Μπορείτε να μας βρείτε σε ένα ιστολόγιο για την ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ...ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ 2 και ένα ιστολόγιο για την ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ...ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ 3.Με τιμή,
Πελασγός και συνεργάτες


ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ : Η "ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ" ΠΕΡΝΑΕΙ ΣΕ ΦΑΣΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΤΟΠΟΥ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΙ.. ΣΥΝΤΟΜΑ...


«Το Γένος ποτέ δεν υποτάχθηκε στο Σουλτάνο! Είχε πάντα το Βασιλιά του, το στρατό του, το κάστρο του. Βασιλιάς του ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, στρατός του οι Αρματωλοί και κλέφτες, κάστρα του η Μάνη και το Σούλι»

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Την Επανάσταση δεν την έκαναν άθεοι ή θρησκευτικά αδιάφοροι, αλλά πιστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί!


Είναι έξω από κάθε ιστορική αμφιβολία ότι το τρίπτυχο: Θρησκεία – Πίστη – Πατρίδα, υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της Επαναστασεως του ’21.

Με όπλο την πίστη στη θρησκεία και την αγάπη στην πατρίδα και την ελευθερία, οι πρόγονοί μας αποδύθηκαν στην άνιση μάχη της εθνεγερσίας, για την οποία ο Α. Τσιριντάνης γράφει σχετικά:

»Η επανάσταση έγινε, μα χριστιανοί και όχι άθεοι ή θρησκευτικά αδιάφοροι την έκαμαν. Απ’ αύτή τη χριστιανική πίστη παίρναμε δύναμη αλλά και καρτερία…»

Και αυτή η Χριστιανική πίστη, αν δεν έσβηνε τις μικρότητες, δέν τις άφηνε όμως να σβήσουν την επανασταση… αυτή ετόνωσε το δούλο, αλλά επαναστατημένο Γένος, συνταιριασμένη με την ονειροπόληση του αρχαίου Ελληνισμού.

Ο επαναστατημένος »ραγιάς» ήταν πια Έλληνας. Θυμόταν πάντα το μαρμαρωμένο βασιλιά… και πίσω απ’ αυτόν τη σειρά των βυζαντινών αύτοκρατόρων και πίσω απ’αυτούς ονειρευόταν την αρχαία Ελλάδα, όσο λίγο κι’ αν την ήξερε.

Ο Χριστιανισμός του έδινε την πίστη και τη δύναμη …

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τα πρώτα συντάγματα του επαναστατημένου Γένους έσπευσαν να ορίσουν την έννοια του Έλληνος σε σχέση με τη θρησκεία λέγοντας:

«Οσοι αυτόχθονες κάτοικοι της επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν εισίν Έλληνες».

(Σύνταγμα Επιδαύρου του 1822, του οργανικού νόμου της Επιδαύρου του 1833 το Σύνταγμα του Άστρους και της Τροιζήνος του 1827.)

Ήταν τα συντάγματα, τα οποία επιβεβαίωσαν την ενότητα Χριστιανισμού και Ελληνισμού.

Από το βιβλίο «Η Εθνική μας Παράδοση» του Π.Λ. Παπαγαρυφάλλου, εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ, σελ. 314, 315

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Άγιο Όρος και η επανάσταση του 1821


Το μήνυμα της Επανάστασης του 1821 βρίσκει τον Αθω να δονείται από ενθουσιασμό. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη και τα πνεύματα εξημμένα.


Η διάδοση της συγκλονιστικής είδησης του απαγχονισμού του Εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ (10 Απριλίου 1821), της τραγικής εκείνης μορφής της τόσο συνδεδεμένης με το Αγιον Όρος. Η αναγγελία της Επανάστασης στο Μωριά και η μόνιμη τούρκικη τυραννία, είναι ισχυρά εναύσματα για ν ανάψουν μεγάλη πυρκαγιά.
Στον πυρετό της Επανάστασης οι Μονές παραχωρούν στους επαναστάτες τα κανόνια τους, πυρομαχικά και τρόφιμα, ενώ μετατρέπουν τα χαλκιάδικα σε οπλουργεία.
Η Ιερά Κοινότητα συντονίζει τις ενέργειες όλες, κι αυτή συγκεντρώνει τα χρήματα του αγώνα. Ταυτόχρονα καλεί τον Εμμανουήλ Παπά, που βρίσκεται από το Μάρτιο του ιδίου έτους στη Μονή Εσφιγμένου να παραλάβει τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια.

Ήταν πολύ εντυπωσιακός ο ξεσηκωμός εκείνος και δεν επέτρεπε αμφιταλαντεύσεις. Ένα θούριο ποίημα Αγιορείτη υμνογράφου, ψάλλει εναντίον του «αιμοβόρου τυράννου Σουλτάν χασάπη» και προσανατολίζει τις συνειδήσεις των επαναστατών στην ένδοξη Ιστορία τους:
Ναι, ω πατριώται μου, ας ορκισθώμεν
ή να νικήσωμεν ή να χαθώμεν
θάνατος ο ένδοξος ειν ίδιον ημών.
Γενναίοι οπλίται, μαζί πολεμείτε
τους τυράννους φωνείτε: σηκτίριν μπουρτά!
Ας επαναλάβωμεν κάθε φροντίδα
να ελευθερώσωμεν φίλην πατρίδα
ναι να ανακτήσωμεν την γην την πατρικήν

Αλλά και η Ιερά Κοινότητα, χωρίς ποιητική έξαρση, όπως ο παραπάνω στιχουργός, με ανυποχώρητη όμως σταθερότητα, έγραφε προς όλους τους μοναχούς:
«Να στεκώμεθα δια το καλόν του Κοινού μας έως θανάτου κατά χρέος… μάχου υπέρ Πατρίδος και Πίστεως».
Κι οι αντιπρόσωποι των Μονών μεταβαίνουν στα πεδία των μαχών και εμψυχώνουν τους μαχητές τους «εν όπλοις αδελφούς Κελλιώτας και άλλους» «ποτέ μεν με λόγους αδρούς και δραστηρίους, ποτέ δε δι υποσχέσεων μεγάλων εκκλησιαστικών βραβείων, ποτέ δε δια δόσεως …», «δια να πολεμούν όλοι με περισσότερον θάρρος και θερμότερον ενθουσιασμόν, και επομένως να καταβληθή ο εχθρός».


Επιστρατεύει έναν ασκητή «επιστήμονα κατασκαφής χανδακίων», «μαστόρι τογραματζί» που εργαζόταν στον Αλή Πασά και στέλνει στη Βίγλα να επιστατήσει στη διάνοιξη τάφρων.
Άλλος πάλι, ο Διονύσιος Πύρρος ο φαρμακοποιός, επιστρατεύεται για την κατασκευή πυρίτιδας.
Επίσης επιστρατεύονται τοπζίδες, δραγουμάνοι, ράφτες, κανονιέροι.
Προσευχές διαβάζονται στους ναούς και κινούν σε συμπάθεια τη Μητέρα του Θεού: «Αφάνισον, Δέσποινα, τας εν τω μέσω ημών μνησικακίας, και χάρισαι ημίν αγάπην, ειρήνην, ομόνοιαν … (οι τύραννοι) δια την μεγάλην αυτών απανθρωπίαν, εισίν άνθρωποι άσπλαγχνοι και λύκοι αχόρταστοι. Ελευθέρωσον ημάς τα τέκνα σου νυν, Δέσποινα, ελευθέρωσον εκ των χειρών των Αγαρηνών και λύτρωσαι ημάς ταχέως εκ της πικράς και πολυχρονίου αιχμαλωσίας …».
Ο Εμμανουήλ Παπάς, ο αγνός εκείνος και ανιδιοτελής πατριώτης, μετά την επίσημη ανακήρυξή του σε αρχιστράτηγο του αγώνα, κατά την τελετή που έγινε στο Πρωτάτο, μεταβαίνει στον Πολύγυρο, όπου κηρύσσει την Επανάσταση, στα επαναστατημένα ήδη χωριά της Χαλκιδικής. Ο στρατός αποτελείται από 3.900 πολεμιστές. Από αυτούς οι 1.000 τουλάχιστον είναι Αγιορείτες μοναχοί.

Δύο Μονές, η Εσφιγμένου και η Χιλιανδαρίου γίνονται τα προκεχωρημένα φυλάκια.
Η Εσφιγμένου, έχοντας ηγούμενο τον Ευθύμιο, ιδιαίτερο γραμματέα του Αγίου Γρηγορίου του Ε΄, φιλικό και στενό συνεργάτη του Εμμ. Παπά, δίνεται ολόκληρη, με όλους τους μοναχούς της, στην Επανάσταση.
Εντός του Όρους, «με θέλημα του Άρχοντος (του Εμμ. Παπά) και των Πατέρων του Όρους, εψηφίσθη ο κυρ Νικηφόρος (ο Ιβηρήτης) διοικητής και κριτής…, να κρίνη δηλαδή και να διορθώνη τον καθένα με φόβον Θεού και διάκρισιν πολλήν, ως επίσταται».

Οι Τούρκοι κατά τις επόμενες μέρες θ’ αντιληφθούν και θα πληροφορηθούν ότι πυρίτιδα υπάρχει λιγοστή στο στρατόπεδο των Ελλήνων: «μπαρούτι, το οποίον είναι πολλά σπάνιον και σχεδόν ελλειπές διόλου» (Ιερά Κοινότης προς Εμ. Παπά, 24 Ιουν.). Έτσι οι όροι αντιστρέφονται. Οι αμυνόμενοι αρχίζουν να γίνονται οι επιτιθέμενοι: «…των ασεβών, των ελθόντων μέχρι Κομίτζης και καθ’ εκάστην με μέγα θράσος και αφοβίαν εφορμούντων. Επειδή κατέκαυσαν όλα τα χωρία και μετόχια, ομού με τους καρπούς … και τα μέγιστα απελπισθέντες (οι επαναστάτες) ήρξαντο κατά μέρος δραπετεύειν …» (Ιερά Κοινότης προς Εμ. Παπά, 24 Ιουν.). Οι υπερασπιστές, όσοι δεν πτοούνται – μοναχοί και λαϊκοί – «στέκονται αργοί, με το να μη έχουν φυσήκια» (Ιερά Κοινότης προς Παπά, 26 Ιουν.). Οι εχθροί πυρπολούν και την Ιερισσό, το τελευταίο προπύργιο της ηπειρωτικής Χαλκιδικής, πριν να εφορμήσουν στις Χερσονήσους: «…οι εχθροί μας ανεχώρησαν από Ερισόν, καίοντες διόλου το χωρίον» (πλοίαρχος Αθ. Μαργαρίτης προς Παπά, 13 Ιουλ. 1821). Οι δύο όμως Χερσόνησοι παραμένουν ελεύθερες: «Κατά το παρόν καταπολεμούμεν τους εχθρούς εκ των δύο χερσονήσων, της τε Κασσάνδρας και του Αγίου Όρους, ερχομένους καθ’ εκάστην καθ’ ημών με ωμότητα και θηριωδίαν …» ( Παπάς προς Λ. Κουντουριώτη, 4 Αυγ.). Στα στρατόπεδα δεν είναι μόνο η έλλειψη των πυρομαχικών πιεστική, αλλά και των τροφίμων. Όμως πιο τραγικό είναι η διχόνοια που εγείρεται μεταξύ των δύο αρχηγών: του Εμ. Παπά και του Ρήγα Μάνθου. Οι δύο άντρες έρχονται σε ρήξη κατά το τέλος Ιουλίου με άγνωστη έκβαση. Αλλά και όλες μαζί οι νίκες των επαναστατών έμελλε να υπερκεραστούν από μια και μόνο ήττα, εκείνη της 15 Σεπτ., στην αμυντική γραμμή της Κασσάνδρας.

Η τούρκικη επέλαση είναι σαρωτική. Στις 27 Οκτωβρίου (παλαιό ημερολόγιο) οι Τούρκοι εισέρχονται στον Πολύγυρο. Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται: διαδραματίστηκαν τέτοιες «σκηνές φρικτής ακολασίας και απανθρωπίας, που για δεκάδες χρόνια έμειναν ζωηρά χαραγμένες στη μνήμη των αυτοπτών μαρτύρων». Τρεις μέρες μετά ( 30 Οκτωβ.) διασπάται το αμυντικό τείχος της Κασσάνδρας και η χερσόνησος εκείνη παραδίνεται στις φλόγες. Οι χριστιανοί έχουν καταφύγει έντρομοι στον Άθω, στον μόνο τόπο που δεν πάτησαν μέχρι εκείνη τη στιγμή οι Τούρκοι. Οι ώρες είναι πολύ κρίσιμες και οι πολλαπλές μέριμνες της Ιεράς Κοινότητος επαυξάνουν την αγωνία της, να διαφυλάξει την ακεραιότητα του Τόπου και των 7.000 γυναικοπαίδων από τη Χαλκιδική και τα γύρω νησιά που βρίσκονται εδώ από την έναρξη της Επανάστασης.


Η ερήμωση του Όρους και της λοιπής Χαλκιδικής είναι τραγικά και αξιοθρήνητη. Ο αριθμός των μοναχών από «2.980 ονόματα», τον Αύγουστο του 1821, μειώθηκε σε λίγους μήνες, κατά δύο τρίτα. Ο Άθως στενάζει, χωρίς να βρίσκει διαφυγή. Από την ημέρα της συνθηκολόγησης (15 Δεκ. 1821) βρίσκονται εγκατεστημένοι στο Όρος 3.000 τούρκοι οπλίτες.
Όσο περνά ο καιρός, τόσο και οι συνέπειες από την εγκατάσταση των τούρκων στα σκηνώματα αυξάνουν την ερήμωση. Το μόνο πολύτιμο που έμεινε στις Μονές είναι οι μολυβένιες πλάκες στις σκεπές των ναών, τις οποίες κρατούν οι μοναχοί στις θέσεις τους με κάθε θυσία. Χαρατζής (= φοροεισπράκτορας) που στέλνεται από την Πύλη για τη λήψη του ετήσιου φόρου στάθηκε αδύνατο να συγκεντρώσει το μουκατεσά (=καθυστερημένα χρέη) που έφτανε τις 17.945 γρόσια.


Τέλος στις 13 Απριλίου του 1830, την Κυριακή του Θωμά, τα δεινά του Άθω παίρνουν τέλος. Ο τουρκικός στρατός αποχωρεί και σιγά σιγά θ’ αρχίσει ν’ αποκαθίσταται η τάξη. Την 1 Ιουνίου του ιδίου έτους αρχίζει και η λειτουργία της Επιστασίας. Το τίμημα σε ζωές, κτίρια και κειμήλια ήταν αδρότατο. Όμως όλ’ αυτά ωφέλησαν την Ελληνική Επανάσταση. Δεν ήταν μόνο η 9χρονη καθυστέρηση πολλών Τούρκων οπλιτών μακριά από τις εστίες πολέμου στη Ν. Ελλάδα, αλλά και η εξάμηνη καθυστέρηση 10.000 άλλων κατά το 1821 στη Χαλκιδική. Κι όλα αυτά τα καλά οφείλονται στους Αγιορείτες, σύμφωνα και με τη φράση του θηριώδη εκείνου σερασκέρη Μουράτ, προς αυτούς: «αυτή η αποστασία έγινε από σας τους καλογήρους …»

Οι μοναχοί, όσοι έμειναν κατά το διάστημα εκείνο στο Όρος, κυριολεκτικά «εθανατομάχησαν και υπέφεραν εν άκρα υπομονή και γενναιότητι τοσαύτας βασάνους επί δεκαετίαν εν τω ιερώ αυτώ τόπω, και με θυσίαν της ζωής των διετήρησαν τα ιερά σκηνώματα …» όπως αναφέρει σε έγγραφό του ο πατρ. Κωνστάντιος 1830). Αυτοί οι μοναχοί είναι οι πιο ηρωικοί άντρες σ’; όλη την Ιστορία του Αγίου Όρους. Οι φόροι που πλήρωνε το Όρος ετησίως έφταναν τις 20.000 γρόσια. Το ποσό αυτό κατά την περίοδο που εξετάζουμε, υπερτετραπλασιάστηκε, φτάνοντας τις 89.000. Εκτός από την πάγια εισφορά των 200.000 γρ.

Τα «διπλά βιβλία» των μοναστηριών
Το 1821 στον Άγιο Μάμα της Χαλκιδικής, μετά την καταστολή της Επανάστασης, υπεγράφη συνθήκη που αφορούσε στη συνθηκολόγηση και αμνηστία των αγιορειτών. Τα συμφωνηθέντα και υπογραφέντα όμως δεν τηρήθηκαν και, αρχομένου του 1822, ολόκληρο το Αγιονόρος κατελήφθη στρατιωτικώς. Έτσι οι τούρκοι στρατιώτες, που ανήρχοντο σε χιλιάδες, έγιναν μόνιμοι κάτοικοι της μοναχικής πολιτείας έως της 1ης Απριλίου 1830. Μέχρι και σ΄ αυτά τα Καυσοκαλύβια ήταν εγκατεστημένα ένοπλα αποσπάσματα! Τα όσα υπέστησαν τα Μοναστήρια, οι Σκήτες, τα κελλιά και γενικώς όλοι οι μοναχοί του Αγίου Όρους κατ΄ εκείνη την ενναετή περίοδο είναι πέρα πάσης περιγραφής, αφού ο στρατός αυτός απέβη μισθοδοτούμενος και τρεφόμενος αποκλειστικώς απ΄ αυτούς …

…Φυσικά, τότε υπέρ ποτέ οι Τούρκοι επεδίωξαν να μη μείνη ούτε ένα τουφέκι ή οποιοδήποτε άλλο πολεμικό αντικείμενο σε χέρια μοναχών ή λαϊκών στο Όρος. Και δεν έκαναν μόνο τα όσα νόμιζαν τελεσφόρα από πλευράς των, αλλά με απειλές διέταζαν και την Ιερά Κοινότητα να ενεργήση τα δέοντα διοικητικώς για την συγκέντρωσί των οποθενδήποτε και την παράδοσί των. Τι να έκανε η Ιερά Σύναξις; Συμφωνούσε, απεφάσιζε σχετικώς, εξαπέλυε γράμματα και εγκυκλίους προς τα Μοναστήρια και τους ηγουμένους και απαιτούσε την αυστηρή εφαρμογή των διαταγών…
Ας δούμε τώρα την τύχη αυτών των… διαταγών.

Και πρώτα ένα απόσπασμα από την επίσημη απαντητική επιστολή της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας:
«…Περί δε των απηγορευμένων αρμάτων απ΄ αρχής οπού εξεδόθη η προσταγή του ύψους του, εις το να μη μείνη κανένα μέσα εις το Όρος, επασχίσαμεν μεγάλως δια να συναχθώσι και να δοθώσι, δια τα οποία και λόγον επ΄ εκκλησίας εις τρεις και τέσσαρας φοράς εγράψαμεν και με απειλάς και με παρακινήσεις. Τινές όμως, τον Θεόν μη φοβούμενοι…, έκρυψαν μέσα εις τα βουνά και σπήλαια άρματα χωρίς της ειδήσεώς μας, τους οποίους και πολλάκις ερωτήσαντες είπον το δεν έχομεν».
Πως ενεργούσαν όμως, ταυτόχρονα, οι μοναχοί της Λαύρας; Εξαπέλυαν κυνηγητό για να συλλάβουν ή να καταδώσουν αυτούς που δεν παρέδιδαν τον οπλισμό;
Διαβάζουμε στον χειρόγραφο Κώδικα υπ΄ αριθ. 12 που φυλάσσεται στο Αρχείο της Μονής:
Σελ.297: ήλθεν ο Προηγούμενος Νικηφόρος από την Λήμνον με προσκυνητάς και έκαμε την παράδοσιν γρόσια 303 και ένα τουφέκι καλόν δια γρόσια 200 και έγιναν πεντακόσια τρία όλα.
Σελ. 305: ήλθεν ο Νικηφόρος από την Σόφιαν με προσκυνητάς και έκαμε παράδοσιν γρόσια 881 μετρητά και δυο μουλαράκια, δια γρόσια 200 και μία ζυγή πιστόλια δια γρόσια 100.
Σελ. 309: ήλθεν ο Προηγούμενος Συμεών από Μέγα Τούρνοβον με προσκυνητάς και έδωκεν γρόσια 502 ήτοι ομού με ένα τουφέκι.
Σελ. 313: ήλθεν ο Προηγούμενος Αθανάσιος και ο Επίτροπός μας ΠαπαΣμήλιος από Στρώμνιτσα και έκαμαν παράδοσιν όπου έφεραν γρόσια 936 και μια ζυγή πιστόλια και εν ωρολόγιον του κόρφου, και τα εκράτησεν ο Προηγούμενος.
Σελ. 319: …παρά του προσκυνητού του Προηγουμένου Γερασίμου από Φιλιππούπολιν δια του Γέροντος Αντωνίου, συνοδεία αυτού, και ένα τουφέκι δια γρόσια 45, και έγιναν γρόσια άπαντα…
Σελ. 345: …ο Γέρων Ιάκωβος Βούλγαρης, έκανε και ταύτα 500 γρόσια, εν αργυρούν κανδήλιον 25 γρόσια, εν αργυρούν περιζώνιον 75 γρόσια, εν τουφέκιον και δύο πιστόλια 12 γρόσια, έτι εν έτερον πιστόλιον…
Αυτά ήταν τα επίσημα έγγραφα που συνέτασσαν η Ιερά Κοινότητα και τα Μοναστήρια, κάτω από το βλέμμα του κατακτητή, και διαφορετική ήταν η πραγματικότητα, όπως φαίνεται στους Κώδικες των Μοναστηριών (τα δεύτερα βιβλία).

Αγιορείτες πρόδρομοι του Κ.Κανάρη
Δικαιωματικά βέβαια κατείχε ο Κανάρης τα εύσημά του και τη δόξα του για το κάψιμο της τουρκικής ναυαρχίδος, ώφειλε όμως να γνωρίζει ότι στα μπουρλότα και στα πυρπολικά δεν ήταν ο «πρώτος». Τον πρόλαβαν και προηγήθηκαν οι καπεταναίοι των αγιορειτικών νερών, που πήραν τα καΐκια των Μονών, τα μετέτρεψαν σε πυρπολικά και, πλησιάσαντες αθόρυβα, τα κόλλησαν στη βασιλική «Καπετάσια» και σε άλλα βρίκια του στόλου που ναυλοχούσε στον κόλπο της Αμμουλιανής και τα λαμπάδιασαν για καλά μαζί με τα πληρώματά τους, από τα οποία ελάχιστοι σώθηκαν και περιθάλφθηκαν για ευνόητους λόγους πάλι από τις Μονές. «…12 φελουκατζίδες εκ των βασιλικών καραβίων…, 30 ετέρους φελουκατζίδες εκ των βασιλικών καραβίων…, των καραβοκαέντων γεμιτζίδων (ναυτών) δια 22 ημέρας».

Τα πάνδεινα υπέμεινε τότε (1810) το Όρος, αφού ενοχοποιήθηκε από την Υψηλή Πύλη, και για δύο χρόνια σε βάρος του ετρέφοντο 500 εργάτες και 250 επιστατούντες τούρκοι ναυτικοί, που έκαναν προσπάθειες να ανασύρουν από το βυθό τα κανόνια των πλοίων, για να μη περιέλθουν στα χέρια των ελλήνων.
«Ποίοι ακριβώς ήσαν οι πρόδρομοι αυτοί του Κανάρη και του Βότση, το παράδειγμα των οποίων εφώτισε το έργον της επαναστάσεως, μοι είναι άγνωστον. Κατά την επανάστασιν ευρέθησαν οι συνεχισταί, οίτινες επυρπόλησαν δύο εισέτι πλοία εις τον αυτόν κόλπον του Αγίου Όρους, εν εις τα Καρτάλια της Σιθωνίας και εν (την ακτοφυλακίδα φρεγάταν) εις τον λιμενίσκον της Ι.Μ. Ξηροποτάμου παρά την Δάφνην. Επομένως το Τουρκικόν Ναυτικόν εστερήθη πέντε πλοίων κατά τας παραμονάς της επαναστάσεως» (Κωδ. Δ΄ Ι.Κ.., φ. 169α και Αλ. Λαυριώτου, μν. Έργ., σελ. 60-61).


… Ως πολύ άτυχο χαρακτήριζαν οι Γεροντάδες τον πατέρα Χαρίτωνα από το Καρακαλληνό κελλί Άγιος Νικόλαος, ο οποίος, σ’ ένα από τα πολλά δρομολόγια διακινήσεως και διανομής όπλων με τη βάρκα του, δεν μπόρεσε ν’ αποφύγει, κατά την τελευταία στιγμή, το πήδημα μέσα σ’ αυτήν δύο ενόπλων τούρκων, για να τους μεταφέρει, ήθελε δεν ήθελε, στον αρσανά της Λαύρας. Απρόοπτο του ήλθε. Δεν είχε καλοκρύψει το «φορτίο» και βρέθηκε σε δεινότητα θέσεως, όταν είδε πως οι τούρκοι κόλλησαν τα μάτια τους στον οπλισμό, και επομένως κατάλαβαν τι είδους «θελήματα» και μεταφορές έκανε κάθε τόσο…
Δεν ήταν μόνο η σκέψη του τι περίμενε τον ίδιο. Τον έκανε αλλόφρονα η αποκάλυψη πολλών μυστικών του αγώνος. Και ο ευλογημένος, αφού «το έλεγαν» βέβαια τα κότσια του, έδωκε μια σπρωξιά στον ένα, που άρχισε αμέσως να αμολάει μπουρμπουλήθρες από τα βαθιά νερά. Ο άλλος πάλι δεν πρόλαβε ν’ αντιδράσει, γιατί του άνοιξε το κεφάλι με το τσεκούρι, που είχε πάντοτε στη βάρκα.
Μετάνοιωσε βέβαια και έκλαψε πολύ για τον πνιγμό και τον φόνο. Ιδιαίτερα αυστηρός δείχτηκε και ο πνευματικός του κατά την εξομολόγηση…

Η απελευθέρωση του 1912
Το πρωί της 2ας Νοεμβρίου 1912, από το λιμάνι του Μούδρου της Λήμνου, αποπλέει Μοίρα του Ελληνικού Στόλου με επικεφαλής το θρυλικό Θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ», υπό τον Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη, και κατευθύνεται προς το Άγιο Όρος.
Η παρουσία των πολεμικών σκαφών στα ανοικτά της χερσονήσου του Άθω, γίνεται αντιληπτή από τους μοναχούς των παραθαλασσίων μοναστηριών και κελλιών και κάτω από τις χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες εκατοντάδων καμπάνων τα πλοία πλησιάζουν τις ακτές του Αγίου Όρους.
Στις 11.30 οι Μονές φέρονται σημαιοστολισμένες ενώ οι μοναχοί αλλαλάζοντας από χαρά κανονιοβολούν και τυφεκιοβολούν. Το Θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ» ανταποδίδει με 21 χαιρετιστήριες βολές.
Στη Δάφνη αγκυροβολεί το Αντιτορπιλικό «Θύελλα» και αποβιβάζει άγημα από 40 άνδρες, οι οποίοι ανεβαίνουν και απελευθερώνουν τις Καρυές. Ο επικεφαλής αξιωματικός του αγήματος «εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων» επικυρώνει την αποβατική ενέργεια και χαρακτηρίζει τον Καϊμακάμη, τους υπαλλήλους και τη μικρή τουρκική δύναμη «ως αιχμαλώτους πολέμου άνευ πολεμικής τινός ενεργείας». Ταυτόχρονα στη Δάφνη και στις Καρυές υψώνεται η Ελληνική Σημαία.

Το «Γ. Αβέρωφ» με τα ανιχνευτικά «Ιέραξ» και «Πάνθηρ» κατευθύνονται στον όρμο του Πρόβλακα, κοντά στα Νέα Ρόδα, όπου αποβιβάζουν 200 άνδρες, οι οποίοι καταλαμβάνουν την διώρυγα του Ξέρξη. Από τη στιγμή αυτή, στις 2 Νοεμβρίου 1912, μετά από 488 χρόνια υποδουλώσεως, ταπεινώσεων και πολλών περιπετειών, το Άγιον Όρος απελευθερώνεται. Στις 18.00 τα πλοία αποπλέουν για Λήμνο, εκτός του «Θύελλα» που σπεύδει προς Ικαρία.
Την επόμενη ημέρα, στις 3 Νοεμβρίου, συνήλθαν σε συνεδρίαση οι αντιπρόσωποι όλων των Μονών, εκτός της Ρωσικής, και υπεγράφη στον κώδικα των πρακτικών της συνεδρίας πράξη, δια της οποίας διαπιστωνόταν η κατάλυση των τουρκικών αρχών. Η επίσημη δε πράξη έγινε στις 5 Νοεμβρίου 1912.


Στις 4 Νοεμβρίου 1912 η Ιερά Κοινότητα αποστέλλει ευχαριστήριο τηλεγράφημα για την απελευθέρωση του Αγίου Όρους στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος και απάντησε ως εξής:
«Ο Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου
Εν Αθήναις τη 25η Νοεμβρίου 1912
Πανοσιολογιώτατοι,
Μετά βαθυτάτης συγκινήσεως αποδεχόμενος τον φιλόστοργον υμών ασπασμόν ευχαριστώ από μέσης καρδίας επί ταις τιμητικαίς εκφράσεσι, δι’ ων με περιβάλλουσι αι υμέτεραι Αγιότητες.
Αντισυγχαίρων δε επί ταίς νίκαις, αίτινες θεία συνάρσει στέψασαι τα ελληνικά όπλα απελύτρωσαν και τους της Αθωνιάδος τόπους, επικαλούμαι τας προς τον Ύψιστον υμετέρας δεήσεις υπέρ της κατά τους κοινούς πόθους περατώσεως του Ιερού αγώνος.
Ελευθέριος Κ.Βενιζέλος».

Πηγές: Δωροθέου Μοναχού, ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ Μύηση στην Ιστορία του και τη Ζωή του, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη
Γράμματα και Άρματα στον Άθωνα, του Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου, σελ. 335-339

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

Οι «εστίες» της Ελληνικής Επανάστασης του 1821- Από που ξεκίνησε


Η «Ελευθερία» ήταν πάντα στο μυαλό των Ελλήνων, παρ' όλο που βρίσκονταν υπό τον τουρκικό ζυγό για 400 χρόνια. Έτσι σιγά σιγά ξεκίνησε η δημιουργία σχεδίου για την απελευθέρωση και την «γέννση» της 25ης Μαρτίου του 1821.

Μπορεί ο στόχος να ήταν η επανάσταση να ξεκινήσει στις 25 Μαρτίου, αλλά πολλοί ήταν οι παράγοντες που σε κάποιες περιοχές η εξέγερση ξεκίνησε λίγο νωρίτερα ή ακόμα και αργότερα. Ωστόσο από τις 21 ως 31 Μαρτίου όποτε και ξεκίνησε η εξέγερση στην Πελοπόννησο και αμέσως μετά σε ένα τμήμα της Στερεάς συνιστούν την κύρια  έναρξη της επανάστασης στην Ελλάδα.

Η σπίθα στην Αγία Λαύρα στα Καλάβρυτα


Η ιστορική μονή της Αγίας Λαύρας στα Καλάβρυτα είναι ο τόπος έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης το 1821. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά το μοναστήρι της περιοχής χρησίμευε ως χώρος συγκέντρωσης προεστών της Αχαΐας και άλλων παραγόντων της Επανάστασης, μεταξύ των οποίων και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Η απόφαση για την επανάσταση είχε ληφθεί και στις 10 Μαρτίου όταν και μαζεύτηκαν στην Αγία Λαύρα (μεταξύ άλλων και οι Ανδρέας Λόντος, Ασημάκης Ζαΐμης, Ασημάκης Φωτήλας, ο επ. Κερνίκης Προκόπιος κ.ά.) από όπου αντάλλαξαν ορισμένες επιστολές με τον Καϊμακάμη, ο οποίος προσπαθούσε να τους πείσει να μεταβούν στην Τρίπολη.

Μετά από μια σύσκεψη ελήφθη η απόφαση ότι πρέπει να αρχίσει η επανάσταση και ουσιαστικά ξεκίνησε η στρατολόγηση στην Πάτρα, απ’ όπου θα άρχιζε η επίθεση για την κατάληψη της πόλης. Το σύνθημα για την έναρξη της επανάστασης μεταδόθηκε και σε άλλες περιοχές, στη Γορτυνία και στην Καρύταινα. Λέγεται μάλιστα ότι στις 21 Μαρτίου συγκεντρώθηκαν και πάλι στην Αγία Λαύρα οι  Θεοχαρόπουλος, Σολιώτης, Παπαδόπουλος, Νίκος και Βασίλης Πετιμεζάς και αφού πήραν ένα μικρό κανόνι που υπήρχε στη Μονή και ως σημαία μια χρυσοκέντητη εικόνα της Παναγίας επιτέθηκαν κατά των Καλαβρύτων. Οι Τούρκοι δεν περίμεναν κάτι τέτοιο και αμέσως παραδόθηκαν.

Στις 25 Μαρτίου 1821 έγινε τελετουργική θρησκευτική κήρυξη της Επανάστασης στη Μονή, όταν ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλόγησε τους συγκεντρωμένους επαναστάτες και ύψωσε το λάβαρο της Επανάστασης στο θόλο του ιστορικού Ναού της Αγίας Λαύρας.

Η συνεισφορά της Υδρας

Ο ρόλος της Υδρας στην επανάσταση του 1821 ήταν τεράστιος. Ο στόλος αποτελούνταν από 186 μικρά και μεγάλα πλοία συνολικής χωρητικότητας 27.736 τόνων δηλαδή ήταν διπλάσιος από αυτόν των Σπετσών που διέθεταν ως δύναμη 64 πλοία συνολικά 15.907 τόνων, ενώ τα Ψαρά είχαν 35 – 40 πλοία και η Κάσος 15.

Ένα χρόνο πριν είχαν ενημερωθεί για την επανάσταση και όταν αυτή κηρύχθηκε στην Πελοπόννησο οι Υδραίοι ήταν σε ετοιμότητα.


Στις Σπέτσες η επανάσταση άρχισε ουσιαστικά στις 26 Μαρτίου, αλλά οι Υδραίοι φάνηκαν διστακτικοί στο να εξεγερθούν αμέσως, θυμούμενοι τις καταστροφές που είχαν πάθει κατά την προηγούμενη αποτυχημένη εξέγερση του 1770 και το γεγονός ότι ο αντίπαλος ήταν δυνατός. Τελικά κήρυξαν την επανάσταση στις 14 Απριλίου 1821, από τον Πλοίαρχο Αντώνιο Οικονόμου.

Ο ρόλος των Σπετσών

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση του 1821 διαδραμάτισαν και οι Σπέτσες. Σύμφωνα με τους ιστορικούς η σημαία της επανάστασης στο νησί υψώθηκε στις 26 Μαρτίου με το στόλο του νησιού να συμμετέχει σε πολλές ναυμαχίες. Μάλιστα την περίοδο αυτή έκαναν την εμφάνισή τους ηρωικά ονόματα όπως οι Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, Ανδρέας Μιαούλης, Χατζηγιάννης Μέξης και Κοσμάς Μπαρμπάτσης. Μαρτυρίες της εποχής αναφέρουν ότι στις 3 Απριλίου του 1821 οι κάτοικοι των Σπετσών επαναστατούν σηκώνοντας τη σημαία τους με τυπωμένες τις λέξεις ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ. Προηγουμένως στις 13 Μαρτίου, έχει γίνει επαναστατική ενέργεια της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας που ύψωσε την δική της επαναστατική σημαία στο κατάρτι του πλοίου της Αγαμέμνων και την χαιρέτησε με κανονιοβολισμούς μπροστά στο Παλιό Λιμάνι των Σπετσών.


Αξίζει να σημειώσουμε πως οι καπετάνιοι των Σπετσών μαζί με τους αυτούς της Ύδρας και κάποιων άλλων νησιών, κράτησαν τη φλόγα ζωντανή. Χωρίς την συμβολή του Ελληνικού Ναυτικού των νησιών αυτών, η έκβαση της Επανάστασης ήταν καταδικασμένη να αποτύχει.

Κομβική η Μάνη

Μερικές από τις πρώτες χρυσές σελίδες της ελληνικής επανάστασης γράφτηκαν στην Καλαμάτα, όπου στις 23 Μαρτίου του 1821 μετά από τέχνασμα των Ελλήνων επαναστατών, οι Τούρκοι τους παρέδωσαν την πόλη χωρίς να προβάλλουν αντίσταση. Ουσιαστικά η επαναστατική κίνηση του 1821 στην Πελοπόννησο ξεκίνησε στη Μάνη την 17η Μαρτίου, με δοξολογία και την ύψωση της πρώτης επαναστατικής σημαίας. Αυτό στάθηκε η αφορμή ώστε αγωνιστές από διάφορες περιοχές να αρχίσουν να συρρέουν στην περιοχή. Οι γραπτές μαρτυρίες κάνουν λόγο ότι οι πρόκριτοι της περιοχής ζήτησαν να ξεκινήσει πρώτη η Μάνη τον αγώνα της απελευθέρωσης, κάτι που ήταν σύμφωνο και με τους σχεδιασμούς της Φιλικής Εταιρείας.



Μάλιστα μετά από πρόσκληση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη πολλοί Μανιάτες οπλαρχηγοί πήγαν στην Τσίμοβα (σήμερα λέγεται Αερόπολη) κι αποφάσισαν την έναρξη του αγώνα κατά των Τούρκων, που οδήγησε στην απελευθέρωση της Καλαμάτας και τη δημιουργία της Μεσσηνιακής Γερουσίας.

Και η Στερεά Ελλάδα στο κόλπο

Η επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1821. Να σημειωθεί ότι στην περιοχή η επανάσταση κηρύχθηκε επίσημα στις 27 Μαρτίου, στη μονή Οσίου Λουκά κοντά στη Λιβαδειά, με παρόντες τους οπλαρχηγούς Αθανάσιο Διάκο και Βασίλη Μπούσγο και αρκετούς προκρίτους.



Κομβικής σημασίας ήταν η νίκη των Ελλήνων στο Χάνι της Γραβιάς λίγο αργότερα και συγκεκριμένα στις 8 Μαΐου του 1821.

Η δράση των Ψαρών

Από τα νησιά που έβαλαν την σφραγίδα στον αγώνα ήταν και τα Ψαρά, όπου στις 10 Απριλίου 1821 ανύψωσαν την επαναστατική τους σημαία. Ωστόσο εκεί τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμεναν, καθώς στις 21 Ιουνίου 1824, αιγυπτιακές δυνάμεις με αρχηγό τον Ιμπραήμ κατέλαβαν το νησί με 140 καράβια και 14.000 γενίτσαρους.


Αυτό είχε ως συνέπεια πάνω από 15.000 κάτοικοι να σφαγιαστούν, πολλά κορίτσια κατέληξαν δούλες σε σκλαβοπάζαρα, ενώ ελάχιστοι ήταν αυτοί που κατόρθωσαν να εγκαταλείψουν το νησί. Στις 22 Ιουνίου του 1824 έγινε το ολοκαύτωμα της Μαύρης Ράχης, όταν η πόλη των Ψαρών έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Όσοι από τους αμάχους πρόλαβαν έφυγαν με τα πλοία. Οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Θ.Κολοκοτρώνης: «Ό,τι κάμομε θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους»



Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνη είναι από πάσης απόψεως ο σημαντικότερος Ελληνες της νεότερης Ελλάδας. Η δράση του και κυρίως τα αποτελέσματα αυτής, «έδωσαν» το πρώτο ενιαίο ελληνικό κράτος.

Κατάυτο τον τρόπο έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακόμα και σήμερα οι ρήσεις του και ειδικά μια «προρρήση» του παππού του, έστω και αν αυτή δεν επιβεβαιώθηκε:

«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση», ανακαλούσε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στην Πνύκα στις 7 Οκτωβρίου 1838, «δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;", αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».

Η εξέχουσα στρατιωτική και πολιτική φυσιογνωμία του 1821, ο πιο αγαπητός αντάρτης, δεν αμφέβαλε ποτέ για τη νικηφόρα έκβαση του εθνικού ξεσηκωμού.

Ένα πράγμα φοβόταν μόνο: τους Έλληνες, τους «προσκυνημένους» όπως τους αποκαλούσε, οι οποίοι σε συνάρτηση και με την επέλαση του Ιμπραήμ έθεταν σε άμεσο κίνδυνο τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα: «Μόνον εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα διά την πατρίδα μου», έλεγε στα απομνημονεύματά του.

Η γέννηση του εθνικού μας ήρωα και η «προφητεία» του παππού του που δεν επιβεβαιώθηκε

Όταν απέτυχε η επανάσταση του 1770, τα λεγόμενα Ορλωφικά, οι Τούρκοι ανελέητα έσφαζαν στο πέρασμά τους τον άμαχο πληθυσμό. Ανάμεσα σε όσους έφευγαν για να γλιτώσουν από το μίσος του κατακτητή ήταν και η μάνα του Θόδωρου Κολοκοτρώνη. Αν και ετοιμόγεννη πήρε το δρόμο προς τη Μεσσηνία μαζί με το υπόλοιπο πλήθος και από εκεί προς το Ραμαβούνι, για να γλυτώσει και εκείνη αλλά και το παιδί που κουβαλούσε στην κοιλιά της.

Στις 3 Απριλίου 1770 την έπιασαν οι πόνοι. Ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο και έφερε στον κόσμο ένα υγιέστατο αγόρι, τον πρωτότοκο γιο του περίφημου αρματολού Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, που είχε πρωτοστατήσει στην υποκινούμενη από τους Ρώσους ένοπλη εξέγερση της Πελοποννήσου το 1770.

Αυτό το αγόρι έμελλε να γίνει ο πιο διάσημος Έλληνας, ο πολέμαρχος Θόδωρος Κολοκοτρώνης. Κάτω από ένα δέντρο φτελιάς είδε για πρώτη φορά το φως του ήλιου και εκείνη ακριβώς τη στιγμή λες κι έκανε μια «μυστική συμφωνία» με το Θεό να «καθαρίσει» τον ελληνικό αέρα.

Ο παππούς του, όταν του έδιναν τα συχαρίκια για τον ερχομό του αρσενικού εγγονού, κουνούσε θλιβερά το κεφάλι του μονολογώντας: «Εάν τύχει και γλυτώσουμε τώρα από το τουρκικό μαχαίρι, αυτό το παιδί θα μεγαλώσει, θα παντρευτεί, θα κάνει παιδιά, αλλά ποτέ ούτε εκείνος ούτε εκείνα δεν θα δουν τη λευτεριά μας». Πόσο έξω έπεσε…

Το παιδί που γεννήθηκε την ώρα της φυγής και της μεγάλης σφαγής, έγινε στρατάρχης του ’21 και πολέμησε για το ύψιστο αγαθό που απολαμβάνουμε εμείς σήμερα: Την ελευθερία!

Γνώρισε νωρίς την ορφάνια. Σε ηλικία 10 ετών, έχασε τον πατέρα του όταν εκείνος σκοτώθηκε από τον κατακτητή, έπειτα από προδοσία τούρκου φίλου του. Μπορεί η μητέρα του, ο ίδιος και τα τέσσερα αδέλφια του να γλίτωσαν τη σφαγή και να κατέφυγαν στη Μάνη αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν για να γλυτώσουν από τους Τούρκους.

Τα χαστούκια που τον πείσμωσαν και η υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του

Μια μέρα που είχε βρέξει πολύ, έμπαινε με το γαϊδουράκι του φορτωμένο ξύλα στη Τρίπολη. Το ζώο γλίστρησε, παραπάτησε σε μια λακκούβα με νερά και πιτσίλισε τα ρούχα διερχόμενων Τούρκων. Ένας από αυτούς αγριεμένος του έδωσε δύο χαστούκια. Ο Κολοκοτρώνης, 13 ετών τότε, τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια και ορκίστηκε μέσα του: αυτό το χαστούκι θα το γυρνούσε. Στην Τρίπολη δεν θα γυρνούσε παρά το 1821, ως στρατηγός των Ελλήνων πια, πορθητής και εκδικητής.

Αν και σχεδόν αγράμματος γνώριζε αρκετά καλά την ιστορία του γένους του. Στα 15 του εισχώρησε στα σώματα των κλεφτών της Πελοποννήσου και λίγο αργότερα, το 1787, οι κάτοικοι του Ακόβου τον διόρισαν οπλαρχηγό της περιοχής.

Σε ηλικία 20 χρονών, παντρεύτηκε τη μικρότερη κόρη του προεστού του Ακόβου, Κατερίνα Καρούσου, και απέκτησε 6 παιδιά (3 γιους και 3 κόρες, ενώ αργότερα φέρεται να απέκτησε άλλον έναν γιο, καρπό της σχέσης του με μια Υδραία). Αγρότης, κτηνοτρόφος και μυλωνάς, ζούσε μία ήρεμη ζωή.

Διακρίθηκε για τη γενναιότητά του και έγινε πρωτοπαλίκαρο, πριν συγκροτήσει δικό του σώμα και αναπτύξει πλούσια δράση. Από το 1797, οι Τούρκοι τον βάζουν στο μάτι και τα επόμενα χρόνια επιδόθηκε σε σφοδρό ανταρτοπόλεμο με τα 60 παλικάρια του. Αποτέλεσμα; Το 1802 εκδόθηκε φιρμάνι από την Υψηλή Πύλη εναντίον του, να σκοτώσουν δηλαδή με κάθε τρόπο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη!

Οι Τούρκοι τον καταδιώκουν και πάντα βρίσκονται καλοθελητές που τον προδίδουν.

Τον Απρίλιο του 1806 φτάνει τελικά στη Ζάκυνθο όπου θα περάσει 15 ολόκληρα χρόνια. Κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1819 έχασε τη γυναίκα του. Επόμενος σταθμός ήταν η Μάνη.

Στις 23 Μαρτίου 1821 ύψωσε μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη το λάβαρο της ελληνικής επανάστασης στην Καλαμάτα και τέθηκε επικεφαλής πολλών ακόμα αγωνιστών, απελευθερώνοντας την πόλη.

Αμέσως μετά έβαλε σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), συμβάλλουν στην ανάδειξή του σε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η Τριπολιτσά είναι και πάλι ελεύθερη, χάρη στις μάχες των Ελλήνων παλικαριών που στάθηκαν σαν δέντρα αγέρωχα μπροστά στον τούρκο εισβολέα.

Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Κολοκοτρώνη στα «Απομνημονεύματά» του για την κατάληψη της Τριπολιτσάς:

«Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: "Άιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί", και διέταξα και το έκοψαν».

Στη μάχη των Δερβενακίων (26-28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων.

Την ίδια στιγμή βέβαια που ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι αγωνιστές δοξάζονταν στα πεδία των μαχών, οι πολιτικοί άντρες θέλησαν να αμφισβητήσουν την εξουσία του. Κάπως έτσι ξεσπά η πρώτη εμφύλια διαμάχη μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών.

Στις 13 Νοεμβρίου 1824, οι πολιτικοί αντίπαλοι του Κολοκοτρώνη σκότωσαν τον γιο του Πάνο. Ο θάνατος του πρωτότοκου γιου του τον καταρράκωσε. Ο Κολοκοτρώνης παραδόθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 1824 για να τερματιστεί ο εμφύλιος. Στις 6 Φεβρουαρίου 1825 φυλακίστηκε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Ύδρας, αν και τον αποφυλάκισαν άρον-άρον το 1825 καθώς ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ.


Στο Ναύπλιο, μετά την αποφυλάκισή του, μίλησε ανεβασμένος σε μια πέτρα στο πλήθος που παραληρούσε: «Έλληνες! Πριν βγω στ’ Ανάπλι, έριξα στη θάλασσα τα πικρά τα περασμένα. Κάντε και σεις το ίδιο. Στο δρόμο που περνάγαμε για να ρθούμε στην εκκλησιά, είδα να σκάβουν κάποιοι άνθρωποι. Ρώτησα και μου είπαν πως σκάβουν να βρούνε κρυμμένο θησαυρό. Εκεί στο λάκκο μέσα ρίξτε και τα μίση τα δικά σας. Έτσι θα βρεθεί κι ο χαμένος θησαυρός».

Την ίδια στιγμή, εκτόξευε φοβέρες στον Ιμπραήμ: «Όχι τα κλαριά να μας κόψεις, όχι τα δένδρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μήτε πέτρα απάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνάμε. Μόνο ένας Έλληνας να μείνει, πάντα θα πολεμούμε. Και μην ελπίζεις πως τη γη μας θα την κάνεις δική σου, βγάλ’ το από το νου σου».

«Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»

Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1827, η Πελοπόννησος εξακολουθούσε να υφίσταται λεηλασίες και καταστροφές από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Οι Έλληνες κατέφευγαν πάντα σε ανταρτοπόλεμο, για τον οποίο παρατηρεί ο Κολοκοτρώνης στα «Απομνημονεύματά» του: «O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».

Οι εξαντλημένοι Πελοποννήσιοι συνέχιζαν την αντίσταση όπως μπορούσαν και τότε ο Ιμπραήμ εφάρμοσε τη μέθοδο του μαζικού προσκυνήματος. «Προσκύνημα» ονομαζόταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η δήλωση υποταγής μεμονωμένων ατόμων ή ολόκληρων ομάδων (ή ακόμα και περιοχών) προς τον κατακτητή, εναντίον του οποίου είχαν προηγουμένως εξεγερθεί. Η αποδοχή της υποταγής εκφραζόταν έμπρακτα από τους Τούρκους με χορήγηση στους προσκυνημένους ειδικού πιστοποιητικού, γνωστού ως «προσκυνοχάρτι». Έτσι οι επαναστατημένοι επανέρχονταν στην κατάσταση του νομιμόφρονα υπηκόου.

Σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες, ο Κολοκοτρώνης με το σύνθημα «Φωτιά στα σπίτια και τσεκούρι στην περιουσία και το λαιμό εκείνων που κάνουν τα χατίρια των Τούρκων. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!», εξαπέλυσε φόβο και τρόμο στους προσκυνημένους και αναζωπύρωσε τη σπίθα μίας επανάστασης που έδειχνε ετοιμοθάνατη.

Η δίκη και φυλάκιση

Ο Κολοκοτρώνης δεν σταμάτησε να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά πράγματα της εποχής έως και το τέλος της Επανάστασης.

Ένθερμος οπαδός της πολιτικής του Καποδίστρια, πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την ενθρόνιση του Όθωνα αν και με την έλευση του τελευταίου, στις 30 Ιανουαρίου 1832, έγινε στόχος συκοφαντιών και ραδιουργιών εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων.

Η σκευωρία που στήθηκε εναντίον του κατέληξε τελικά στο να κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία και να συλληφθεί στις 6 Σεπτεμβρίου 1833 από κοινού με τους Πλαπούτα, Τζαβέλα, Νικηταρά και άλλους στρατιωτικούς ηγέτες με την κατηγορία ότι προετοίμαζαν συνομωσία εναντίον του ανήλικου βασιλιά και της κυβέρνησής του.

Η διαβόητη δίκη άρχισε στο Ναύπλιο στις 30 Απριλίου 1834 και διήρκησε μέχρι τις 26 Μαΐου. Όσον αφορά στις βαρύτατες κατηγορίες επρόκειτο περισσότερο για αοριστίες που δεν θεμελίωναν νομικά την παραπομπή των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα, πόσο μάλιστα για εσχάτη προδοσία.

Η εμφάνιση του Κολοκοτρώνη στο εδώλιο του κατηγορουμένου συγκλόνισε το ακροατήριο. Ερωτηθείς ο Γέρος του Μοριά «τι επάγγελμα έχεις;», έδωσε την ιστορική απάντηση: «Στρατιωτικός. Κρατάω σαράντα εννιά χρόνους στο χέρι το ντουφέκι και πολεμώ για την πατρίδα». Το δέος απαθανατίστηκε ακόμα και στο πρόσωπο των εχθρών του οπλαρχηγού.


Ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας καταδικάστηκαν σε θάνατο και φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι. Ο Γέρος ήταν 64 ετών. Λίγο αργότερα η ποινή του μετατράπηκε σε εικοσαετή κάθειρξη από τον βασιλιά, με τον Κολοκοτρώνη να υποδέχεται τα νέα της μετατροπής της ποινής του ως εξής: «Θα γελάσω τον βασιλιά! Δεν θα ζήσω τόσους (χρόνους)!»…

Το τέλος ενός Μεγάλου άντρα

Τον Μάιο του 1835, μετά την ενηλικίωση του Όθωνα, ο Κολοκοτρώνης έλαβε βασιλική χάρη και αποφυλακίστηκε. Αποκαμωμένος και εξουθενωμένος από τις άθλιες συνθήκες κράτησης αλλά και την ταπείνωση κατέφυγε στην Αθήνα. Τιμήθηκε με τον βαθμό του στρατηγού, διορίστηκε σύμβουλος Επικρατείας, βραβεύτηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος, ορίστηκε μέλος της επιτροπής για την ανέγερση του Πανεπιστημίου Αθηνών και στάθηκε πιστός σύμβουλος του Όθωνα.


Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 Φεβρουαρίου 1843, σε ηλικία 73 ετών από εγκεφαλικό επεισόδιο. Αφού στεφάνωσε τον γιο του και ευθύμησε στον γάμο του, πήγε στις 3 Φεβρουαρίου, στον βασιλικό χορό, φανερά ευδιάθετος, όπου και αστειεύτηκε με τους παλιούς του συντρόφους, συνομίλησε με τον Όθωνα και ήπιε άφθονο κρασί. Κάποια στιγμή παρακάλεσε τον βασιλιά να διατάξει τους μουσικούς να παίξουν ελληνικούς χορούς. Τα δημοτικά τραγούδια αντήχησαν στα σαλόνια του παλατιού. Γύρω στα μεσάνυχτα «επέστρεψεν χαίρων εις την οικίαν του, κατεκλίθη εις την στρώμνην του, όπου κοιμόμενον τον προσέβαλεν η αποπληξία» (εφημερίδα «Αιών»).

Ήταν ένας από τους λίγους Κολοκοτρωναίους που πέθανε στο κρεβάτι και όχι στη μάχη. Ίσως γιατί γεννήθηκε πάνω σε μάχη.

Πριν «φύγει» υπαγόρευσε τα απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη τα οποία εκδόθηκαν το 1846 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και είναι μια ανεκτίμητη πηγή της Εθνικής μας Ιστορίας, που φωτίζει γεγονότα της επανάστασης του 1821.

«Είδα τότε ότι, ό,τι κάμομε, θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους»

ΑΓΑΛΜΑ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

Ο Κολοκοτρώνης θεωρούσε πάντα πως οι Έλληνες έχουν χρέος να πολεμήσουν μόνοι τους για την ανεξαρτησία τους. Εξάλλου αντιμετώπιζε με δυσπιστία την ανάμειξη των ξένων δυνάμεων στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας, πιστεύοντας πως αυτή γινόταν πρωτίστως για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.

«Ό,τι κάμομε θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους» έλεγε και ξαναέλεγε κρατώντας έτσι υψηλό το σθένος και το φρόνημα των Ελλήνων. Για αυτό και πάντα τους αποκαλούσε Έλληνες, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να τους κάνει να συνειδητοποιήσουν την ιστορία τους αλλά και την υψηλή αποστολή που έχουν για τη σωτηρία ολόκληρου του ελληνικού έθνους.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

25 Μαρτίου: Η Επανάσταση για την Αγία Πίστη του Χριστού


Tου Πρεσβυτέρου Νικολάου Δαλαγιώργου
Είναι νομίζω επιβεβλημένο να αντιπαραβάλλουμε την ζωή μας σήμερα, τα πιστεύω μας, με την ζωή και τα πιστεύω των ηρώων της Πατρίδας μας διότι έχει λεχθεί από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, ότι «χωρίς Εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα στην ζωή σας» και τα χείλι του Κυρίου μας δεν ψεύδονται ποτέ.



Για να θυμηθούμε λίγο την ιστορία που μας διδάσκει πάρα πολύ σοφά ότι όταν «ο Θεός μεθ’ ημών ουδείς καθ’ ημών»:

«…Ως Χριστιανός ορθόδοξος και υιός της ημετέρας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ορκίζομαι …να διαμείνω πιστός εις την Θρησκείαν μου και εις την Πατρίδα μου. Ορκίζομαι να χύσω και αυτήν την υστέρα ρανίδα του αίματός μου υπέρ της Θρησκείας και της Πατρίδος μου. Να χύσω το αίμα μου, ίνα νικήσω τους εχθρούς της Θρησκείας μου η να αποθάνω ως Μάρτυς διά τον Ιησούν Χριστόν…».
(Ο όρκος των Ιερολοχιτών)

«Είναι θέλημα Θεού. Είναι κοντά μας και βοηθάει, γιατί πολεμάμε για την πίστι μας, για την πατρίδα μας, για τους γέρους γονιούς, για τα αδύνατα παιδιά μας, για την ζωή μας, την λευτεριά μας… Και όταν ο δίκαιος Θεός μας βοηθάει ποιος εχθρός ημπορεί να μας κάνει καλά…;».
(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

«Νέοι, πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ ΠΙΣΤΕΩΣ και έπειτα υπέρ ΠΑΤΡΙΔΟΣ…»
(Θ. Κολοκοτρώνης)

«Έκατσα που εσκαπέτισαν με τα μπαιράκια τους απεκατέβηκα κάτω. Ήταν μια εκκλησία εις τον δρόμον, η Παναγία στο Χρυσοβίτσι, και το καθησιό μου ήτο όπου έκλαιγα την Ελλάς… Σίμωσα, έδεσα το άλογό μου σ’ ένα δένδρο, μπήκα μέσα και γονάτισα. Παναγία μου είπα από τα βάθη της καρδιάς μου και τα μάτια μου δάκρυσαν. Παναγία μου βοήθησε και τούτη τη φορά τους Έλληνες να ψυχωθούν. Έκανα το Σταυρό μου, ασπάσθηκα την εικόνα της, βγήκα από το εκκλησάκι, πήδηξα στο άλογό μου και έφυγα. Σε λίγο μπροστά μου ξεπετάγονταν οχτώ αρματωμένοι, ο εξάδελφός μου ο Αντώνης Κολοκοτρώνης και επτά ανήψια του.
– Κανείς δεν είναι στην Πιάνα, μου είπε ο Αντώνης. Ούτε στην Αλωνίσταινα. Είναι φευγάτοι. – Ας μη είναι κανείς αποκρίθηκα. Ο τόπος σε λίγο θα γιομίση παλληκάρια… Ο Θεός υπέγραψε την λευτεριά της Ελλάδος και δεν θα πάρη πίσω την υπογραφή του».
(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

«ΙΔΟΥ ο Θεός μεθ’ ημών, ος επάταξεν έθνη πολλά και απέκτεινε βασιλείς κραταιούς. Ο Παντοκράτωρ Θεός δεν μας αφήνει εις την διάκρισιν του εχθρού. Αλλά είναι σύμμαχός μας, καθώς πολλάκις το είδομεν και άμποτε εις το εξής διά της δυνάμεως του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και διά της ενεργείας και γενναιότητος σας να αφανισθή ο εχθρός εξ ολοκλήρου…».
(Π. Μαυρομιχάλης προς τον Θ.Κολοκοτρώνη)

«…Έλληνες ποτέ μην ξεχνάτε το χρέος σε Θεό και σε Πατρίδα! Σ’ αυτά τα δύο σας εξορκίζω η να νικήσουμε η να πεθάνουμε κάτω από την Σημαία του Χριστού»
(Γρηγόριος – Δικαίος Παπαφλέσσας)

Διαβάστε εδώ:  Ευαγγελισμός της Θεοτόκου: Λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
«Όταν σηκώσαμεν την σημαίαν εναντίον της τυραγνίας ξέραμεν ότι είναι πολλοί αυτείνοι και μαχητικοί κι’ έχουν και κανόνια κι’ όλα τα μέσα. Εμείς σε ούλα είμαστε αδύνατοι. Όμως ο Θεός φυλάγει και τους αδύνατους, κι’ αν πεθάνωμεν πεθαίνομεν διά την Πατρίδα μας, διά την Θρησκείαν μας και πολεμούμεν όσο μπορούμε εναντίον της τυραγνίας κι’ ο Θεός βοηθός…».
(Στρατηγός Μακρυγιάννης)

«Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη ειςτήν θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν». «…Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι’ αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι, όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμε κι’ όλοι μαζί και να μη λέγη ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστή μόνος του και φκειάση, η χαλάση, να λέγη εγώ, όταν όμως αγωνίζονται πολλοί να φκειάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» κι’ όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκειάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί….».
(Ιω. Μακρυγιάννης)

«Μία δύναμις με άρπαξε από την λιτανεία πριν φύγουμε από τα Ψαρά για την Χίο. Μία δύναμις θεική με γιγάντωσε… Αυτή η θεία δύναμίς μου έδωσε θάρρος διά να φθάσω με το πυρπολικό μου στην Τουρκική Ναυαρχίδα… Οι Τούρκοι ήταν τόσοι ώστε εάν επτυον επάνω μας θα μας έπνιγαν αναμφιβόλως… Εις το όνομά του Κυρίου φώναξα εκείνη τη στιγμή. Έκανα τον Σταυρό μου και πήδηξα στη βάρκα. Οι φλόγες του πυρπολικού μεταδόθηκαν στην Ναυαρχίδα που τινάχθηκε στον αέρα και παρέσυρε στον θάνατο χιλιάδες Τούρκους…».
(Κωνσταντίνος Κανάρης)

«Κι’ όσο αγαπώ την πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας. Ναρθή ένας να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στρέγομαι να μου βγάλη και τα δυό μου μάτια. Ότι αν είμαι στραβός, και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει, αν η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια νάχω, στραβός θανά είμαι. Ότι σ΄αυτείνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπό να πάγω αλλού».
(Ιω. Μακρυγιάννης)

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

25 Μαρτίου: Η ιστορική απολογία του Κολοκοτρώνη


Η επέτειος της 25ης Μαρτίου πλησιάζει και στο μυαλό των Ελλήνων που τα τελευταία επτά χρόνια δοκιμάζονται σκληρά από τα προδοτικά μνημόνια, έρχονται οι ένδοξες ημέρες και ιστορικές ημέρες της επανάστασης του 1821 και οι ήρωές της, με πρώτον απ’ όλους, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Στις 20 Μαρτίου του 1834, δικάστηκαν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Δημήτρης Πλαπούτας …ως συνωμότες και η κατηγορία που αντιμετώπιζαν ήταν αυτή της εσχάτης προδοσίας!

Η πραγματική αιτία ήταν ότι οι Άγγλοι ήθελαν να “αποδομήσουν” τον Γέρο του Μοριά που που θεωρούνταν “ρωσόφιλος”. Βρήκαν εύκολα εγχώριους “υπερπατριώτες” και τον έστειλαν κατηγορούμενο, μαζί με τον Πλαπούτα!

Η απολογία του Κολοκοτρώνη όπως καταγράφεται από το ΓΕΣ και από το βιβλίο του ταξίαρχου Γεωργίου Καραμπατσόλη «Η δίκη των στρατηγών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα».

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ορκίζομαι να είπω την αλήθεια και μόνη την αλήθεια εις ό,τι ερωτηθώ.
Ορκίζομαι. (Κάθονται όλοι στις θέσεις τους).

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πώς ονομάζεσαι;
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Από πού κατάγεσαι;
Από το Λιμποβίσι της Καρύταινας.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πόσων ετών είσαι;
Εξήντα τέσσερων.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι επάγγελμα κάνεις;
Στρατιωτικός. Στρατιώτης ήμουνα. Κράταγα επί 49 χρόνια στο χέρι το ντουφέκι και πολεμούσα νύχτα μέρα για την πατρίδα. Πείνασα, δίψασα, δεν κοιμήθηκα μια ζωή. Είδα τους συγγενείς μου να πεθαίνουν, τ΄ αδέρφια μου να τυραννιούνται και τα παιδιά μου να ξεψυχάνε μπροστά μου. Μα δε δείλιασα. Πίστευα πως ο Θεός είχε βάλει την υπογραφή του για τη λευτεριά μας και πως δεν θα την έπαιρνε πίσω.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι απολογείσαι για την κατηγορία που σου αποδίδεται;
Τον απερασμένο Ιούλη διάηκα στην Τριπολιτσά για να στεφανώσω εν’ αντρόγενο. Από κεί τράβηξα, μαζί με τη νύφη μου, για το μοναστήρι της Άγια-Μονής. Την παραμονή της Παναγιάς ήρθε κι ο Ρώμας στην Καρύταινα όπου καθίσαμε κάνα δυο μέρες. Έπειτα ο Ρώμας έφυγε κι εγώ γύρισα στην Τριπολιτσά στις 18 τ’ Αυγούστου.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είχες προηγουμένως άλλες συναντήσεις με το Ρώμα;
Δεν είχα πριν καμία συνάντηση μαζί του. Τον αντάμωσα για πρώτη φορά στην Τριπολιτσά. Μακριές ομιλίες δεν είχαμε. Τρώγαμε όμως μαζί.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και τι λέγατε;
Τα συνηθισμένα όπου λένε οι άνθρωποι όταν τρώνε αντάμα ψωμί.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν είχες την περιέργεια να ρωτήσεις τον Ρώμα για τα όσα διέδιδε περί Αντιβασιλείας;
Καμία περιέργεια δεν έβαλα στο νου μου.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον άλλον καιρό τι έκανες στην Τριπολιτσά;
Πάγαινα στο παζάρι. Σύναζα τους χωριάτες και τους μίλαγα επειδής ήτανε ερεθισμένοι από κείνους τους διαβόλους τα νόμιστρα. Τους έλεγα: «Βρε τσομπάνηδες, τι πλερώνατε τον καιρό της τουρκιάς και τι πλερώνετε τώρα; Δεν πλερώνετε τώρα λιγότερα απ’ τον καιρό της τουρκιάς;». Και τους τ’ απόδειχνα με παραδείγματα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον πρίγκιπα Μπρέντ τον γνωρίζεις;
Ναι, τον γνωρίζω. Ήρθε μάλιστα στην Τριπολιτσά για να δη το Ρώμα. Σα μπατζανάκης του που είναι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι παράγγειλες μ’ αυτόν στο γιο σου το Γενναίο στ΄ Ανάπλι;
Τίποτα. Ούτε είχα και τίποτα να του παραγγείλω.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ποιοι άλλοι ήταν τότε στην Τριπολιτσά;
Ο Νικηταράς και Πλαπούτας που είχανε έρθει απ’ τα χωριά τους.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι άκουσες περί μιας αναφοράς εναντίον της Αντιβασιλείας και των Βαυαρών;
Δεν άκουσα τίποτα ούτε και μου μίλησε ποτέ κανείς για καμία τέτοια ανα-φορά.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν άκουσες τίποτα;
Όχι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Γνωρίζεις τους ληστές Κοντοβουνήσιο, Μπαλκανά και Καπογιάννη;
Τον Κοντοβουνήσιο τον γνωρίζω απ’ τον εμφύλιο πόλεμο. Ο Μπαλκανάς ήτανε γουρνοβοσκός. Τον κατάτρεχα. Δυο φορές μου ‘φυγε απ’ τα σίδερα. Τον Καπογιάννη δεν τον γνωρίζω.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον γραμματικό του Κοντοβουνίσιου, Χρήστο Νικολάου, τον ξέρεις;
Ναι. Είν’ ένα ξόανο παιδαρέλι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον Αλωνιστιώτη τον γνωρίζεις;
Τον γνωρίζω, είναι μάλιστα και συγγενής μου.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ήξερες πως θα πήγαινε στη Λιβαδειά;
Όχι, δεν το ήξερα. Απ’ τον κόσμο το άκουσα πως πήγε.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν τον είχες δει προηγουμένως;
Όχι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: (Δείχνοντάς το). Είναι αληθινό αυτό το γράμμα του Υπουργού των Εξωτερικών της Ρωσίας προς εσένα;
Ναι, είναι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πώς πήρε αφορμή να σου γράψει ο Ρώσος υπουργός;
Ήταν απάντηση σ’ ένα δικό μου γράμμα. Πήρ’ αφορμή για να του γράψω από τούτο δω το περιστατικό: Άμα ήρθε ο Βασιλιάς μας, ο πρεσβευτής της Ρωσίας Ρούκμαν άφησε ένα γράμμα του στο περιβόλι μου συστήνοντάς με στους Ρώσους καπετάνιους του Αιγαίου. Γι’ αυτό έκαμα κι εγώ ένα ίδιο γράμμα συστήνοντας αυτόν και το ναύαρχό τους Ρίκορντ σε δικούς μας. Δε μου πέρασε η ιδέα πως αυτό βλάφτει είτε είν’ εμποδισμένο. Τόκαμα από λεπτότητα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι άλλο έγραφες σ’ αυτό το γράμμα;
Τίποτις άλλο απ’ τη σύσταση. Όσο για το γράμμα που έλαβα έλεγε ν’ αγαπούμε το βασιλιά μας και τη θρησκεία μας. Άλλο δε θυμούμαι. Σ’ αυτό φαίνεται τι μου γράφει ο Ρώσος υπουργός, φανερώνοντας έτσι με ποιο πνεύμα τούγραψα κι εγώ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πότε έφυγες για τελευταία φορά από δω;
Δε θυμάμαι καλά. Θαρρώ στις αρχές του Ιούλη. Ήτανε η πρώτη φορά που ‘φυγα από όταν ήρθε ο βασιλιάς.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και γιατί έφυγες;
Η αιτία όπου μ’ έκανε ν’ αφήσω την εδώ ήσυχη ζωή μου είναι, πρώτο γιατί εγώ είμαι βουνίσιος και με πειράζει η ζέστη, δεύτερο για να στεφανώσω ένα αντρόγενο και τρίτο γιατί μούγραψε ο γιος μου ο Γενναίος μην αρρωστήσω και γι’ αυτό καθόμουνα στην Τριπολιτσά για τον καθαρό αέρα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και σ’ όσους ερχόντουσαν να σε ιδούν τι τους έλεγες;
Τους συμβούλευα, καθώς έκανα και στην Άγια-Μονή, όπου έβαλα λόγο γι’ αυτό.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έχεις άλλο τίποτα να πεις για όσα σε κατηγορούν;
Τούτω δω μονάχα. Μετά το φόνο του Κυβερνήτη η Πατρίδα ήτανε χωρισμένη στα δύο. Εγώ άμα έμαθα το διορισμό του Βασιλιά, έκαμα τη σημαία του και σύναξα κι όλους τους φίλους μου και κάμαμε μιαν αναφορά στη Βαυαρία φανερώνοντας την αφοσίωσή μας. Όταν ήρθ’ ο Βασιλιάς σκόρπισα τους ανθρώπους μου κι ησύχασα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τότε, γιατί αντενέργησες στο βασιλιά σου και στην Αντιβασιλεία.
Εγώ ν’ αντενεργήσω; Μα δε ξέρετε λοιπόν κι εσείς οι ίδιοι κι όλοι οι Έλληνες πόσο πάσκισα στον καιρό του σηκωμού ν’ αποχτήσει το έθνος κεφαλή και να μου λείψουν οι φροντίδες; Άμα ο Θεός μου ‘δωσε Βασιλέα, εγώ είπα σ’ όλους τους φίλους μου: «Τώρα είμ’ ευτυχισμένος. Θα κρεμάσω την κάπα μου στον κρεμανταλά και θα πλαγιάσω στην καλύβα μου ν’ αποθάνω ήσυχος κι ευχαριστημένος».

Αυτά είπε ο Γέρος και κάθισε στον πάγκο του, ενώ στην αίθουσα απλώθηκε βαθιά σιωπή και αγωνία.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

25 Μαρτίου: Το νόημα και η σημασία της Εθνικής Επετείου


του Αρχιμ. Γρηγορίου Κωνσταντίνου Διδάκτωρος Θεολογίας
“Ο Άγγελος εστάθηκε διπλώνει τα φτερά του,
ξύπνα ταράξου μη φοβού, χαίρε, παρθένε χαίρε
ο κύριός μου είναι με σε, χαίρε, Μαρία χαίρε”.
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

“Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά
ένα κτύπαε τ’ άλλο χέρι
από την απελπισιά.”
Διονύσιος Σολωμός

Μέσα στην ανθοστόλιστη άνοιξη της φύσης γιορτάζουμε χαρούμενοι και εθνικά υπερήφανοι με υψωμένα τα λάβαρα της νίκης, την άνοιξη της λευτεριάς μας. Απ’ άκρη σ’ άκρη όλη η Ελλάδα θα γιορτάσει για μια ακόμη φορά τη μεγάλη επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821, την ημέρα της έναρξης του μεγάλου, ηρωικού και αιματηρού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των γενναίων προγόνων μας για την αποτίναξη του βάρβαρου και καταθλιπτικού τουρκικού ζυγού.

Όσο και αν κυλούν τα χρόνια, η μέρα αυτή θα στέκεται, πάντα, σαν ένα φωτεινό ορόσημο, σαν ένα μαγικό αστέρι, για να μας δείχνει το δρόμο του εθνικού χρέους, να μας εμπνέει το ιδανικό της ελευθερίας και να μας θυμίζει τη διπλή μας λύτρωση από τα δεσμά της σκλαβιάς και της αμαρτίας. Διπλή, μοναδική γιορτή γιορτάζουν όλοι οι Έλληνες στα πέρατα του κόσμου. Η 25η Μαρτίου μας θυμίζει το τέλος δυο δραμάτων. Πανανθρώπινο το ένα, εθνικό το άλλο. Χαράς ευαγγέλια για τον χριστιανό που έλαβε το μήνυμα του Θεού για την λύτρωσή του από την αμαρτία και χαράς ευαγγέλια για τον έλληνα ραγιά που πήρε το μήνυμα της απελευθέρωσής του από τον ανελέητο τουρκικό ζυγό.

Έτσι η 25η Μαρτίου είναι μια λαμπρή μέρα της πατρίδας μας και της θρησκείας μας: «Έχουνε σχόλη η Παναγιά και η Ελλάς μεγάλη, η μια τον κρίνο δέχεται, δάφνης κλωνάρι η άλλη», τραγουδάει ο ποιητής. Η φαντασία μας πλανιέται την ημέρα αυτή από την Μυροβόλο Ναζαρέτ ως την τρισένδοξη αγία Λαύρα. Στην πρώτη ακούμε τον αρχάγγελο με το χαρμόσυνο μήνυμα και στη δεύτερη, τα γενναία μας παλικάρια, να ορκίζονται ενώπιον Θεού και ανθρώπων: «Ελευθερία η θάνατος». Ήταν το ξέσπασμα μιας θείας επιταγής η κραυγή αυτή, που έβγαινε εκείνη τη στιγμή, μέσα από τον πόνο και δυστυχία από το πυκνό σκοτάδι της μακρόχρονης σκλαβιάς.

Αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα ότι κάθε λαός, για να ζήσει και να διατηρηθεί στο προσκήνιο της ιστορίας πρέπει να συνδέεται αναπόσπαστα με την κληρονομιά των προγόνων του, διαφορετικά λαοί που δεν έχουν μνήμη γρήγορα χάνονται και εξαφανίζονται από την ιστορία. Ο Έλληνας όμως έχει βαθιά ριζωμένη μέσα του την κληρονομιά των προγόνων του και απόδειξη το μεγαλειώδες γεγονός του ξεσηκωμού του μετά από τα τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς και καταφρόνιας.

Τούτη τη χρονιά συμπληρώνονται 195 χρόνια αφ’ ότου ξύπνησε μέσα στην ψυχή των σκλαβωμένων αδελφών μας ιερός πόθος της λευτεριάς για να ριχτούν όλοι στον αγώνα, «Για του Χριστού την πίστη την Αγία και της πατρίδας την ελευθερία». Αυτό ήταν σύνθημα του αγώνα των σκλαβωμένων ραγιάδων, το ίδιο συμβολίζει και ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου, που είναι για μας όλους η εθνική κολυμβήθρα, στην οποία βαπτίζεται το έθνος μας συνεχίζοντας τη θριαμβευτική και νικηφόρα πορεία του. Πολλές φορές στη μακρόχρονη ιστορία της τούτη η μικρή γωνιά της γης με το γαλάζιο ουρανό της και τα δαντελωτά της ακρογιαλιά, δέχτηκε τις βάρβαρες επιθέσεις λαών, που ονειρεύτηκαν να γίνουν κοσμοκράτορες. Πέρσες, Ρωμαίοι, Τούρκοι, Βούλγαροι, Ιταλοί, Γερμανοί, ξεπουλήθηκαν σα θεϊκή μάστιγα και από καιρό σε καιρό έπαιξαν το ρόλο του αφέντη και προσπάθησαν να κάνουν ραγιά το λαό μας. Στη χώρα όμως που γεννήθηκε και μεγαλούργησε η δημοκρατία βλαστάνει και το δέντρο της λευτεριάς. Η εθνική πείρα των Ελλήνων έχει δημιουργήσει σ’ αυτούς την πεποίθηση, πως όσα η ψυχρή λογική θεωρεί αδύνατα, γι’ αυτούς είναι κατορθωτά. Η 25η Μαρτίου υπήρξε ένα τέτοιο μεγαλειώδες γεγονός ένα θαύμα, που έκαμε ολόκληρη την ανθρωπότητα να στραφεί προς το χιλιοβασανισμένο, αλλά ένδοξο αυτό τόπο την ελληνική γη.

Οι λαοί της Ευρώπης είχαν λησμονήσει ότι μια χούφτα ανθρώπων ανέπνεαν ακόμη σκορπισμένοι πάνω σ’ αυτή τη γη που δεν είχε πλέον γι’ αυτούς τίποτα άλλο παρά μόνο παρελθόν, ένα ένδοξο παρελθόν χαμένο στα βάθη της ιστορίας, που ακτινοβολούσε όμως ακόμα προς όλα τα σημεία της οικουμένης. Δεν έβλεπαν πλέον σ’ αυτή τη γη ούτε παρόν ούτε μέλλον. Αυτό είναι το σημείο από το οποίο αρχίζει το μεγαλούργημα του 21 που δημιούργησε η αδούλωτη ελληνική ψυχή. Μόνο στη φιλελεύθερη κληρονομιά μας, που είναι χαρακτηριστικό της φυλής μας, μπορούμε να στηρίξουμε την παράτολμη απόφαση του ξεσηκωμού. «Εμείς αν δεν ήμασταν τρελοί, δεν κάναμε την επανάσταση» γράφει Κολοκοτρώνης. Και σε κάποιο άλλο σημείο επίσης μας λέει: «Όταν αποφασίσαμε να κάνουμε την επανάσταση δεν συλλογιστήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχουμε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι ε βαστούσαν τα κάστρα και τις πόλεις, αλλά ως μια βροχή έπεσε σ’ όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι και οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι έμποροι, μικρή και μεγάλοι, όλοι ε συμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και κάμαμε την επανάσταση».

Η επανάσταση λοιπόν δεν ήταν αποτέλεσμα της λογικής. Ήταν ενθουσιασμός, φλόγα, αγάπη για την λευτεριά και την πατρίδα. Βασίστηκε στην ακράδαντη πίστη πως ο Θεός, που είναι αληθινός και δίκαιος, θα βοηθήσει των αγώνα τους, γιατί ήταν τίμιος, αγώνας σωτηρίας, αγώνας κατά των απίστων. Δεν τους φοβίζει ο παγωμένος βοριάς που σαρώνει την Ευρώπη και κοκαλώνει κάθε φιλελεύθερο και δημοκρατικό κίνημα. Και δε σκέφτηκαν το φοβερό Μέτερνιχ, ρυθμιστή της πολιτικής των αυτοκρατοριών της Ευρώπης που ήταν φίλος και υποστηρικτής της Τουρκίας.

Το τραγούδι του Ρήγα «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή» έγινε σπόρος που βλάστησε στην ψυχή κάθε Ραγιά, έδιωξε το φόβο κι έδωσε τη δύναμη για μεγάλη απόφαση. Λευτεριά ή θάνατος. Σείστηκε το μνήμα του Ραγιά. Ξεπετάχτηκε η ψυχή του σκλάβου ξανανιωμένη και σαν πρώτα ανδρειωμένη, για να διαλαλήσει «Εγώ είμαι η ακατάλυτη ψυχή των Σαλαμίνων στην Επτάλοφη έφερα το σπαθί των Ελλήνων δε χάνομαι στα τάρταρα, μονάχα ξαποσταίνω στη ζωή ξαναφαίνομαι και λαούς ανασταίνω».

Όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες δίδαξαν με τις πράξεις τους, τις θυσίες τους και τις προσφορές τους ότι η νίκη δεν ανήκει πάντα στους πολλούς, ούτε στους τέλειους εξοπλισμούς. Ανήκει σ’ αυτούς που έχουν το δίκιο, γιατί αυτούς προστατεύει ο Θεός. Ανήκει σ’ αυτούς που έχουν τη δύναμη να αψηφούν το θάνατο και να προσφέρουν τη ζωή τους θυσία στο Θεό και στην Πατρίδα. Αυτούς τους ήρωες τιμούμε σήμερα. Το 21 ολοένα βγαίνει από την αιωνόβια Εθνική μας παράδοση. Δεν υπάρχει τίποτα το ξενικό μέσα στο μεγάλο του Γένους ξεσηκωμό.

Είναι αδύνατο με λόγια να αποδοθεί ένα μεγαλούργημα, μια ασύγκριτη σε δράση και δόξα ιστορική εποχή, ένα θαύμα όπως είναι το μεγαλείο του 21. Κάθε λέξη είναι φτωχή και κάθε φωνή είναι ψίθυρος απαλός, που μόλις χαϊδεύει τις γρανιτώδεις ψυχές εκείνων, που τίμησαν με το αίμα τους το δέντρο της λευτεριάς.
Ας στρέψουμε λοιπόν όλοι εμείς τούτη την ημέρα ευγνώμονα τη σκέψη μας προς όλους εκείνους που θυσιάστηκαν ποτίζοντας με το αίμα τους τον ιερό αγώνα της λευτεριάς αναφωνώντας όλοι μαζί τα λόγια του εθνικού μας ποιητή.

«Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε ω χαίρε ελευθεριά».

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018

Γ. Παπαμελετίου: Ποιος ήταν ο Διοικητής των Καταδρομέων που ήγηθηκε της επιχείρησης «Νίκη» τον Ιούλιο του ΄74


Την Τρίτη στις 14:00 το μεσημέρι ο ταξίαρχος ε.α. Γιώργος Παπαμελετίου, διοικητής των Ελλήνων καταδρομέων που το 1974 βρέθηκαν στη Κύπρο δίνοντας άνιση μάχη με τους Τούρκους εισβολείς θα οδηγηθεί στην τελευταία του κατοικία.

Η νεκρώσιμος ακολουθία θα ψαλεί στον ιερό Ναό Ευαγγελίστριας στον Ασπρόπυργο.

Ο Γ. Παπαμελετίου σε μια περίοδο ντροπής για τον ελληνισμό, μπόρεσε να διασώσει την αξιοπρέπεια της Ελλάδας, αναλαμβάνοντας την αποστολή αυτοκτονίας στη Κύπρο την επόμενη ημέρα της τουρκικής εισβολής με την επιχείρηση «Νίκη». Είχε γεννηθεί το 1931 και αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1954. Υπηρέτησε στις Δυνάμεις Καταδρομών ενώ ήταν από τους πρώτους Έλληνες αλεξιπτωτιστές. Η πατρίδα το 1983… τον «επιβράβευσε» με την αποστρατεία του στον βαθμό του Ταξιάρχου, καθώς έπρεπε να ανελιχθούν άλλοι.


Χωρίς προειδοποίηση

Την επόμενη μέρα της τουρκικής εισβολής στη Κύπρο και ενώ χούντα του Ιωαννίδη να βρίσκεται υπό κατάρρευση, το καθεστώς αποφασίζει να στείλει στη Μεγαλόνησο μία Μοίρα Καταδρομών. Αρχικώς το σχέδιο προέβλεπε την αποστολή των καταδρομέων με αεροσκάφη της Ολυμπιακής Αεροπορίας, αλλά αυτό όπως έγινε αντιληπτό δεν ήταν εφικτό καθώς ο εναέριος χώρος της Κύπρου είχε κλείσει για όλες τις πτήσεις των πολιτικών αεροσκαφών. Ο τραγικός κλήρος της θυσίας έπεσε στη Α’ Μοίρα Καταδρομών που έδρευε στο Μάλεμε της Κρήτης με διοικητή τον Γιώργο Παπαμελετίου.

Ο Παπαμελετίου σε συνέντευξη του είχε  δηλώσει ότι η μονάδα του δεν ήταν ειδικά εκπαιδευμένη για να σταλεί στη Κύπρο και η αποστολή της ήταν η άμυνα των νησιών του Αιγαίου. «Αργά στις 21 Ιουλίου» δήλωσε «επικοινώνησε ο Διοικητής Καταδρομών μαζί μου και μου είπε ότι θα φύγουμε, αλλά όχι για εκεί που προοριζόμασταν. Μου έλεγε μισόλογα. Δεν μου έστειλαν ειδικό σήμα κρυπτογραφημένο ή μη, αλλά με την τηλεφωνική αυτή επικοινωνία ο Διοικητής Καταδρομών προσπαθούσε να μου δώσει να καταλάβω ότι δεν πάω στα νησιά αλλά στη Κύπρο. Με τα ίδια μισόλογα μου είπε πως δεν χρειάζεται να πάρω πολλά πυρομαχικά και ούτε τα μεγάλα όπλα, όλμους κλπ. Μου έδωσε να καταλάβω ότι δεν χρειαζόταν να φορτώσω πολλά πράγματα. Θέλησε να μου πει ότι στις 22 Ιουλίου στις 10 το πρωί θα υπογραφεί εκεχειρία. Για αυτό μου είπε αύριο μέχρι τις 10… μετά μακάριοι οι κατέχοντες».

Αρχικώς ενημερώθηκαν οι αξιωματικοί για την αποστολή και στη συνέχεια οι καταδρομείς, μεταξύ των οποίων υπήρξε ανησυχία αλλά και ενθουσιασμός. «Δεν βρέθηκε ούτε ένας που να κάνει πίσω» είχε δηλώσει ο Θανάσης Ζαφειρίου ο οποίος απεβίωσε το 2016 και ήταν ο μοναδικός επιζών καταδρομέας που επέβαινε στο Noratlas «Νίκη 4» που καταρρίφθηκε από φίλια πυρά στο αεροδρόμιο Λευκωσίας.

Ο Γιώργος Παπαμελετίου, όταν οι καταδρομείς επιβιβάστηκαν στα λεωφορεία για να μεταφερθούν στο αεροδρόμιο της Σούδας τους ενημέρωσε για την αποστολή και τους είπε τι θα πρέπει να έχουν υπόψη τους για τις πρώτες ώρες. Κανένας δεν ήταν σίγουρος για το τι θα αντιμετώπιζαν αφού δεν υπήρχε καμία απολύτως πληροφορία για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Κύπρο.

Ο τότε υπολοχαγός Σταύρος Μπένος είχε δηλώσει πως «δεν υπήρχε κανένας καταδρομέας που να έχει τον παραμικρό ενδοιασμό, ότι πάμε να πολεμήσουμε σε ελληνικό έδαφος. Το ό,τι τραγουδάγαμε με δύναμη και θέρμη μέσα στο λεωφορείο που μας πήγαινε στο αεροδρόμιο και ξεσηκώναμε τις γειτονιές, σημαίνει πως αυτό που πηγαίναμε να κάνουμε το πιστεύαμε».

Οι Κρητικοί είχαν βγει στους δρόμους και χειροκροτούσαν τους καταδρομείς που έφευγαν για τη Κύπρο γνωρίζοντας ότι κάποιοι εξ αυτών ήταν αμφίβολο αν θα επέστρεφαν.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πέραν των 318 ανδρών της Α’ Μοίρας Καταδρομών στην επιχείρηση είχε αποφασιστεί να λάβουν μέρος και περίπου 50 Καταδρομείς της Γ’ ΜΑΚ (Μοίρα Αμφιβίων Καταδρομών) με επικεφαλής τον τότε υπολοχαγό Νικόλαο Παπά.

Επιχείρηση αυτοκτονίας



Ο Αντρέας Στραβοπόδης ήταν επισμηναγός και κυβερνήτης του Noratlas «Νίκη 9». Ανατρέχοντας στις μέρες του 1974 σε παλαιότερη συνέντευξη του στο ΡΙΚ, αναφέρει πως δεν υπήρχε καμία προετοιμασία και ενημέρωση  για την αποστολή στη Κύπρο και αυτό ήταν  σωστό για να μην κάποια υπάρξει διαρροή. «Εγώ» λέει «έμαθα περί της αποστολής όταν κλήθηκα και προσγειώθηκα στο αεροδρόμιο της Σούδας». O έφεδρος ανθυπολοχαγός καταδρομέας Χαράλαμπος Αποστολάκης θυμάται: «Φτάνοντας στο αεροδρόμιο της Σούδας γύρω στις 20.00-20.30, είδαμε ότι είχαν αφιχθεί τα περισσότερα αεροσκάφη και μέσα βρισκόταν μόνο ένα μέρος του πληρώματος. Οι χειριστές είχαν ήδη μεταβεί στο κέντρο επιχειρήσεων, για να ενημερωθούν από τον ταξίαρχο Στεφαδούρο για τις συνθήκες της αποστολής».

Ακολούθησε η επιβίβαση των καταδρομέων στα αεροσκάφη και η έναρξη των πτήσεων αυτοκτονίας.

Ο Χαράλαμπος Αποστολάκης λέει: «Το πρώτο αεροσκάφος πρέπει να απογειώθηκε γύρω στις 22:30, με κατεύθυνση από το αεροδρόμιο στον κόλπο της Σούδας, ανατολικά των Λευκών Ορέων, και στη συνέχεια κατεβήκαμε σε πολύ χαμηλό ύψος πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η ενημέρωση που είχε γίνει από τον ταξίαρχο Στεφαδούρο, που ήταν απεσταλμένος από το Αρχηγείο της Αεροπορίας, προς τους αεροπόρους και το διοικητή της Μοίρας ήταν ότι θα υπήρχε πλήρης σιγή ασυρμάτου, φώτα πλεύσεως σβηστά, απόλυτο σκοτάδι και ότι μέσα στα αεροσκάφη δεν θα κινούνταν ούτε κουνούπι. Δεν θα άναβε κανένα φως, ούτε τσιγάρο ή αναπτήρας, τίποτε! Ήταν πραγματικά ηρωική αυτή η αποστολή, με την έννοια ότι έγινε από πιλότους που, στο σύνολό τους, δεν είχαν δει ποτέ την Κύπρο και πήγαιναν, για πρώτη φορά, μόνο με χάρτη και πυξίδα!

Όταν τα Noratlas έφτασαν στη Κύπρο έβλεπαν παντού φωτιές από τις μάχες που βρισκόντουσαν σε εξέλιξη. Αυτό βοήθησε και τα πληρώματα να προσανατολιστούν καλύτερα και να αρχίσουν τη κάθοδο τους προς το αεροδρόμιο Λευκωσίας. Οι μόνες περιοχές που φωτίζονταν ήταν οι βρετανικές βάσεις του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας και αυτό ήταν σωτήριο για τους κυβερνήτες που τις χρησιμοποίησαν ως σημεία στήριξης για να μπορέσουν να βρουν το αεροδρόμιο.



Όπως θυμούνται οι καταδρομείς, μόλις έφτασαν πάνω από τη Λευκωσία άρχισαν να δέχονται χιλιάδες σφαίρες και βλήματα αντιαεροπορικών. Οι καταδρομείς στέκονταν όρθιοι μέσα στα αεροπλάνα ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο όγκος τους και να μειωθούν οι πιθανότητες να χτυπηθούν. «Οι σφαίρες έμπαιναν από κάτω και διαπερνούσαν την άτρακτο» δηλώνει ένας από τους καταδρομείς.

«Είμαστε φορτωμένοι με χειροβομβίδες και εκρηκτικά και υπήρχε κίνδυνος να τιναχθούμε όλοι στον αέρα» συμπληρώνει. Το ίδιο κίνδυνο διέτρεχαν πλήρωμα και καταδρομείς και από το ενδεχόμενο να χτυπηθούν οι δεξαμενές καυσίμων.

To Noratlas «Νίκη 4» έπεσε λίγα χιλιόμετρα μακρυά από το αεροδρόμιο εκεί που ήταν θαμμένο μέχρι πέρυσι στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πυρά δέχθηκε και το «Νίκη 7» αλλά κατάφερε να προσγειωθεί με τον ένα κινητήρα να καίγεται και τον άλλο να έχει καταστραφεί από έκρηξη.

Στο «Νίκη 7» σκοτώθηκαν δύο καταδρομείς και τραυματίστηκαν ακόμα 11

Όλα τα Noratlas που κατάφεραν να προσγειωθούν, αποβίβασαν τους καταδρομείς και απογειώθηκαν αμέσως για να επιστρέψουν στη Κρήτη. Τρία όμως που δεν μπόρεσαν να φύγουν καταστράφηκαν από τις ελληνικές δυνάμεις ώστε να μην υπάρχουν τεκμήρια για την εμπλοκή της Ελλάδας. Όταν οι καταδρομείς βρέθηκαν στο αεροδρόμιο Λευκωσίας περίμεναν κάποιον να τους ενημερώσει για το τι θα κάνουν αλλά δεν βρήκαν κανένα.

Ο διοικητής της Μοίρας Γ. Παπαμελετίου δεν γνώριζε καν τι είχε συμβεί με τα Noratlas και βεβαίως δεν γνώριζε που βρίσκονται οι καταδρομείς της Μοίρας του. «Δεν ξέραμε. Δεν απογειώθηκαν; Πέσανε; Χάσανε τη κατεύθυνση τους;  Δεν ήξερα τίποτα. Δεν ήξερα ούτε πόσα αεροπλάνα ήταν. Δεν μπορούσα να το καταλάβω, ότι έφυγαν τόσα αεροπλάνα από τη Κρήτη και να το ξέρουν όλοι. Να το ξέρει, το ΓΕΑ, να το ξέρει το ΓΕΕΘΑ, να το ξέρουν οι πάντες και να έρθουμε στη Κύπρο και να μην το ξέρουν οι αντιαεροποριστές και να μας βάλουν από παντού».

Αυτοψία τραγωδίας



Μόλις ησύχασαν λίγο τα πράγματα ο Γιώργος Παπαμελετίου και οι αξιωματικοί της Α’ Μοίρας Καταδρομών πήγαν στο σημείο που είχε πέσει το «Νίκη 4». Ο λοχαγός Κυριάκου θυμάται: «Στη συνέχεια εγώ με τον Ντούβα (μετέπειτα αρχηγός ΓΕΣ)  πήγαμε στον τόπο που είχε καταρριφθεί το αεροπλάνο. Το θέαμα που αντικρίσαμε ήταν φοβερό. Όλοι, πλην τριών, ήταν καμένοι. Αναγνώρισα το συγκυβερνήτη Συμεωνίδη, από τη φόρμα του οποίου αφαιρέσαμε διάφορα προσωπικά αντικείμενα και το πιστόλι του, τα οποία δώσαμε στο ΓΕΕΦ, τον ΔΕΑ Τσαμκιράνη και έναν τρίτο που δεν τον θυμάμαι. Το αεροπλάνο είχε αυλακώσει το έδαφος, περίπου 30 μέτρα, και στη συνέχεια είχε πέσει σε μια μικρή χαράδρα. Ο ένας κινητήρας είχε αποκολληθεί και είχε καρφωθεί απέναντι».

Ο υποδιοικητής της Α΄Μοίρας Καταδρομών Άγγελος Αβραμίδης μπήκε και αυτός στο εσωτερικό του «Νίκη 4» και περιγράφει τη μακάβρια εικόνα: «Στο κόκπιτ είδα τον Δάβαρη, που φαινόταν σαν να ήταν όρθιος, αλλά ήταν νεκρός. Πήγα να τον σηκώσω από τις μασχάλες και στα χέρια μου έμεινε μόνον το κορμί του. Το υπόλοιπο μέρος του σώματος του ήταν κομμένο». Άλλος αξιωματικός θυμάται πως η εντολή να θαφτεί το αεροπλάνο στο σημείο που έπεσε μαζί με τα απανθρακωμένα πτώματα λήφθηκε για να μην φάνε τις σάρκες των νεκρών τα όρνια που πετούσαν.

Το αεροσκάφος μαζί με τις σορούς των νεκρών ανέλαβε να θάψει στο σημείο που κατέπεσε ο χειριστής εκσκαφέα Σάββας Ποκεριζές, ο οποίος 25 χρόνια μετά, το 1999 κλήθηκε να δώσει κατάθεση στην αστυνομία.

Σύμφωνα με τις έρευνες που έγιναν μέσα στην άτρακτο του Noratlas «Νίκη 4» βρίσκονταν οι σοροί 15 καταδρομέων και των τεσσάρων μελών του πληρώματος. Δώδεκα σοροί εντοπίστηκαν και ταυτοποιήθηκαν με DNA στο στρατιωτικό νεκροταφείο της Λακατάμειας. Πρόκειται για 12 καταδρομείς τα πτώματα των οποίων είχαν βρεθεί έξω από το αεροσκάφος ή είχαν πέσει στο έδαφος κατά την κατάρριψη. Οι σοροί των υπολοίπων αναγνωρίστηκαν πέρυσι και επεστράφησαν στους συγγενείς τους στην Ελλάδα. Από προχθές ο διοικητής τους Γιώργος Παπαμελετίου είναι μαζί τους.

Μάχη του αεροδρομίου

Όταν πια ο Γιώργος Παπαμελετίου και οι καταδρομείς του σταθεροποιήθηκαν κλήθηκαν να υπερασπιστούν το αεροδρόμιο Λευκωσίας για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων οι οποίοι είχαν πλησιάσει στα 100 μέτρα.

Ο Γιώργος Παπαμελετίου σε συνέντευξη του περιέγραψε τις δύσκολες ώρες: «Επιβιβάστηκα στο Landrover, που μου είχαν διαθέσει, στο οποίο είχα τοποθετήσει τη μεγάλη κεραία του ασυρμάτου, με οδηγό έναν Κύπριο Αστυνομικό- το μικρό του όνομα ήταν Γιαννάκης- τον οδηγό, και τον ασυρματιστή μου. Όπως πληροφορήθηκα αργότερα. Σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από την πύλη του αεροδρομίου, δέχομαι μία ριπή από αριστερά, από το μέρος που ήταν τα οικήματα της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ.

Αμέσως, διέταξα τον Κύπριο οδηγό να σταματήσει, λέγοντας ‘βαλλόμεθα πηδάτε έξω’. Πήδησα πρώτος και ακολούθησαν και οι άλλοι. Είμαι πλέον βέβαιος πως οι σφαίρες που ρίχτηκαν εναντίον μου, ήταν σφαίρες των 9 μιλιμέτρ από μικρό αυτόματο όπλο, και εκτιμώ πως αυτές τις έριξαν οι δυνάμεις του ΟΗΕ, που ήταν αριστερά μου, ενώ οι Τούρκοι, όπως διαπίστωσα, ήταν δεξιά μου, και αυτό για να μας προκαλέσουν σύγχυση, μόλις είδαν το landrover με την κεραία του ασυρμάτου που προεξείχε, διότι κατάλαβαν ότι στο όχημα αυτό ήταν ο επικεφαλής των δυνάμεων που είδαν και μπήκαν μέσα στο αεροδρόμιο.

Εκτιμώ ότι, η επέμβαση των δυνάμεων του ΟΗΕ αυτή την ώρα έγινε για να μην προλάβουμε να αναπτύξουμε τον οπλισμό μας (πολυβόλα, οπλοπολυβόλα. αντιαρματικά κ.λ.π.), διότι μόλις λίγο πριν είχαν φθάσει οι Λόχοι στο αεροδρόμιο, υποβοηθώντας με αυτόν τον τρόπο, τις δυνάμεις των Τούρκων να καταλάβουν το αεροδρόμιο. Κάτι, ενδεχομένως που είχαν από κοινού συμφωνήσει, δεδομένου ότι με την ανοχή τους προωθήθηκαν οι Τούρκοι στο αεροδρόμιο.

Μετά την ριπή αυτή άρχισε η ανταλλαγή πυρών των τουρκικών δυνάμεων, με τις δυνάμεις που ήταν μέσα στο αεροδρόμιο».

Η θέση που βρισκόταν ο Παπαμελετίου. καλυμμένος σε ένα ρείθρο με βαθούλωμα δίπλα στο δρόμο, ήταν μεταξύ του Λόχου του Κιουτσούκη και των Τούρκων. 

Οι καταδρομείς που ήταν μέσα στο αεροδρόμιο, δεν γνώριζαν ποιος ήταν αυτός με το Landrover, και άρχισαν να τον κτυπούν και εκείνοι, στο σημείο που βρισκόταν. Συνεχίζοντας ο Παπαμελετίου, είχε πει: «Η ώρα πρέπει να ήταν περίπου 11:00. όταν άρχισε η ανταλλαγή των πυρών, από τα οποία τραυματίσθηκε ο Κύπριος οδηγός μου Γιαννάκης στη μέση, κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, από σφαίρα που εξοστρακίσθηκε, αλλά δεν ήταν σοβαρή η κατάσταση του, όπως και ο αγγελιοφόρος μου ο Σπύρος που είχε δεχθεί σφαίρα στον ώμο, και αυτός ελαφρά, και εμένα με είχαν χτυπήσει κάτι σκάγια, που διαπίστωσα την άλλη ημέρα.

Αιφνιδιάστηκα από την εξέλιξη αυτή, διότι δεν γνώριζα ότι οι Τούρκοι είχαν φθάσει τόσο κοντά στο αεροδρόμιο, και ομολογώ ότι ανησύχησα για την τύχη των ανδρών που είχαν προηγηθεί.

Μετά από τα γεγονότα αυτά, που κράτησαν μιάμιση ώρα περίπου ενεργοποιήθηκαν οι δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών, βγήκαν από τα φυλάκια τους, ύψωσαν λευκές σημαίες και διέταξαν ‘Παύσατε πυρ’. Από την ταράτσα που βρισκόταν ο Υπολοχαγός Μπένος, όπως πληροφορήθηκα εκ των υστέρων, ήταν και ένας καταδρομέας από την Πάτρα πολύ καλός σκοπευτής. Αυτός ο καταδρομέας είδε μια ομάδα Τούρκων και με μία βολή ΠΑΟ σκότωσε 12, όταν τους είδε να τρέχουν για να απομακρυνθούν από την περιοχή.

Όπως αποδείχθηκε μετά και από σχετικά σήματα που υπεκλάπησαν από την ΚΥΠ, ήταν μία τούρκικη διλοχία 150 στρατιωτών, που είχε ως αποστολή να καταλάβει το αεροδρόμιο, πριν αυτό παραδοθεί στις δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών. Η διλοχία αυτή είχε και 4 άρματα μάχης τα οποία ήταν προσανατολισμένα προς την ΕΛΔΥΚ, προφανώς για να καλύπτει τα νώτα της.

Υπήρχε επίσης και ένα άλλο άρμα πάνω στο ύψωμα με αδιευκρίνιστα σημαία, το οποίο εκτιμάται ότι κι αυτό ήταν τούρκικο.

Από το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ δεν έπεσε ούτε μια τουφεκιά όσο διάστημα διήρκησε η ανταλλαγή των πυρών μας με τους Τούρκους, ούτε στον αέρα, έστω για αντιπερισπασμό. Όπως πληροφορήθηκα πολύ αργότερα, έγινε αυτό για να μην κατηγορηθεί η ΕΛΔΥΚ, ότι παραβίασε την εκεχειρία. Ησθάνοντο, οι αρμόδιοι του ΓΕΕΦ, τόσο ένοχοι που έκαναν πιστά ότι τους έλεγαν οι ΟΗΕδες πράγμα που εκείνοι το είχαν αντιληφθεί. Σημειώνω επίσης το γεγονός, ότι μετά την κατάπαυση του πυρός, ο Ταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος που ήταν υπεύθυνος για την άμυνα του αεροδρομίου, δεν ήρθε να με συναντήσει».

Το αεροδρόμιο Λευκωσίας στη συνέχεια παραδόθηκε στον ΟΗΕ ο οποίος διατηρεί τον έλεγχο μέχρι σήμερα.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα...