και, αρχομένου του 1822, ολόκληρο το Αγιονόρος κατελήφθη στρατιωτικώς. Έτσι οι τούρκοι στρατιώτες, που ανήρχοντο σε χιλιάδες, έγιναν μόνιμοι κάτοικοι της μοναχικής πολιτείας έως της 1ης Απριλίου 1830. Μέχρι και σ΄ αυτά τα Καυσοκαλύβια ήταν εγκατεστημένα ένοπλα αποσπάσματα! Τα όσα υπέστησαν τα Μοναστήρια, οι Σκήτες, τα κελλιά και γενικώς όλοι οι μοναχοί του Αγίου Όρους κατ΄ εκείνη την ενναετή περίοδο είναι πέρα πάσης περιγραφής, αφού ο στρατός αυτός απέβη μισθοδοτούμενος και τρεφόμενος αποκλειστικώς απ΄ αυτούς …

…Φυσικά, τότε υπέρ ποτέ οι Τούρκοι επεδίωξαν να μη μείνη ούτε ένα τουφέκι ή οποιοδήποτε άλλο πολεμικό αντικείμενο σε χέρια μοναχών ή λαϊκών στο Όρος. Και δεν έκαναν μόνο τα όσα νόμιζαν τελεσφόρα από πλευράς των, αλλά με απειλές διέταζαν και την Ιερά Κοινότητα να ενεργήση τα δέοντα διοικητικώς για την συγκέντρωσί των οποθενδήποτε και την παράδοσί των. Τι να έκανε η Ιερά Σύναξις; Συμφωνούσε, απεφάσιζε σχετικώς, εξαπέλυε γράμματα και εγκυκλίους προς τα Μοναστήρια και τους ηγουμένους και απαιτούσε την αυστηρή εφαρμογή των διαταγών…
Ας δούμε τώρα την τύχη αυτών των… διαταγών.

Και πρώτα ένα απόσπασμα από την επίσημη απαντητική επιστολή της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας:
«…Περί δε των απηγορευμένων αρμάτων απ΄ αρχής οπού εξεδόθη η προσταγή του ύψους του, εις το να μη μείνη κανένα μέσα εις το Όρος, επασχίσαμεν μεγάλως δια να συναχθώσι και να δοθώσι, δια τα οποία και λόγον επ΄ εκκλησίας εις τρεις και τέσσαρας φοράς εγράψαμεν και με απειλάς και με παρακινήσεις. Τινές όμως, τον Θεόν μη φοβούμενοι…, έκρυψαν μέσα εις τα βουνά και σπήλαια άρματα χωρίς της ειδήσεώς μας, τους οποίους και πολλάκις ερωτήσαντες είπον το δεν έχομεν».
Πως ενεργούσαν όμως, ταυτόχρονα, οι μοναχοί της Λαύρας; Εξαπέλυαν κυνηγητό για να συλλάβουν ή να καταδώσουν αυτούς που δεν παρέδιδαν τον οπλισμό;
Διαβάζουμε στον χειρόγραφο Κώδικα υπ΄ αριθ. 12 που φυλάσσεται στο Αρχείο της Μονής:
Σελ.297: ήλθεν ο Προηγούμενος Νικηφόρος από την Λήμνον με προσκυνητάς και έκαμε την παράδοσιν γρόσια 303 και ένα τουφέκι καλόν δια γρόσια 200 και έγιναν πεντακόσια τρία όλα.
Σελ. 305: ήλθεν ο Νικηφόρος από την Σόφιαν με προσκυνητάς και έκαμε παράδοσιν γρόσια 881 μετρητά και δυο μουλαράκια, δια γρόσια 200 και μία ζυγή πιστόλια δια γρόσια 100.
Σελ. 309: ήλθεν ο Προηγούμενος Συμεών από Μέγα Τούρνοβον με προσκυνητάς και έδωκεν γρόσια 502 ήτοι ομού με ένα τουφέκι.
Σελ. 313: ήλθεν ο Προηγούμενος Αθανάσιος και ο Επίτροπός μας ΠαπαΣμήλιος από Στρώμνιτσα και έκαμαν παράδοσιν όπου έφεραν γρόσια 936 και μια ζυγή πιστόλια και εν ωρολόγιον του κόρφου, και τα εκράτησεν ο Προηγούμενος.
Σελ. 319: …παρά του προσκυνητού του Προηγουμένου Γερασίμου από Φιλιππούπολιν δια του Γέροντος Αντωνίου, συνοδεία αυτού, και ένα τουφέκι δια γρόσια 45, και έγιναν γρόσια άπαντα…
Σελ. 345: …ο Γέρων Ιάκωβος Βούλγαρης, έκανε και ταύτα 500 γρόσια, εν αργυρούν κανδήλιον 25 γρόσια, εν αργυρούν περιζώνιον 75 γρόσια, εν τουφέκιον και δύο πιστόλια 12 γρόσια, έτι εν έτερον πιστόλιον…
Αυτά ήταν τα επίσημα έγγραφα που συνέτασσαν η Ιερά Κοινότητα και τα Μοναστήρια, κάτω από το βλέμμα του κατακτητή, και διαφορετική ήταν η πραγματικότητα, όπως φαίνεται στους Κώδικες των Μοναστηριών (τα δεύτερα βιβλία).

Αγιορείτες πρόδρομοι του Κ.Κανάρη
Δικαιωματικά βέβαια κατείχε ο Κανάρης τα εύσημά του και τη δόξα του για το κάψιμο της τουρκικής ναυαρχίδος, ώφειλε όμως να γνωρίζει ότι στα μπουρλότα και στα πυρπολικά δεν ήταν ο «πρώτος». Τον πρόλαβαν και προηγήθηκαν οι καπεταναίοι των αγιορειτικών νερών, που πήραν τα καΐκια των Μονών, τα μετέτρεψαν σε πυρπολικά και, πλησιάσαντες αθόρυβα, τα κόλλησαν στη βασιλική «Καπετάσια» και σε άλλα βρίκια του στόλου που ναυλοχούσε στον κόλπο της Αμμουλιανής και τα λαμπάδιασαν για καλά μαζί με τα πληρώματά τους, από τα οποία ελάχιστοι σώθηκαν και περιθάλφθηκαν για ευνόητους λόγους πάλι από τις Μονές. «…12 φελουκατζίδες εκ των βασιλικών καραβίων…, 30 ετέρους φελουκατζίδες εκ των βασιλικών καραβίων…, των καραβοκαέντων γεμιτζίδων (ναυτών) δια 22 ημέρας».

Τα πάνδεινα υπέμεινε τότε (1810) το Όρος, αφού ενοχοποιήθηκε από την Υψηλή Πύλη, και για δύο χρόνια σε βάρος του ετρέφοντο 500 εργάτες και 250 επιστατούντες τούρκοι ναυτικοί, που έκαναν προσπάθειες να ανασύρουν από το βυθό τα κανόνια των πλοίων, για να μη περιέλθουν στα χέρια των ελλήνων.
«Ποίοι ακριβώς ήσαν οι πρόδρομοι αυτοί του Κανάρη και του Βότση, το παράδειγμα των οποίων εφώτισε το έργον της επαναστάσεως, μοι είναι άγνωστον. Κατά την επανάστασιν ευρέθησαν οι συνεχισταί, οίτινες επυρπόλησαν δύο εισέτι πλοία εις τον αυτόν κόλπον του Αγίου Όρους, εν εις τα Καρτάλια της Σιθωνίας και εν (την ακτοφυλακίδα φρεγάταν) εις τον λιμενίσκον της Ι.Μ. Ξηροποτάμου παρά την Δάφνην. Επομένως το Τουρκικόν Ναυτικόν εστερήθη πέντε πλοίων κατά τας παραμονάς της επαναστάσεως» (Κωδ. Δ΄ Ι.Κ.., φ. 169α και Αλ. Λαυριώτου, μν. Έργ., σελ. 60-61).


… Ως πολύ άτυχο χαρακτήριζαν οι Γεροντάδες τον πατέρα Χαρίτωνα από το Καρακαλληνό κελλί Άγιος Νικόλαος, ο οποίος, σ’ ένα από τα πολλά δρομολόγια διακινήσεως και διανομής όπλων με τη βάρκα του, δεν μπόρεσε ν’ αποφύγει, κατά την τελευταία στιγμή, το πήδημα μέσα σ’ αυτήν δύο ενόπλων τούρκων, για να τους μεταφέρει, ήθελε δεν ήθελε, στον αρσανά της Λαύρας. Απρόοπτο του ήλθε. Δεν είχε καλοκρύψει το «φορτίο» και βρέθηκε σε δεινότητα θέσεως, όταν είδε πως οι τούρκοι κόλλησαν τα μάτια τους στον οπλισμό, και επομένως κατάλαβαν τι είδους «θελήματα» και μεταφορές έκανε κάθε τόσο…
Δεν ήταν μόνο η σκέψη του τι περίμενε τον ίδιο. Τον έκανε αλλόφρονα η αποκάλυψη πολλών μυστικών του αγώνος. Και ο ευλογημένος, αφού «το έλεγαν» βέβαια τα κότσια του, έδωκε μια σπρωξιά στον ένα, που άρχισε αμέσως να αμολάει μπουρμπουλήθρες από τα βαθιά νερά. Ο άλλος πάλι δεν πρόλαβε ν’ αντιδράσει, γιατί του άνοιξε το κεφάλι με το τσεκούρι, που είχε πάντοτε στη βάρκα.
Μετάνοιωσε βέβαια και έκλαψε πολύ για τον πνιγμό και τον φόνο. Ιδιαίτερα αυστηρός δείχτηκε και ο πνευματικός του κατά την εξομολόγηση…

Η απελευθέρωση του 1912
Το πρωί της 2ας Νοεμβρίου 1912, από το λιμάνι του Μούδρου της Λήμνου, αποπλέει Μοίρα του Ελληνικού Στόλου με επικεφαλής το θρυλικό Θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ», υπό τον Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη, και κατευθύνεται προς το Άγιο Όρος.
Η παρουσία των πολεμικών σκαφών στα ανοικτά της χερσονήσου του Άθω, γίνεται αντιληπτή από τους μοναχούς των παραθαλασσίων μοναστηριών και κελλιών και κάτω από τις χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες εκατοντάδων καμπάνων τα πλοία πλησιάζουν τις ακτές του Αγίου Όρους.
Στις 11.30 οι Μονές φέρονται σημαιοστολισμένες ενώ οι μοναχοί αλλαλάζοντας από χαρά κανονιοβολούν και τυφεκιοβολούν. Το Θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ» ανταποδίδει με 21 χαιρετιστήριες βολές.
Στη Δάφνη αγκυροβολεί το Αντιτορπιλικό «Θύελλα» και αποβιβάζει άγημα από 40 άνδρες, οι οποίοι ανεβαίνουν και απελευθερώνουν τις Καρυές. Ο επικεφαλής αξιωματικός του αγήματος «εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων» επικυρώνει την αποβατική ενέργεια και χαρακτηρίζει τον Καϊμακάμη, τους υπαλλήλους και τη μικρή τουρκική δύναμη «ως αιχμαλώτους πολέμου άνευ πολεμικής τινός ενεργείας». Ταυτόχρονα στη Δάφνη και στις Καρυές υψώνεται η Ελληνική Σημαία.

Το «Γ. Αβέρωφ» με τα ανιχνευτικά «Ιέραξ» και «Πάνθηρ» κατευθύνονται στον όρμο του Πρόβλακα, κοντά στα Νέα Ρόδα, όπου αποβιβάζουν 200 άνδρες, οι οποίοι καταλαμβάνουν την διώρυγα του Ξέρξη. Από τη στιγμή αυτή, στις 2 Νοεμβρίου 1912, μετά από 488 χρόνια υποδουλώσεως, ταπεινώσεων και πολλών περιπετειών, το Άγιον Όρος απελευθερώνεται. Στις 18.00 τα πλοία αποπλέουν για Λήμνο, εκτός του «Θύελλα» που σπεύδει προς Ικαρία.
Την επόμενη ημέρα, στις 3 Νοεμβρίου, συνήλθαν σε συνεδρίαση οι αντιπρόσωποι όλων των Μονών, εκτός της Ρωσικής, και υπεγράφη στον κώδικα των πρακτικών της συνεδρίας πράξη, δια της οποίας διαπιστωνόταν η κατάλυση των τουρκικών αρχών. Η επίσημη δε πράξη έγινε στις 5 Νοεμβρίου 1912.


Στις 4 Νοεμβρίου 1912 η Ιερά Κοινότητα αποστέλλει ευχαριστήριο τηλεγράφημα για την απελευθέρωση του Αγίου Όρους στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος και απάντησε ως εξής:
«Ο Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου
Εν Αθήναις τη 25η Νοεμβρίου 1912
Πανοσιολογιώτατοι,
Μετά βαθυτάτης συγκινήσεως αποδεχόμενος τον φιλόστοργον υμών ασπασμόν ευχαριστώ από μέσης καρδίας επί ταις τιμητικαίς εκφράσεσι, δι’ ων με περιβάλλουσι αι υμέτεραι Αγιότητες.
Αντισυγχαίρων δε επί ταίς νίκαις, αίτινες θεία συνάρσει στέψασαι τα ελληνικά όπλα απελύτρωσαν και τους της Αθωνιάδος τόπους, επικαλούμαι τας προς τον Ύψιστον υμετέρας δεήσεις υπέρ της κατά τους κοινούς πόθους περατώσεως του Ιερού αγώνος.
Ελευθέριος Κ.Βενιζέλος».

Πηγές: Δωροθέου Μοναχού, ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ Μύηση στην Ιστορία του και τη Ζωή του, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη
Γράμματα και Άρματα στον Άθωνα, του Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου, σελ. 335-339

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Η Πολεμική προσφορά της Εκκλησίας στην Επανάσταση του 21


Ανυπολόγιστης αξίας είναι και η καθαρώς πολεμική προσφορά της Εκκλησίας.
Το 1575 κήρυξε επανάσταση στη Μάνη ο Αρχιεπίσκοπος Επιδαύρου Μακάριος Μελισίδης, και το 1770 στο Αίγιο ο Μητροπολίτης Πατρών Παρθένιος και στην Κόρινθο ο Μητροπολίτης Μακάριος Νοταράς.

Το 1600 και το 1609 έκανε επαναστατικό κίνημα ο Διονύσιος Φιλόσοφος, Μητροπολίτης Τρικάλων, ο οποίος τελικά βρήκε μαρτυρικό θάνατο στα Γιάννενα το 1611.

Το 1684 ο Μητροπολίτης Άμφισσας Φιλόθεος πολέμησε κοντά στην Κόρινθο με δικό του σώμα εναντίον των Τούρκων, όπου και τραυματίστηκε θανάσιμα.

Τον ίδιο χρόνο ο Μητροπολίτης Κεφαλλη­νίας Τιμόθεος Τυπάλδος συγκρότησε επανα­στατικό σώμα με 150 κληρικούς κι έλαβε μέ­ρος σε απελευθερωτικές προσπάθειες.

0ι Μητροπολίτες Σαλώνων Τιμόθεος, Θη­βών Ιερόθεος, Λάρισας Μακάριος, Εύβοιας Αμβρόσιος, διετέλεσαν οπλαρχηγοί.

Ο Παπαβλαχάχας ήταν αρχηγός των αρ­ματολών των Χασίων. Βρήκε, μάλιστα, τραγι­κό θάνατο από τον Αλή Πασά στα Γιάννενα.

Ο διάκος του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’ Νικηφόρος Ρωμανίδης, αφού χειροτονήθη­κε ιερέας και χειροθετήθηκε και Αρχιμανδρί­της, υπηρέτησε και διακρίθηκε ως ναυμάχος κάτω από τις διαταγές του Α. Μιαούλη.

Ο Ησαΐας Σαλώνων κήρυξε την επανά­σταση στις 27.3.1821 στην περιφέρειά του, μέσα στο Μοναστήρι του οσίου Λουκά Βοιω­τίας.

Η Μονή του οσίου Λουκά, μετά τη σύ­σκεψη του Δεσπότη Σαλώνων στα μέσα του Μάρτη του 1821 με τους οπλαρχηγούς της περιφέρειας Αθ. Διάκο, κ.ά., έγινε κέντρο επαναστατικό και κατασκευής φυσεκιών.

Ο Δ. Υψηλάντης είχε το αρχηγείο του στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου Πέτρας.

Ο Αρχιστράτηγος της Ρούμελης Γ. Καραϊ­σκάκης είχε τ’ ορμητήριό του στη Μονή Προυσού της Ευρυτανίας.

Ο Ιερομόναχος Σεραφείμ από το Φανάρι Θεσσαλίας ηγήθηκε της επανάστασης των Αγραφιωτών.

Το Μοναστήρι του Ομπλού Πατρών ήταν στρατηγείο των επαναστατών της περιοχής.

Ο Άνθιμος Αργυρόπουλος, ιερομόναχος, δέχτηκε στο Μοναστήρι του την οικογένεια Μπότσαρη και την περιέθαλψε, μετά την άλω­ση του Σουλίου. Ο ίδιος στη Ζάκυνθο, κατά τον ιστοριογράφο Π. Χιώτη, όρκισε μέλη της Φιλικής Εταιρίας το Θ. Κολοκοτρώνη, τους Β. και Κ. Πετιμεζά και τον Νικηταρά. Εργάστηκε δε ως παράγοντας με ασυνήθιστο ζήλο για την ευόδωση της Επανάστασης.

Ο Χρύσανθος Πηγάς, Μητροπολίτης Μο­νεμβασίας και Καλαμάτας, το 1819 μπήκε στη Φιλική Εταιρία κι εργάστηκε εντατικά για την προετοιμασία της Επανάστασης. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη σύλληψη του από τους Τούρκους, το κλείσιμο του στις φυλακές της Τρίπολης, όπου μαζί με άλλους φυλακισμένους Μητροπολίτες πέθανε κι αυτός από τις κακου­χίες της φυλακής.

Στη Φ. Εταιρία είχαν μυηθεί όλοι σχεδόν οι μητροπολίτες και πολλοί διακεκριμένοι ιερείς και μοναχοί και ιδιαίτερα οι αγιορείτες.

Την Επανάσταση του ’21, όπως είναι γνωστό, την κήρυξε Μητροπολίτης, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μέσα στο Μοναστήρι της άγιας Λαύρας. Έστω κι αν η ηρωική Καλαμά­τα, που κήρυξε την επανάσταση στις 23 του Μάρτη και που την ευλόγησαν 24 κληρικοί, διεκδικεί τα πρωτεία, γεγονός είναι ότι τα παλληκάρια της περιοχής ορκίστηκαν μέσα στην ιστορική Μονή.

Ο Διάκος, ο Παπαφλέσσας κι ο Σαμουήλ είναι ανεπανάληπτες κληρικές μορφές του 21.

Ο Υψηλάντης έλεγε για τον Παπαφλέσσα ότι «είναι το άλλο μου εγώ».

Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι ο Υψη­λάντης ξεκίνησε τον απελευθερωτικό του αγώνα από την εκκλησία. Μέσα στον ι. ναό των Τριών Ιεραρχών του Ιασίου έλαβε το πολεμικό ξίφος από το Μητροπολίτη Μολδαυΐας Βενιαμίν Κωστάκη, ο οποίος ευλόγησε και τη σημαία του αγώνα του.

Ακόμα, πολλά Μοναστήρια καταστράφη­καν από τους Τούρκους γιατί λάβαιναν μέρος σ’ απελευθερωτικά κινήματα. Αναφέρουμε μόνο ένα για παράδειγμα, τη Μονή Στροφά­δων που κατέστρεψε ο Σουλεϊμάν Β’ (1520-60). Και γενικά οι Τούρκοι κάθε τόσο ζητούσαν από την Εκκλησία τις ευθύνες για κάθε απελευθερωτικό κίνημα. Αυτήν αιματοκυλού­σαν γιατί αυτήν θεωρούσαν πνευματική και εθνική Αρχή του Έθνους. Και μόνο αυτή η στάση των Τούρκων απέναντι στην Εκκλησία, της οποίας πολλές φορές σκότωναν τους φο­ρείς της, τα λέει όλα. Είναι χαρακτηριστική και η σχετική ομολογία του Μακρυγιάννη για την τεράστια προσφορά των Μοναστηριών στον αγώνα: «…Τα μοναστήρια ήταν τα πρώτα προ­πύργια της επανάστασής μας…

Οι περισσότε­ροι καλόγεροι σκοτώθηκαν εις τον αγώνα». Η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν το Α και το Ω για το υπόδουλο γένος. Το ράσο κόλπωνε μέσα του τη ρωμιοσύνη και η ρωμιοσύνη κολπωνόταν μέσα στο ράσο. Αυτό δεν μπορεί να το ανα­τρέψει καμιά δύναμη. Η ρωμιοσύνη και η ορ­θόδοξη Εκκλησία και στην περίοδο της Τουρ­κοκρατίας πορεύτηκαν αντάμα το δρόμο του μαρτυρίου τους, το δρόμο της σταυρικής τους πορείας κι’ επιβίωσαν χάρις στην πίστη τους στην Τριαδική Θεότητα. Χάρις στην ορθόδοξη παράδοση με τις άπειρες και παντοδύναμες διαστάσεις της. Μέσα από τη βυζαντινή εικόνα και το εκκλησιαστικό μέλος, μέσα από τα συ­ναξάρια των αγίων και μέσα από τη ζωή των αρχαίων ηρώων κρατήθηκε η ελληνική ψυχή όρθια ως ότου βρήκε τη δύναμη και τίναξε από πάνω της τον τουρκικό ζυγό. Όσες προπαγάν­δες κι αν θελήσουν ν’ αλλοιώσουν αυτή την ιστορική πραγματικότητα δεν θα το κατορθώ­σουν, γιατί μιλούν τα ίδια τα γεγονότα.

Εδώ όμως πρέπει να σταματήσουμε, γιατί αν επεκταθούμε πιο πολύ σε πρόσωπα και σε γεγονότα, σχετικά με τη συμβολή της Εκκλη­σίας στον αγώνα της ελευθερίας του έθνους, δεν θα μας φτάσουν, όπως είπαμε και στην αρχή, τόμοι ολόκληροι.

Πιστεύουμε όμως ότι όσα δειγματικά ανα­φέραμε είναι ικανά να πείσουν κάθε αντικειμε­νικό κριτή, σχετικά με τον πρώτο ρόλο της Εκ­κλησίας κατά τη μακραίωνη τούρκικη σκλαβιά και κατά την εθνεγερσία του ’21.

Θα ‘ταν όμως παράλειψη κι εδώ αν στο κεφάλαιο αυτό δεν αναφέραμε δύο αντιπροσωπευτικές γνώμες Φιλελλήνων και ξένων πε­ριηγητών, που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αντικειμενικότητά τους.

Ο Άγγλος Humphreys γράφει ότι «Ανάμεσα στους στρατιώτες βρίσκονταν και μεγά­λος αριθμός παπάδων. Αυτοί ήταν οι πρωτερ­γάτες του ξεσηκωμού».

Ο Κορσικανός Πρόξενος της Ολλανδίας στην Αθήνα Domenico Origone λέει πως «Οι Τούρκοι στην Αθήνα κάνουν τα πάντα για να συλλάβουν παπάδες, γιατί, όπως διαδίδεται, οι παπάδες είναι αρχηγοί των επαναστατών.

Ακόμα και το πιο καταπληκτικό: Το βιβλίο της Γ’ Λυκείου της Τουρκίας γράφει: «ο Πατριάρχης και ο ανώτερος Κλήρος των Ρωμιών ήταν επικεφαλής του Έθνους των Γραικών σ’ αυτή την Επανάσταση, μαζί με τους καλόγε­ρους».

Και μία ανάλογη βεβαίωση από τη μακρυνή Αμερική, η οποία παρά την απόστασή της, βοήθησε τον αγώνα υλικά και ηθικά.

Στις 16 Ιουνίου 1821 η εφημερίδα «Γκαζέττ» της Μασαχουσέτης πληροφορούσε τους αναγνώστες της ότι «…στο Μοριά ένοπλοι… με επικεφαλής τον ΚΛΗΡΟ εξεγέρθησαν εναντίον των Τούρκων….»

Και ας ξανατονιστεί ότι η συμβολή του κλήρου στον αγώνα ήταν βαθειά συνείδηση του γένους, που την έκφραζε και στα δημοτικά του τραγούδια.

Χαρά που τόχουν τα βουνά
τα κάστρα περηφάνια,
Γιατί γιορτάζει η Παναγιά
γιορτάζει κι η Πατρίδα,

Σαν βλέπουν διάκους με σπαθιά
παπάδες με τουφέκι,
Σαν βλέπουν και τον Γερμανό
της Πάτρας τον Δεσπότη
να ευλογάει τ’ άρματα
να εύχεται τους λεβέντες.

Μιλούν τα γεγονότα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ -ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ – 21
ΤΙΜΟΘΕΟΥ Κ. ΚΑΛΙΦΗ
Α’ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

Θ.Κολοκοτρώνης: «Ό,τι κάμομε θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους»



Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνη είναι από πάσης απόψεως ο σημαντικότερος Ελληνες της νεότερης Ελλάδας. Η δράση του και κυρίως τα αποτελέσματα αυτής, «έδωσαν» το πρώτο ενιαίο ελληνικό κράτος.

Κατάυτο τον τρόπο έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακόμα και σήμερα οι ρήσεις του και ειδικά μια «προρρήση» του παππού του, έστω και αν αυτή δεν επιβεβαιώθηκε:

«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση», ανακαλούσε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στην Πνύκα στις 7 Οκτωβρίου 1838, «δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;", αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».

Η εξέχουσα στρατιωτική και πολιτική φυσιογνωμία του 1821, ο πιο αγαπητός αντάρτης, δεν αμφέβαλε ποτέ για τη νικηφόρα έκβαση του εθνικού ξεσηκωμού.

Ένα πράγμα φοβόταν μόνο: τους Έλληνες, τους «προσκυνημένους» όπως τους αποκαλούσε, οι οποίοι σε συνάρτηση και με την επέλαση του Ιμπραήμ έθεταν σε άμεσο κίνδυνο τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα: «Μόνον εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα διά την πατρίδα μου», έλεγε στα απομνημονεύματά του.

Η γέννηση του εθνικού μας ήρωα και η «προφητεία» του παππού του που δεν επιβεβαιώθηκε

Όταν απέτυχε η επανάσταση του 1770, τα λεγόμενα Ορλωφικά, οι Τούρκοι ανελέητα έσφαζαν στο πέρασμά τους τον άμαχο πληθυσμό. Ανάμεσα σε όσους έφευγαν για να γλιτώσουν από το μίσος του κατακτητή ήταν και η μάνα του Θόδωρου Κολοκοτρώνη. Αν και ετοιμόγεννη πήρε το δρόμο προς τη Μεσσηνία μαζί με το υπόλοιπο πλήθος και από εκεί προς το Ραμαβούνι, για να γλυτώσει και εκείνη αλλά και το παιδί που κουβαλούσε στην κοιλιά της.

Στις 3 Απριλίου 1770 την έπιασαν οι πόνοι. Ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο και έφερε στον κόσμο ένα υγιέστατο αγόρι, τον πρωτότοκο γιο του περίφημου αρματολού Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, που είχε πρωτοστατήσει στην υποκινούμενη από τους Ρώσους ένοπλη εξέγερση της Πελοποννήσου το 1770.

Αυτό το αγόρι έμελλε να γίνει ο πιο διάσημος Έλληνας, ο πολέμαρχος Θόδωρος Κολοκοτρώνης. Κάτω από ένα δέντρο φτελιάς είδε για πρώτη φορά το φως του ήλιου και εκείνη ακριβώς τη στιγμή λες κι έκανε μια «μυστική συμφωνία» με το Θεό να «καθαρίσει» τον ελληνικό αέρα.

Ο παππούς του, όταν του έδιναν τα συχαρίκια για τον ερχομό του αρσενικού εγγονού, κουνούσε θλιβερά το κεφάλι του μονολογώντας: «Εάν τύχει και γλυτώσουμε τώρα από το τουρκικό μαχαίρι, αυτό το παιδί θα μεγαλώσει, θα παντρευτεί, θα κάνει παιδιά, αλλά ποτέ ούτε εκείνος ούτε εκείνα δεν θα δουν τη λευτεριά μας». Πόσο έξω έπεσε…

Το παιδί που γεννήθηκε την ώρα της φυγής και της μεγάλης σφαγής, έγινε στρατάρχης του ’21 και πολέμησε για το ύψιστο αγαθό που απολαμβάνουμε εμείς σήμερα: Την ελευθερία!

Γνώρισε νωρίς την ορφάνια. Σε ηλικία 10 ετών, έχασε τον πατέρα του όταν εκείνος σκοτώθηκε από τον κατακτητή, έπειτα από προδοσία τούρκου φίλου του. Μπορεί η μητέρα του, ο ίδιος και τα τέσσερα αδέλφια του να γλίτωσαν τη σφαγή και να κατέφυγαν στη Μάνη αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν για να γλυτώσουν από τους Τούρκους.

Τα χαστούκια που τον πείσμωσαν και η υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του

Μια μέρα που είχε βρέξει πολύ, έμπαινε με το γαϊδουράκι του φορτωμένο ξύλα στη Τρίπολη. Το ζώο γλίστρησε, παραπάτησε σε μια λακκούβα με νερά και πιτσίλισε τα ρούχα διερχόμενων Τούρκων. Ένας από αυτούς αγριεμένος του έδωσε δύο χαστούκια. Ο Κολοκοτρώνης, 13 ετών τότε, τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια και ορκίστηκε μέσα του: αυτό το χαστούκι θα το γυρνούσε. Στην Τρίπολη δεν θα γυρνούσε παρά το 1821, ως στρατηγός των Ελλήνων πια, πορθητής και εκδικητής.

Αν και σχεδόν αγράμματος γνώριζε αρκετά καλά την ιστορία του γένους του. Στα 15 του εισχώρησε στα σώματα των κλεφτών της Πελοποννήσου και λίγο αργότερα, το 1787, οι κάτοικοι του Ακόβου τον διόρισαν οπλαρχηγό της περιοχής.

Σε ηλικία 20 χρονών, παντρεύτηκε τη μικρότερη κόρη του προεστού του Ακόβου, Κατερίνα Καρούσου, και απέκτησε 6 παιδιά (3 γιους και 3 κόρες, ενώ αργότερα φέρεται να απέκτησε άλλον έναν γιο, καρπό της σχέσης του με μια Υδραία). Αγρότης, κτηνοτρόφος και μυλωνάς, ζούσε μία ήρεμη ζωή.

Διακρίθηκε για τη γενναιότητά του και έγινε πρωτοπαλίκαρο, πριν συγκροτήσει δικό του σώμα και αναπτύξει πλούσια δράση. Από το 1797, οι Τούρκοι τον βάζουν στο μάτι και τα επόμενα χρόνια επιδόθηκε σε σφοδρό ανταρτοπόλεμο με τα 60 παλικάρια του. Αποτέλεσμα; Το 1802 εκδόθηκε φιρμάνι από την Υψηλή Πύλη εναντίον του, να σκοτώσουν δηλαδή με κάθε τρόπο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη!

Οι Τούρκοι τον καταδιώκουν και πάντα βρίσκονται καλοθελητές που τον προδίδουν.

Τον Απρίλιο του 1806 φτάνει τελικά στη Ζάκυνθο όπου θα περάσει 15 ολόκληρα χρόνια. Κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1819 έχασε τη γυναίκα του. Επόμενος σταθμός ήταν η Μάνη.

Στις 23 Μαρτίου 1821 ύψωσε μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη το λάβαρο της ελληνικής επανάστασης στην Καλαμάτα και τέθηκε επικεφαλής πολλών ακόμα αγωνιστών, απελευθερώνοντας την πόλη.

Αμέσως μετά έβαλε σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), συμβάλλουν στην ανάδειξή του σε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η Τριπολιτσά είναι και πάλι ελεύθερη, χάρη στις μάχες των Ελλήνων παλικαριών που στάθηκαν σαν δέντρα αγέρωχα μπροστά στον τούρκο εισβολέα.

Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Κολοκοτρώνη στα «Απομνημονεύματά» του για την κατάληψη της Τριπολιτσάς:

«Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: "Άιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί", και διέταξα και το έκοψαν».

Στη μάχη των Δερβενακίων (26-28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων.

Την ίδια στιγμή βέβαια που ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι αγωνιστές δοξάζονταν στα πεδία των μαχών, οι πολιτικοί άντρες θέλησαν να αμφισβητήσουν την εξουσία του. Κάπως έτσι ξεσπά η πρώτη εμφύλια διαμάχη μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών.

Στις 13 Νοεμβρίου 1824, οι πολιτικοί αντίπαλοι του Κολοκοτρώνη σκότωσαν τον γιο του Πάνο. Ο θάνατος του πρωτότοκου γιου του τον καταρράκωσε. Ο Κολοκοτρώνης παραδόθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 1824 για να τερματιστεί ο εμφύλιος. Στις 6 Φεβρουαρίου 1825 φυλακίστηκε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Ύδρας, αν και τον αποφυλάκισαν άρον-άρον το 1825 καθώς ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ.


Στο Ναύπλιο, μετά την αποφυλάκισή του, μίλησε ανεβασμένος σε μια πέτρα στο πλήθος που παραληρούσε: «Έλληνες! Πριν βγω στ’ Ανάπλι, έριξα στη θάλασσα τα πικρά τα περασμένα. Κάντε και σεις το ίδιο. Στο δρόμο που περνάγαμε για να ρθούμε στην εκκλησιά, είδα να σκάβουν κάποιοι άνθρωποι. Ρώτησα και μου είπαν πως σκάβουν να βρούνε κρυμμένο θησαυρό. Εκεί στο λάκκο μέσα ρίξτε και τα μίση τα δικά σας. Έτσι θα βρεθεί κι ο χαμένος θησαυρός».

Την ίδια στιγμή, εκτόξευε φοβέρες στον Ιμπραήμ: «Όχι τα κλαριά να μας κόψεις, όχι τα δένδρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μήτε πέτρα απάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνάμε. Μόνο ένας Έλληνας να μείνει, πάντα θα πολεμούμε. Και μην ελπίζεις πως τη γη μας θα την κάνεις δική σου, βγάλ’ το από το νου σου».

«Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»

Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1827, η Πελοπόννησος εξακολουθούσε να υφίσταται λεηλασίες και καταστροφές από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Οι Έλληνες κατέφευγαν πάντα σε ανταρτοπόλεμο, για τον οποίο παρατηρεί ο Κολοκοτρώνης στα «Απομνημονεύματά» του: «O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».

Οι εξαντλημένοι Πελοποννήσιοι συνέχιζαν την αντίσταση όπως μπορούσαν και τότε ο Ιμπραήμ εφάρμοσε τη μέθοδο του μαζικού προσκυνήματος. «Προσκύνημα» ονομαζόταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η δήλωση υποταγής μεμονωμένων ατόμων ή ολόκληρων ομάδων (ή ακόμα και περιοχών) προς τον κατακτητή, εναντίον του οποίου είχαν προηγουμένως εξεγερθεί. Η αποδοχή της υποταγής εκφραζόταν έμπρακτα από τους Τούρκους με χορήγηση στους προσκυνημένους ειδικού πιστοποιητικού, γνωστού ως «προσκυνοχάρτι». Έτσι οι επαναστατημένοι επανέρχονταν στην κατάσταση του νομιμόφρονα υπηκόου.

Σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες, ο Κολοκοτρώνης με το σύνθημα «Φωτιά στα σπίτια και τσεκούρι στην περιουσία και το λαιμό εκείνων που κάνουν τα χατίρια των Τούρκων. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!», εξαπέλυσε φόβο και τρόμο στους προσκυνημένους και αναζωπύρωσε τη σπίθα μίας επανάστασης που έδειχνε ετοιμοθάνατη.

Η δίκη και φυλάκιση

Ο Κολοκοτρώνης δεν σταμάτησε να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά πράγματα της εποχής έως και το τέλος της Επανάστασης.

Ένθερμος οπαδός της πολιτικής του Καποδίστρια, πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την ενθρόνιση του Όθωνα αν και με την έλευση του τελευταίου, στις 30 Ιανουαρίου 1832, έγινε στόχος συκοφαντιών και ραδιουργιών εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων.

Η σκευωρία που στήθηκε εναντίον του κατέληξε τελικά στο να κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία και να συλληφθεί στις 6 Σεπτεμβρίου 1833 από κοινού με τους Πλαπούτα, Τζαβέλα, Νικηταρά και άλλους στρατιωτικούς ηγέτες με την κατηγορία ότι προετοίμαζαν συνομωσία εναντίον του ανήλικου βασιλιά και της κυβέρνησής του.

Η διαβόητη δίκη άρχισε στο Ναύπλιο στις 30 Απριλίου 1834 και διήρκησε μέχρι τις 26 Μαΐου. Όσον αφορά στις βαρύτατες κατηγορίες επρόκειτο περισσότερο για αοριστίες που δεν θεμελίωναν νομικά την παραπομπή των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα, πόσο μάλιστα για εσχάτη προδοσία.

Η εμφάνιση του Κολοκοτρώνη στο εδώλιο του κατηγορουμένου συγκλόνισε το ακροατήριο. Ερωτηθείς ο Γέρος του Μοριά «τι επάγγελμα έχεις;», έδωσε την ιστορική απάντηση: «Στρατιωτικός. Κρατάω σαράντα εννιά χρόνους στο χέρι το ντουφέκι και πολεμώ για την πατρίδα». Το δέος απαθανατίστηκε ακόμα και στο πρόσωπο των εχθρών του οπλαρχηγού.


Ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας καταδικάστηκαν σε θάνατο και φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι. Ο Γέρος ήταν 64 ετών. Λίγο αργότερα η ποινή του μετατράπηκε σε εικοσαετή κάθειρξη από τον βασιλιά, με τον Κολοκοτρώνη να υποδέχεται τα νέα της μετατροπής της ποινής του ως εξής: «Θα γελάσω τον βασιλιά! Δεν θα ζήσω τόσους (χρόνους)!»…

Το τέλος ενός Μεγάλου άντρα

Τον Μάιο του 1835, μετά την ενηλικίωση του Όθωνα, ο Κολοκοτρώνης έλαβε βασιλική χάρη και αποφυλακίστηκε. Αποκαμωμένος και εξουθενωμένος από τις άθλιες συνθήκες κράτησης αλλά και την ταπείνωση κατέφυγε στην Αθήνα. Τιμήθηκε με τον βαθμό του στρατηγού, διορίστηκε σύμβουλος Επικρατείας, βραβεύτηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος, ορίστηκε μέλος της επιτροπής για την ανέγερση του Πανεπιστημίου Αθηνών και στάθηκε πιστός σύμβουλος του Όθωνα.


Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 Φεβρουαρίου 1843, σε ηλικία 73 ετών από εγκεφαλικό επεισόδιο. Αφού στεφάνωσε τον γιο του και ευθύμησε στον γάμο του, πήγε στις 3 Φεβρουαρίου, στον βασιλικό χορό, φανερά ευδιάθετος, όπου και αστειεύτηκε με τους παλιούς του συντρόφους, συνομίλησε με τον Όθωνα και ήπιε άφθονο κρασί. Κάποια στιγμή παρακάλεσε τον βασιλιά να διατάξει τους μουσικούς να παίξουν ελληνικούς χορούς. Τα δημοτικά τραγούδια αντήχησαν στα σαλόνια του παλατιού. Γύρω στα μεσάνυχτα «επέστρεψεν χαίρων εις την οικίαν του, κατεκλίθη εις την στρώμνην του, όπου κοιμόμενον τον προσέβαλεν η αποπληξία» (εφημερίδα «Αιών»).

Ήταν ένας από τους λίγους Κολοκοτρωναίους που πέθανε στο κρεβάτι και όχι στη μάχη. Ίσως γιατί γεννήθηκε πάνω σε μάχη.

Πριν «φύγει» υπαγόρευσε τα απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη τα οποία εκδόθηκαν το 1846 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και είναι μια ανεκτίμητη πηγή της Εθνικής μας Ιστορίας, που φωτίζει γεγονότα της επανάστασης του 1821.

«Είδα τότε ότι, ό,τι κάμομε, θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους»

ΑΓΑΛΜΑ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

Ο Κολοκοτρώνης θεωρούσε πάντα πως οι Έλληνες έχουν χρέος να πολεμήσουν μόνοι τους για την ανεξαρτησία τους. Εξάλλου αντιμετώπιζε με δυσπιστία την ανάμειξη των ξένων δυνάμεων στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας, πιστεύοντας πως αυτή γινόταν πρωτίστως για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.

«Ό,τι κάμομε θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους» έλεγε και ξαναέλεγε κρατώντας έτσι υψηλό το σθένος και το φρόνημα των Ελλήνων. Για αυτό και πάντα τους αποκαλούσε Έλληνες, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να τους κάνει να συνειδητοποιήσουν την ιστορία τους αλλά και την υψηλή αποστολή που έχουν για τη σωτηρία ολόκληρου του ελληνικού έθνους.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

25 Μαρτίου: Η Επανάσταση για την Αγία Πίστη του Χριστού


Tου Πρεσβυτέρου Νικολάου Δαλαγιώργου
Είναι νομίζω επιβεβλημένο να αντιπαραβάλλουμε την ζωή μας σήμερα, τα πιστεύω μας, με την ζωή και τα πιστεύω των ηρώων της Πατρίδας μας διότι έχει λεχθεί από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, ότι «χωρίς Εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα στην ζωή σας» και τα χείλι του Κυρίου μας δεν ψεύδονται ποτέ.



Για να θυμηθούμε λίγο την ιστορία που μας διδάσκει πάρα πολύ σοφά ότι όταν «ο Θεός μεθ’ ημών ουδείς καθ’ ημών»:

«…Ως Χριστιανός ορθόδοξος και υιός της ημετέρας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ορκίζομαι …να διαμείνω πιστός εις την Θρησκείαν μου και εις την Πατρίδα μου. Ορκίζομαι να χύσω και αυτήν την υστέρα ρανίδα του αίματός μου υπέρ της Θρησκείας και της Πατρίδος μου. Να χύσω το αίμα μου, ίνα νικήσω τους εχθρούς της Θρησκείας μου η να αποθάνω ως Μάρτυς διά τον Ιησούν Χριστόν…».
(Ο όρκος των Ιερολοχιτών)

«Είναι θέλημα Θεού. Είναι κοντά μας και βοηθάει, γιατί πολεμάμε για την πίστι μας, για την πατρίδα μας, για τους γέρους γονιούς, για τα αδύνατα παιδιά μας, για την ζωή μας, την λευτεριά μας… Και όταν ο δίκαιος Θεός μας βοηθάει ποιος εχθρός ημπορεί να μας κάνει καλά…;».
(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

«Νέοι, πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ ΠΙΣΤΕΩΣ και έπειτα υπέρ ΠΑΤΡΙΔΟΣ…»
(Θ. Κολοκοτρώνης)

«Έκατσα που εσκαπέτισαν με τα μπαιράκια τους απεκατέβηκα κάτω. Ήταν μια εκκλησία εις τον δρόμον, η Παναγία στο Χρυσοβίτσι, και το καθησιό μου ήτο όπου έκλαιγα την Ελλάς… Σίμωσα, έδεσα το άλογό μου σ’ ένα δένδρο, μπήκα μέσα και γονάτισα. Παναγία μου είπα από τα βάθη της καρδιάς μου και τα μάτια μου δάκρυσαν. Παναγία μου βοήθησε και τούτη τη φορά τους Έλληνες να ψυχωθούν. Έκανα το Σταυρό μου, ασπάσθηκα την εικόνα της, βγήκα από το εκκλησάκι, πήδηξα στο άλογό μου και έφυγα. Σε λίγο μπροστά μου ξεπετάγονταν οχτώ αρματωμένοι, ο εξάδελφός μου ο Αντώνης Κολοκοτρώνης και επτά ανήψια του.
– Κανείς δεν είναι στην Πιάνα, μου είπε ο Αντώνης. Ούτε στην Αλωνίσταινα. Είναι φευγάτοι. – Ας μη είναι κανείς αποκρίθηκα. Ο τόπος σε λίγο θα γιομίση παλληκάρια… Ο Θεός υπέγραψε την λευτεριά της Ελλάδος και δεν θα πάρη πίσω την υπογραφή του».
(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

«ΙΔΟΥ ο Θεός μεθ’ ημών, ος επάταξεν έθνη πολλά και απέκτεινε βασιλείς κραταιούς. Ο Παντοκράτωρ Θεός δεν μας αφήνει εις την διάκρισιν του εχθρού. Αλλά είναι σύμμαχός μας, καθώς πολλάκις το είδομεν και άμποτε εις το εξής διά της δυνάμεως του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και διά της ενεργείας και γενναιότητος σας να αφανισθή ο εχθρός εξ ολοκλήρου…».
(Π. Μαυρομιχάλης προς τον Θ.Κολοκοτρώνη)

«…Έλληνες ποτέ μην ξεχνάτε το χρέος σε Θεό και σε Πατρίδα! Σ’ αυτά τα δύο σας εξορκίζω η να νικήσουμε η να πεθάνουμε κάτω από την Σημαία του Χριστού»
(Γρηγόριος – Δικαίος Παπαφλέσσας)

Διαβάστε εδώ:  Ευαγγελισμός της Θεοτόκου: Λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
«Όταν σηκώσαμεν την σημαίαν εναντίον της τυραγνίας ξέραμεν ότι είναι πολλοί αυτείνοι και μαχητικοί κι’ έχουν και κανόνια κι’ όλα τα μέσα. Εμείς σε ούλα είμαστε αδύνατοι. Όμως ο Θεός φυλάγει και τους αδύνατους, κι’ αν πεθάνωμεν πεθαίνομεν διά την Πατρίδα μας, διά την Θρησκείαν μας και πολεμούμεν όσο μπορούμε εναντίον της τυραγνίας κι’ ο Θεός βοηθός…».
(Στρατηγός Μακρυγιάννης)

«Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη ειςτήν θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν». «…Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι’ αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι, όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμε κι’ όλοι μαζί και να μη λέγη ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστή μόνος του και φκειάση, η χαλάση, να λέγη εγώ, όταν όμως αγωνίζονται πολλοί να φκειάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» κι’ όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκειάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί….».
(Ιω. Μακρυγιάννης)

«Μία δύναμις με άρπαξε από την λιτανεία πριν φύγουμε από τα Ψαρά για την Χίο. Μία δύναμις θεική με γιγάντωσε… Αυτή η θεία δύναμίς μου έδωσε θάρρος διά να φθάσω με το πυρπολικό μου στην Τουρκική Ναυαρχίδα… Οι Τούρκοι ήταν τόσοι ώστε εάν επτυον επάνω μας θα μας έπνιγαν αναμφιβόλως… Εις το όνομά του Κυρίου φώναξα εκείνη τη στιγμή. Έκανα τον Σταυρό μου και πήδηξα στη βάρκα. Οι φλόγες του πυρπολικού μεταδόθηκαν στην Ναυαρχίδα που τινάχθηκε στον αέρα και παρέσυρε στον θάνατο χιλιάδες Τούρκους…».
(Κωνσταντίνος Κανάρης)

«Κι’ όσο αγαπώ την πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας. Ναρθή ένας να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στρέγομαι να μου βγάλη και τα δυό μου μάτια. Ότι αν είμαι στραβός, και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει, αν η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια νάχω, στραβός θανά είμαι. Ότι σ΄αυτείνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπό να πάγω αλλού».
(Ιω. Μακρυγιάννης)

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018

Γ. Παπαμελετίου: Ποιος ήταν ο Διοικητής των Καταδρομέων που ήγηθηκε της επιχείρησης «Νίκη» τον Ιούλιο του ΄74


Την Τρίτη στις 14:00 το μεσημέρι ο ταξίαρχος ε.α. Γιώργος Παπαμελετίου, διοικητής των Ελλήνων καταδρομέων που το 1974 βρέθηκαν στη Κύπρο δίνοντας άνιση μάχη με τους Τούρκους εισβολείς θα οδηγηθεί στην τελευταία του κατοικία.

Η νεκρώσιμος ακολουθία θα ψαλεί στον ιερό Ναό Ευαγγελίστριας στον Ασπρόπυργο.

Ο Γ. Παπαμελετίου σε μια περίοδο ντροπής για τον ελληνισμό, μπόρεσε να διασώσει την αξιοπρέπεια της Ελλάδας, αναλαμβάνοντας την αποστολή αυτοκτονίας στη Κύπρο την επόμενη ημέρα της τουρκικής εισβολής με την επιχείρηση «Νίκη». Είχε γεννηθεί το 1931 και αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1954. Υπηρέτησε στις Δυνάμεις Καταδρομών ενώ ήταν από τους πρώτους Έλληνες αλεξιπτωτιστές. Η πατρίδα το 1983… τον «επιβράβευσε» με την αποστρατεία του στον βαθμό του Ταξιάρχου, καθώς έπρεπε να ανελιχθούν άλλοι.


Χωρίς προειδοποίηση

Την επόμενη μέρα της τουρκικής εισβολής στη Κύπρο και ενώ χούντα του Ιωαννίδη να βρίσκεται υπό κατάρρευση, το καθεστώς αποφασίζει να στείλει στη Μεγαλόνησο μία Μοίρα Καταδρομών. Αρχικώς το σχέδιο προέβλεπε την αποστολή των καταδρομέων με αεροσκάφη της Ολυμπιακής Αεροπορίας, αλλά αυτό όπως έγινε αντιληπτό δεν ήταν εφικτό καθώς ο εναέριος χώρος της Κύπρου είχε κλείσει για όλες τις πτήσεις των πολιτικών αεροσκαφών. Ο τραγικός κλήρος της θυσίας έπεσε στη Α’ Μοίρα Καταδρομών που έδρευε στο Μάλεμε της Κρήτης με διοικητή τον Γιώργο Παπαμελετίου.

Ο Παπαμελετίου σε συνέντευξη του είχε  δηλώσει ότι η μονάδα του δεν ήταν ειδικά εκπαιδευμένη για να σταλεί στη Κύπρο και η αποστολή της ήταν η άμυνα των νησιών του Αιγαίου. «Αργά στις 21 Ιουλίου» δήλωσε «επικοινώνησε ο Διοικητής Καταδρομών μαζί μου και μου είπε ότι θα φύγουμε, αλλά όχι για εκεί που προοριζόμασταν. Μου έλεγε μισόλογα. Δεν μου έστειλαν ειδικό σήμα κρυπτογραφημένο ή μη, αλλά με την τηλεφωνική αυτή επικοινωνία ο Διοικητής Καταδρομών προσπαθούσε να μου δώσει να καταλάβω ότι δεν πάω στα νησιά αλλά στη Κύπρο. Με τα ίδια μισόλογα μου είπε πως δεν χρειάζεται να πάρω πολλά πυρομαχικά και ούτε τα μεγάλα όπλα, όλμους κλπ. Μου έδωσε να καταλάβω ότι δεν χρειαζόταν να φορτώσω πολλά πράγματα. Θέλησε να μου πει ότι στις 22 Ιουλίου στις 10 το πρωί θα υπογραφεί εκεχειρία. Για αυτό μου είπε αύριο μέχρι τις 10… μετά μακάριοι οι κατέχοντες».

Αρχικώς ενημερώθηκαν οι αξιωματικοί για την αποστολή και στη συνέχεια οι καταδρομείς, μεταξύ των οποίων υπήρξε ανησυχία αλλά και ενθουσιασμός. «Δεν βρέθηκε ούτε ένας που να κάνει πίσω» είχε δηλώσει ο Θανάσης Ζαφειρίου ο οποίος απεβίωσε το 2016 και ήταν ο μοναδικός επιζών καταδρομέας που επέβαινε στο Noratlas «Νίκη 4» που καταρρίφθηκε από φίλια πυρά στο αεροδρόμιο Λευκωσίας.

Ο Γιώργος Παπαμελετίου, όταν οι καταδρομείς επιβιβάστηκαν στα λεωφορεία για να μεταφερθούν στο αεροδρόμιο της Σούδας τους ενημέρωσε για την αποστολή και τους είπε τι θα πρέπει να έχουν υπόψη τους για τις πρώτες ώρες. Κανένας δεν ήταν σίγουρος για το τι θα αντιμετώπιζαν αφού δεν υπήρχε καμία απολύτως πληροφορία για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Κύπρο.

Ο τότε υπολοχαγός Σταύρος Μπένος είχε δηλώσει πως «δεν υπήρχε κανένας καταδρομέας που να έχει τον παραμικρό ενδοιασμό, ότι πάμε να πολεμήσουμε σε ελληνικό έδαφος. Το ό,τι τραγουδάγαμε με δύναμη και θέρμη μέσα στο λεωφορείο που μας πήγαινε στο αεροδρόμιο και ξεσηκώναμε τις γειτονιές, σημαίνει πως αυτό που πηγαίναμε να κάνουμε το πιστεύαμε».

Οι Κρητικοί είχαν βγει στους δρόμους και χειροκροτούσαν τους καταδρομείς που έφευγαν για τη Κύπρο γνωρίζοντας ότι κάποιοι εξ αυτών ήταν αμφίβολο αν θα επέστρεφαν.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πέραν των 318 ανδρών της Α’ Μοίρας Καταδρομών στην επιχείρηση είχε αποφασιστεί να λάβουν μέρος και περίπου 50 Καταδρομείς της Γ’ ΜΑΚ (Μοίρα Αμφιβίων Καταδρομών) με επικεφαλής τον τότε υπολοχαγό Νικόλαο Παπά.

Επιχείρηση αυτοκτονίας



Ο Αντρέας Στραβοπόδης ήταν επισμηναγός και κυβερνήτης του Noratlas «Νίκη 9». Ανατρέχοντας στις μέρες του 1974 σε παλαιότερη συνέντευξη του στο ΡΙΚ, αναφέρει πως δεν υπήρχε καμία προετοιμασία και ενημέρωση  για την αποστολή στη Κύπρο και αυτό ήταν  σωστό για να μην κάποια υπάρξει διαρροή. «Εγώ» λέει «έμαθα περί της αποστολής όταν κλήθηκα και προσγειώθηκα στο αεροδρόμιο της Σούδας». O έφεδρος ανθυπολοχαγός καταδρομέας Χαράλαμπος Αποστολάκης θυμάται: «Φτάνοντας στο αεροδρόμιο της Σούδας γύρω στις 20.00-20.30, είδαμε ότι είχαν αφιχθεί τα περισσότερα αεροσκάφη και μέσα βρισκόταν μόνο ένα μέρος του πληρώματος. Οι χειριστές είχαν ήδη μεταβεί στο κέντρο επιχειρήσεων, για να ενημερωθούν από τον ταξίαρχο Στεφαδούρο για τις συνθήκες της αποστολής».

Ακολούθησε η επιβίβαση των καταδρομέων στα αεροσκάφη και η έναρξη των πτήσεων αυτοκτονίας.

Ο Χαράλαμπος Αποστολάκης λέει: «Το πρώτο αεροσκάφος πρέπει να απογειώθηκε γύρω στις 22:30, με κατεύθυνση από το αεροδρόμιο στον κόλπο της Σούδας, ανατολικά των Λευκών Ορέων, και στη συνέχεια κατεβήκαμε σε πολύ χαμηλό ύψος πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η ενημέρωση που είχε γίνει από τον ταξίαρχο Στεφαδούρο, που ήταν απεσταλμένος από το Αρχηγείο της Αεροπορίας, προς τους αεροπόρους και το διοικητή της Μοίρας ήταν ότι θα υπήρχε πλήρης σιγή ασυρμάτου, φώτα πλεύσεως σβηστά, απόλυτο σκοτάδι και ότι μέσα στα αεροσκάφη δεν θα κινούνταν ούτε κουνούπι. Δεν θα άναβε κανένα φως, ούτε τσιγάρο ή αναπτήρας, τίποτε! Ήταν πραγματικά ηρωική αυτή η αποστολή, με την έννοια ότι έγινε από πιλότους που, στο σύνολό τους, δεν είχαν δει ποτέ την Κύπρο και πήγαιναν, για πρώτη φορά, μόνο με χάρτη και πυξίδα!

Όταν τα Noratlas έφτασαν στη Κύπρο έβλεπαν παντού φωτιές από τις μάχες που βρισκόντουσαν σε εξέλιξη. Αυτό βοήθησε και τα πληρώματα να προσανατολιστούν καλύτερα και να αρχίσουν τη κάθοδο τους προς το αεροδρόμιο Λευκωσίας. Οι μόνες περιοχές που φωτίζονταν ήταν οι βρετανικές βάσεις του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας και αυτό ήταν σωτήριο για τους κυβερνήτες που τις χρησιμοποίησαν ως σημεία στήριξης για να μπορέσουν να βρουν το αεροδρόμιο.



Όπως θυμούνται οι καταδρομείς, μόλις έφτασαν πάνω από τη Λευκωσία άρχισαν να δέχονται χιλιάδες σφαίρες και βλήματα αντιαεροπορικών. Οι καταδρομείς στέκονταν όρθιοι μέσα στα αεροπλάνα ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο όγκος τους και να μειωθούν οι πιθανότητες να χτυπηθούν. «Οι σφαίρες έμπαιναν από κάτω και διαπερνούσαν την άτρακτο» δηλώνει ένας από τους καταδρομείς.

«Είμαστε φορτωμένοι με χειροβομβίδες και εκρηκτικά και υπήρχε κίνδυνος να τιναχθούμε όλοι στον αέρα» συμπληρώνει. Το ίδιο κίνδυνο διέτρεχαν πλήρωμα και καταδρομείς και από το ενδεχόμενο να χτυπηθούν οι δεξαμενές καυσίμων.

To Noratlas «Νίκη 4» έπεσε λίγα χιλιόμετρα μακρυά από το αεροδρόμιο εκεί που ήταν θαμμένο μέχρι πέρυσι στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πυρά δέχθηκε και το «Νίκη 7» αλλά κατάφερε να προσγειωθεί με τον ένα κινητήρα να καίγεται και τον άλλο να έχει καταστραφεί από έκρηξη.

Στο «Νίκη 7» σκοτώθηκαν δύο καταδρομείς και τραυματίστηκαν ακόμα 11

Όλα τα Noratlas που κατάφεραν να προσγειωθούν, αποβίβασαν τους καταδρομείς και απογειώθηκαν αμέσως για να επιστρέψουν στη Κρήτη. Τρία όμως που δεν μπόρεσαν να φύγουν καταστράφηκαν από τις ελληνικές δυνάμεις ώστε να μην υπάρχουν τεκμήρια για την εμπλοκή της Ελλάδας. Όταν οι καταδρομείς βρέθηκαν στο αεροδρόμιο Λευκωσίας περίμεναν κάποιον να τους ενημερώσει για το τι θα κάνουν αλλά δεν βρήκαν κανένα.

Ο διοικητής της Μοίρας Γ. Παπαμελετίου δεν γνώριζε καν τι είχε συμβεί με τα Noratlas και βεβαίως δεν γνώριζε που βρίσκονται οι καταδρομείς της Μοίρας του. «Δεν ξέραμε. Δεν απογειώθηκαν; Πέσανε; Χάσανε τη κατεύθυνση τους;  Δεν ήξερα τίποτα. Δεν ήξερα ούτε πόσα αεροπλάνα ήταν. Δεν μπορούσα να το καταλάβω, ότι έφυγαν τόσα αεροπλάνα από τη Κρήτη και να το ξέρουν όλοι. Να το ξέρει, το ΓΕΑ, να το ξέρει το ΓΕΕΘΑ, να το ξέρουν οι πάντες και να έρθουμε στη Κύπρο και να μην το ξέρουν οι αντιαεροποριστές και να μας βάλουν από παντού».

Αυτοψία τραγωδίας



Μόλις ησύχασαν λίγο τα πράγματα ο Γιώργος Παπαμελετίου και οι αξιωματικοί της Α’ Μοίρας Καταδρομών πήγαν στο σημείο που είχε πέσει το «Νίκη 4». Ο λοχαγός Κυριάκου θυμάται: «Στη συνέχεια εγώ με τον Ντούβα (μετέπειτα αρχηγός ΓΕΣ)  πήγαμε στον τόπο που είχε καταρριφθεί το αεροπλάνο. Το θέαμα που αντικρίσαμε ήταν φοβερό. Όλοι, πλην τριών, ήταν καμένοι. Αναγνώρισα το συγκυβερνήτη Συμεωνίδη, από τη φόρμα του οποίου αφαιρέσαμε διάφορα προσωπικά αντικείμενα και το πιστόλι του, τα οποία δώσαμε στο ΓΕΕΦ, τον ΔΕΑ Τσαμκιράνη και έναν τρίτο που δεν τον θυμάμαι. Το αεροπλάνο είχε αυλακώσει το έδαφος, περίπου 30 μέτρα, και στη συνέχεια είχε πέσει σε μια μικρή χαράδρα. Ο ένας κινητήρας είχε αποκολληθεί και είχε καρφωθεί απέναντι».

Ο υποδιοικητής της Α΄Μοίρας Καταδρομών Άγγελος Αβραμίδης μπήκε και αυτός στο εσωτερικό του «Νίκη 4» και περιγράφει τη μακάβρια εικόνα: «Στο κόκπιτ είδα τον Δάβαρη, που φαινόταν σαν να ήταν όρθιος, αλλά ήταν νεκρός. Πήγα να τον σηκώσω από τις μασχάλες και στα χέρια μου έμεινε μόνον το κορμί του. Το υπόλοιπο μέρος του σώματος του ήταν κομμένο». Άλλος αξιωματικός θυμάται πως η εντολή να θαφτεί το αεροπλάνο στο σημείο που έπεσε μαζί με τα απανθρακωμένα πτώματα λήφθηκε για να μην φάνε τις σάρκες των νεκρών τα όρνια που πετούσαν.

Το αεροσκάφος μαζί με τις σορούς των νεκρών ανέλαβε να θάψει στο σημείο που κατέπεσε ο χειριστής εκσκαφέα Σάββας Ποκεριζές, ο οποίος 25 χρόνια μετά, το 1999 κλήθηκε να δώσει κατάθεση στην αστυνομία.

Σύμφωνα με τις έρευνες που έγιναν μέσα στην άτρακτο του Noratlas «Νίκη 4» βρίσκονταν οι σοροί 15 καταδρομέων και των τεσσάρων μελών του πληρώματος. Δώδεκα σοροί εντοπίστηκαν και ταυτοποιήθηκαν με DNA στο στρατιωτικό νεκροταφείο της Λακατάμειας. Πρόκειται για 12 καταδρομείς τα πτώματα των οποίων είχαν βρεθεί έξω από το αεροσκάφος ή είχαν πέσει στο έδαφος κατά την κατάρριψη. Οι σοροί των υπολοίπων αναγνωρίστηκαν πέρυσι και επεστράφησαν στους συγγενείς τους στην Ελλάδα. Από προχθές ο διοικητής τους Γιώργος Παπαμελετίου είναι μαζί τους.

Μάχη του αεροδρομίου

Όταν πια ο Γιώργος Παπαμελετίου και οι καταδρομείς του σταθεροποιήθηκαν κλήθηκαν να υπερασπιστούν το αεροδρόμιο Λευκωσίας για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων οι οποίοι είχαν πλησιάσει στα 100 μέτρα.

Ο Γιώργος Παπαμελετίου σε συνέντευξη του περιέγραψε τις δύσκολες ώρες: «Επιβιβάστηκα στο Landrover, που μου είχαν διαθέσει, στο οποίο είχα τοποθετήσει τη μεγάλη κεραία του ασυρμάτου, με οδηγό έναν Κύπριο Αστυνομικό- το μικρό του όνομα ήταν Γιαννάκης- τον οδηγό, και τον ασυρματιστή μου. Όπως πληροφορήθηκα αργότερα. Σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από την πύλη του αεροδρομίου, δέχομαι μία ριπή από αριστερά, από το μέρος που ήταν τα οικήματα της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ.

Αμέσως, διέταξα τον Κύπριο οδηγό να σταματήσει, λέγοντας ‘βαλλόμεθα πηδάτε έξω’. Πήδησα πρώτος και ακολούθησαν και οι άλλοι. Είμαι πλέον βέβαιος πως οι σφαίρες που ρίχτηκαν εναντίον μου, ήταν σφαίρες των 9 μιλιμέτρ από μικρό αυτόματο όπλο, και εκτιμώ πως αυτές τις έριξαν οι δυνάμεις του ΟΗΕ, που ήταν αριστερά μου, ενώ οι Τούρκοι, όπως διαπίστωσα, ήταν δεξιά μου, και αυτό για να μας προκαλέσουν σύγχυση, μόλις είδαν το landrover με την κεραία του ασυρμάτου που προεξείχε, διότι κατάλαβαν ότι στο όχημα αυτό ήταν ο επικεφαλής των δυνάμεων που είδαν και μπήκαν μέσα στο αεροδρόμιο.

Εκτιμώ ότι, η επέμβαση των δυνάμεων του ΟΗΕ αυτή την ώρα έγινε για να μην προλάβουμε να αναπτύξουμε τον οπλισμό μας (πολυβόλα, οπλοπολυβόλα. αντιαρματικά κ.λ.π.), διότι μόλις λίγο πριν είχαν φθάσει οι Λόχοι στο αεροδρόμιο, υποβοηθώντας με αυτόν τον τρόπο, τις δυνάμεις των Τούρκων να καταλάβουν το αεροδρόμιο. Κάτι, ενδεχομένως που είχαν από κοινού συμφωνήσει, δεδομένου ότι με την ανοχή τους προωθήθηκαν οι Τούρκοι στο αεροδρόμιο.

Μετά την ριπή αυτή άρχισε η ανταλλαγή πυρών των τουρκικών δυνάμεων, με τις δυνάμεις που ήταν μέσα στο αεροδρόμιο».

Η θέση που βρισκόταν ο Παπαμελετίου. καλυμμένος σε ένα ρείθρο με βαθούλωμα δίπλα στο δρόμο, ήταν μεταξύ του Λόχου του Κιουτσούκη και των Τούρκων. 

Οι καταδρομείς που ήταν μέσα στο αεροδρόμιο, δεν γνώριζαν ποιος ήταν αυτός με το Landrover, και άρχισαν να τον κτυπούν και εκείνοι, στο σημείο που βρισκόταν. Συνεχίζοντας ο Παπαμελετίου, είχε πει: «Η ώρα πρέπει να ήταν περίπου 11:00. όταν άρχισε η ανταλλαγή των πυρών, από τα οποία τραυματίσθηκε ο Κύπριος οδηγός μου Γιαννάκης στη μέση, κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, από σφαίρα που εξοστρακίσθηκε, αλλά δεν ήταν σοβαρή η κατάσταση του, όπως και ο αγγελιοφόρος μου ο Σπύρος που είχε δεχθεί σφαίρα στον ώμο, και αυτός ελαφρά, και εμένα με είχαν χτυπήσει κάτι σκάγια, που διαπίστωσα την άλλη ημέρα.

Αιφνιδιάστηκα από την εξέλιξη αυτή, διότι δεν γνώριζα ότι οι Τούρκοι είχαν φθάσει τόσο κοντά στο αεροδρόμιο, και ομολογώ ότι ανησύχησα για την τύχη των ανδρών που είχαν προηγηθεί.

Μετά από τα γεγονότα αυτά, που κράτησαν μιάμιση ώρα περίπου ενεργοποιήθηκαν οι δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών, βγήκαν από τα φυλάκια τους, ύψωσαν λευκές σημαίες και διέταξαν ‘Παύσατε πυρ’. Από την ταράτσα που βρισκόταν ο Υπολοχαγός Μπένος, όπως πληροφορήθηκα εκ των υστέρων, ήταν και ένας καταδρομέας από την Πάτρα πολύ καλός σκοπευτής. Αυτός ο καταδρομέας είδε μια ομάδα Τούρκων και με μία βολή ΠΑΟ σκότωσε 12, όταν τους είδε να τρέχουν για να απομακρυνθούν από την περιοχή.

Όπως αποδείχθηκε μετά και από σχετικά σήματα που υπεκλάπησαν από την ΚΥΠ, ήταν μία τούρκικη διλοχία 150 στρατιωτών, που είχε ως αποστολή να καταλάβει το αεροδρόμιο, πριν αυτό παραδοθεί στις δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών. Η διλοχία αυτή είχε και 4 άρματα μάχης τα οποία ήταν προσανατολισμένα προς την ΕΛΔΥΚ, προφανώς για να καλύπτει τα νώτα της.

Υπήρχε επίσης και ένα άλλο άρμα πάνω στο ύψωμα με αδιευκρίνιστα σημαία, το οποίο εκτιμάται ότι κι αυτό ήταν τούρκικο.

Από το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ δεν έπεσε ούτε μια τουφεκιά όσο διάστημα διήρκησε η ανταλλαγή των πυρών μας με τους Τούρκους, ούτε στον αέρα, έστω για αντιπερισπασμό. Όπως πληροφορήθηκα πολύ αργότερα, έγινε αυτό για να μην κατηγορηθεί η ΕΛΔΥΚ, ότι παραβίασε την εκεχειρία. Ησθάνοντο, οι αρμόδιοι του ΓΕΕΦ, τόσο ένοχοι που έκαναν πιστά ότι τους έλεγαν οι ΟΗΕδες πράγμα που εκείνοι το είχαν αντιληφθεί. Σημειώνω επίσης το γεγονός, ότι μετά την κατάπαυση του πυρός, ο Ταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος που ήταν υπεύθυνος για την άμυνα του αεροδρομίου, δεν ήρθε να με συναντήσει».

Το αεροδρόμιο Λευκωσίας στη συνέχεια παραδόθηκε στον ΟΗΕ ο οποίος διατηρεί τον έλεγχο μέχρι σήμερα.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...